Γιατί η ΕΕ δεν σταμάτησε την κρίση
05/05/2016 15:15
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Γιατί η ΕΕ δεν σταμάτησε την κρίση

Οι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ θα έπρεπε να έχουν σταματήσει την κρίση του ευρώ. Γιατί δεν το έκαναν; Οι Nicole Rae Baerg, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Μάνχαϊμ, και Mark Hallerberg, καθηγητής δημόσιας διαχείρισης και πολιτικής οικονομία στο Hertie School of Governance του Βερολίνου, επιχειρούν να απαντήσουν.

Τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε διμερώς είτε από κοινού, έχουν παράσχει διασώσεις σε πέντε χώρες της ευρωζώνης από το 2010. Πολλοί αναλυτές έχουν εξετάσει τα γενικά διδάγματα από την κρίση του ευρώ, αλλά γιατί το σύστημα της ΕΕ ήταν ανίκανο να αποτρέψει την κρίση εξ' αρχής;

Υπήρχαν κανόνες -και μάλιστα πολλοί

Το δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ ήταν αρκετά ανεπτυγμένο - αλλά τελικά απέτυχε. Οι κανόνες της ΕΕ σχετικά με τους προϋπολογισμούς, για παράδειγμα, περίμεναν από τα κράτη-μέλη να διατηρήσουν τα ελλείμματα κάτω από το 3 τοις εκατό του ΑΕΠ της χώρας. Το μικτό βάρος του χρέους, το οποίο είναι το συνολικό ποσό των χρημάτων που η κυβέρνηση οφείλει στους πιστωτές, δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 60 τοις εκατό.

Εκτός από τους τυπικούς κανόνες, η ΕΕ είχε τακτικές διαδικασίες για την παρακολούθηση όλων των κρατών-μελών. Οι χώρες που κατ 'επανάληψη παραβίασαν τους κανόνες θα μπορούσαν να τιμωρηθούν. Αν και δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ, η εσχάτη των ποινών, σύμφωνα με τις συνθήκες, θα ήταν ένα πρόστιμο. Η εκτελεστική εξουσία της ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υπηρέτησε ως θεματοφύλακας. Η Επιτροπή συνέταξε ετήσιες εκθέσεις που επεσήμαναν σε ποια σημεία τα κράτη-μέλη ήταν εκτός τροχιάς και μερικές φορές πρότειναν τη λήψη διορθωτικών μέτρων.

Αλλά υπήρχαν τεράστιες παραβιάσεις ούτως ή άλλως. Ωστόσο, παρά αυτό το σύστημα κανόνων και εποπτείας, η Ελλάδα είχε ελλείμματα πάνω από το όριο του 3 τοις εκατό κάθε χρόνο μετά την ένταξή της στην ευρωζώνη το 2001. Άλλα κράτη-μέλη έχουν παρόμοιο ιστορικό, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας και της Γερμανίας στα πρώτα χρόνια του ευρώ. Το σύστημα απέτυχε σαφώς να αποτρέψει την κρίση.

Τι πήγε λοιπόν στραβά; Η απάντηση, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι ότι η ΕΕ δεν εφαρμόζει τους κανόνες ομοιόμορφα. Στη νέα τους εργασία με τίτλο "Εξηγώντας την αστάθεια στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης" επισημάνανε ένα κρίσιμο μέρος του ευρωπαϊκού συστήματος οικονομικής διακυβέρνησης. Αντί να σημειώσουν τις αποτυχίες των κρατών- μελών να παραμείνουν κάτω από το 3 τοις εκατό του ΑΕΠ στο έλλειμμα, επικεντρωθήκανε στην ποιότητα της διαδικασίας εποπτείας.

Ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέστειλε εκθέσεις σε κάθε κράτος-μέλος, οι κυβερνήσεις της ΕΕ συλλογικά έπρεπε να εγκρίνουν την τελική έκθεση, ή κείμενο. Αυτό σήμαινε ότι ένα κράτος-μέλος είχε την ευκαιρία να προτείνει αλλαγές στο κείμενο που παρακολουθεί την απόδοση του. Και ένα κράτος-μέλος θα μπορούσε να συνεργαστεί με άλλα κράτη για να εμποδίσει το αρχικό κείμενο της Επιτροπής. Δηλαδή, τα τελικά κείμενα μπορεί να μην αναδείκνυαν τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετώπιζε μια χώρα. Σημαίνει επίσης ότι δεν θα μπορούσαν να επιβληθούν δυναμικές τιμωρίες.

Οι καθηγητές μελέτησαν τα αρχικά κείμενα σε σχέση με τα τελικά, για να διαπιστώσουν πώς άλλαξαν τα έγγραφα των κρατών-μελών. Χρησιμοποίησαν την ανθρώπινη κωδικοποίηση και την ανάλυση κειμένου για να δούνε ακριβώς πόσο άλλαξαν οι εκθέσεις της Επιτροπής - και αν αυτές οι αλλαγές οδήγησαν σε μια χαμένη ευκαιρία για τη συγκράτηση των κρατών που βρίσκονταν σε οικονομική δυσπραγία.

Όπως διαπίστωσαν, οι αλλαγές στις αρχικές συστάσεις της Επιτροπής ήταν συνηθισμένες. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που αποτελείται από τους επικεφαλής των κρατών-μελών, ψήφισε για τις περιπτώσεις. Στην πραγματικότητα, περίπου το 30 τοις εκατό των εκθέσεων της Επιτροπής από το 1998 ως το 2012 είχαν τελικά κείμενα που ήταν ασθενέστερα από ό,τι τα αρχικά πορίσματα σχετικά με τα κράτη-μέλη.

Για παράδειγμα, η Επιτροπή έγραψε για τις εργασιακές μεταρρυθμίσεις της Γαλλίας το 2010: "οι μεταρρυθμίσεις ... γενικότερα υπολείπονταν των μέτρων που απαιτούνται για την επίλυση του δυϊσμού της γαλλικής αγοράς εργασίας". Μόλις το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο πήρε στα χέρια του το κείμενο, όλη αυτή η φράση παραλείφθηκε στην τελική συγγραφή του κειμένου. Τέτοια στοιχεία δείχνουν ότι μόλις τα κράτη-μέλη είχαν τη δυνατότητα να αλλάξουν τα κείμενα της Επιτροπής, η ΕΕ έχανε ένα μεγάλο μέρος του ρόλου της οικονομικής διακυβέρνησης της, ιδιαίτερα το ρόλο του θεματοφύλακα.

Ωστόσο, οι αλλαγές στα κείμενα δεν εμφανίζονται σε όλες τις χώρες. Η μηχανογραφημένη ανάλυση κειμένου μας δείχνει ότι η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία είχαν τις πιο συχνές "επεξεργασίες" και "ξαναέγραφαν" τα κείμενά τους. Ενώ η Γαλλία είχε συχνά "εξασθένιση" των κειμένων της, η Δανία και το Λουξεμβούργο δεν το έκαναν. Τι εξηγεί αυτή η μεταβολή;

Η πρώτη εξήγηση μπορεί να είναι προφανής, αλλά αξίζει να σημειωθεί. Τα "μεγάλα" κράτη - τα τέσσερα μεγαλύτερα σε πληθυσμό, με τουλάχιστον 60 εκατομμύρια ανθρώπους στην Ευρώπη: Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο - είχαν περισσότερες αλλαγές σε δυνητικά κρίσιμες εκθέσεις σχετικά με τις οικονομίες τους από ό,τι τα μικρά κράτη. Αυτό υποδηλώνει ότι οι κανόνες της ΕΕ ισχύουν περισσότερο για ορισμένα κράτη από ό,τι άλλα. Αυτό αντιπροσωπεύει την άσκηση της πολιτικής εξουσίας: τα μεγάλα κράτη, όπως η Γερμανία, είναι σε θέση να δείξουν την πυγμή τους εκεί που τα μικρά κράτη, όπως το Λουξεμβούργο, δεν είναι.

