Τους Ρώσους χάκερς φοβούνται και οι Γερμανοί εν όψει εκλογών
19/12/2016 17:36
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τους Ρώσους χάκερς φοβούνται και οι Γερμανοί εν όψει εκλογών

Αξιωματούχοι φοβούνται μια εκστρατεία κυβερνοεπιθέσεων και παραπληροφόρησης.

Πολύ πριν η CIA και το FBI καταλήξουν στο κοινό συμπέρασμα την περασμένη εβδομάδα ότι το Κρεμλίνο είχε παρέμβει στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, με στόχο την παροχή βοήθειας στον Ντόναλντ Τραμπ, ένας ανώτερος Γερμανός αξιωματούχος των υπηρεσιών πληροφοριών είπε στους συναδέλφους του ότι η Ρωσία παρεμβαίνει στη γερμανική πολιτική. Η ομοσπονδιακή υπηρεσία ασφαλείας είχε παρατηρήσει "ενεργά μέτρα" από τη Ρωσία για να επηρεάσει την κοινή γνώμη, δήλωσε ο Τόμας Χάλντενβανγκ, αντιπρόεδρος του εγχώριου οργανισμού ασφάλειας BFV, προειδοποιώντας ανώτερους Γερμανούς αξιωματούχους ασφαλείας σε ένα συνέδριο στο Βερολίνο τον Ιούνιο. Ο στόχος, είπε ο Χάλντενβανγκ, ήταν "να επηρεάσουν την κοινή αντίληψη και γνώμη στη χώρα μας, σε βάρος της γερμανικής κυβέρνησης".

Με τις επερχόμενες εκλογές το επόμενο έτος, κυβερνητικοί αξιωματούχοι φοβούνται τώρα ότι ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έχει στρέψει το ενδιαφέρον του στην καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, έναν από τους πιο εμφανείς επικριτές της συμμετοχής της Ρωσίας στη Συρία και την Ουκρανία, ως τον επόμενο στόχο για μια εκστρατεία παραπληροφόρησης του Κρεμλίνου. Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου νωρίτερα αυτό το μήνα, η Μέρκελ, η οποία θα είναι υποψήφια και την επόμενη χρονιά, είπε ότι οι κυβερνοεπιθέσεις και μια εκστρατεία παραπληροφόρησης κατά τη διάρκεια των εκλογών ήταν "πιθανά".

Ο Κονσταντίν φον Νοτς, εκπρόσωπος του Κόμματος των Πρασίνων για την πολιτική internet στο γερμανικό κοινοβούλιο, είχε επίσης την ίδια άποψη. "Υπάρχει ένας πραγματικός κίνδυνος, η πικρή εμπειρία των εκλογών των ΗΠΑ να επαναληφθεί εδώ", είπε.

Ιστορία κυβερνοεπιθέσεων

Ήδη, έχουν υπάρξει αρκετέ κυβερνοεπιθέσεις, προφανώς με πολιτικά κίνητρα. Τον Ιανουάριο του 2015, μια φιλορωσική ομάδα χάκαρε ιστοσελίδες του γερμανικού κοινοβουλίου, ανάμεσά τους και της Μέρκελ, "ρίχνοντάς" τες κατά τη διάρκεια επίσκεψης του τότε πρωθυπουργού της Ουκρανίας, Αρσένι Γιάτσενουκ, σε μια κίνηση που η ομάδα υποστήριξε ότι ήταν αντίποινα για τη γερμανική υποστήριξη στο Κίεβο. Αργότερα την ίδια χρονιά, η είδηση ότι μια ομάδα που προσδιορίστηκε ως APT28 ή Fancy Bear - μια ομάδα που επίσης φέρεται να διείσδυσε στα δίκτυα της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ - είχε αποκτήσει πρόσβαση στους servers της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής, σύμφωνα με το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Γραφείο Ασφάλειας Πληροφοριών, και ήταν σε θέση να δρα χωρίς να μπορεί να εντοπιστεί για αρκετούς μήνες.

Την άνοιξη του τρέχοντος έτους, οι χάκερς προσπάθησαν να αποκτήσουν πρόσβαση στην Χριστιανοδημοκρατική Ένωση της Μέρκελ (CDU). Το κόμμα αρνήθηκε να σχολιάσει σχετικά με τις ζημιές που προκλήθηκαν από την επίθεση. Ωστόσο, ένας εκπρόσωπος επιβεβαίωσε ότι "στο παρελθόν, υπήρξαν επανειλημμένες κυβερνοεπιθέσεις σε εμάς". Το φθινόπωρο, υπήρξαν αναφορές για μια ακόμα επίθεση στην Μπούντεσταγκ, με ύποπτη επίσης την APT28, η οποία αποκρούστηκε προτού φτάσει να έχει πρόσβαση σε servers, σύμφωνα με την Μπούντεσταγκ.

Γερμανοί αξιωματούχοι, συμπεριλαμβανομένου και του βουλευτή φον Νοτς, αμφιβάλουν σχετικά με αναφορές των μέσων ενημέρωσης ότι τα αρχεία της Μπούντεσταγκ που έδωσε στη δημοσιότητα το WikiLeaks νωρίτερα αυτό το μήνα προήλθαν από μια από αυτές τις επιθέσεις. Τα αρχεία ήταν πολύ μεγαλύτερα από αυτά που είχαν κλέψει οι εισβολείς το 2015, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις.

Αξιωματούχοι, ωστόσο, ανησυχούν ότι οι χάκερς μπορεί να κατέχουν δυνητικά επιβλαβές υλικό, το οποίο μπορεί να δημοσιοποιήσουν κοντά στις εκλογές για να προκαλέσουν τη μέγιστη αναστάτωση. Ο επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας ασφάλειας, Χανς-Γκέοργκ Μάασεν, δήλωσε νωρίτερα αυτό το μήνα ότι οι "πληροφορίες που ελήφθησαν μέσω κυβερνοεπιθέσεων θα μπορούσαν να προκύψουν στην προεκλογική εκστρατεία για να δυσφημήσουν τους Γερμανούς πολιτικούς". Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών στη Μόσχα δεν απάντησε σε αίτημα για σχολιασμό από το Politico. Ρώσοι αξιωματούχοι έχουν αρνηθεί ότι η Μόσχα επενέβη στις εκλογές των ΗΠΑ και σχεδιάζουν να κάνουν το ίδιο στη Γερμανία.

"Είναι ανοησίες," δήλωσε ο εκπρόσωπος του Ρώσου προέδρου Ντμίτρι Πεσκόφ στο Russia Today την περασμένη εβδομάδα. "Το να χρησιμοποιείτε τη Ρωσία ως εργαλείο σε μια προεκλογική εκστρατεία είναι κάτι που μισούμε ... Είναι ψεύτικες πληροφορίες". Οι γερμανικές αρχές έχουν δείξει ότι παρακολουθούν προσεκτικά τους