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ίσως λιγότερο προφανές. Τα κράτη-μέλη με πληθυσμούς που ήταν λιγότερο υπέρ της συνολικής έννοιας της ΕΕ είχαν επίσης περισσότερες αλλαγές σε αυτές τις εκθέσεις προς όφελός τους. Αυτό συνέβη επειδή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να διαδραματίσει σημαντικότερο ρόλο στα εγχώρια ακροατήρια που είναι υποστηρικτικά προς την ΕΕ. Αν ο λαός σε μια χώρα είναι γενικά δύσπιστος προς την ΕΕ, το μήνυμα που έρχεται τελικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την κυβέρνηση αυτή θα αποδυναμωθεί.

Τι μας περιμένει;

Η ΕΕ έχει σκληρύνει τους κανόνες μετά την κρίση. Για παράδειγμα, χρειάζεται τώρα μια αντίστροφη ειδική πλειοψηφία των κρατών-μελών για να εμποδίσει μια σύσταση της Επιτροπής. Κάτι που ονομάζεται "Ευρωπαϊκό Εξάμηνο" είναι μια ετήσια διαδικασία για την αύξηση του ελέγχου των κρατικών οικονομικών προγραμμάτων με τρόπους που δεν γινόταν στο παρελθόν. Ωστόσο, τα ευρήματα των καθηγητών έχουν δύο συνέπειες για το πώς λειτουργεί το σύστημα εποπτείας και σήμερα.

Κατ 'αρχάς, τα μεγάλα κράτη (Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο) μάλλον θα εξακολουθούν να πετυχαίνουν αυτό που θέλουν -τουλάχιστον αυτό έχουμε δει τα τελευταία δύο χρόνια. Η Γαλλία και η Ιταλία, για παράδειγμα, εξακολουθούν να δυσκολεύονται να ρίξουν τα ελλείμματά τους κάτω από το 3 τοις εκατό του ΑΕΠ. Παρά τους αυστηρότερους κανόνες, δεν έχουν σημαντικό πρόβλημα, αποφεύγοντας τα βαθιά μέτρα λιτότητας για τη μείωση των ελλειμμάτων τους.

Δεύτερον, η ΕΕ σε γενικές γραμμές έχει γίνει πιο επιφυλακτική με την έννοια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επιτομή αυτού είναι το επερχόμενο δημοψήφισμα του Ιουνίου στο Ηνωμένο Βασίλειο, σχετικά με το Brexit. Γενικότερα σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα τα πήγαν αισθητά καλύτερα στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2014, και συνεχίζουν να τα πηγαίνουν καλά στις εθνικές και υπο-εθνικές εκλογές -είτε στην Πολωνία σε εθνικό επίπεδο πέρυσι, είτε στη Γερμανία σε κρατικό επίπεδο τον περασμένο μήνα. Αυτό υποδηλώνει ότι ο σκεπτικισμός των πολιτών σε ορισμένες χώρες θα πιέσει τις κυβερνήσεις τους να μην τηρήσουν τους κανόνες που έρχονται από τους μακρινούς γραφειοκράτες των Βρυξελλών.

Η κρίση του ευρώ άφησε την Ευρώπη - και πολλά κράτη-μέλη- με μεγάλα βάρη χρέους. Συνδυάζοντας τα δύο ευρήματα σχετικά με το μέγεθος ενός κράτους και τον ευρωσκεπτικισμό του πληθυσμού, καταλήγουν οι καθηγητές, δεν είμαστε αισιόδοξοι ότι μόνο οι κανόνες της ΕΕ θα είναι αποτελεσματικοί για να συνεχίσουν οι χώρες να προσπαθούν να μειώσουν αυτά τα επιβαρυμένα χρέη.

washingtonpost.com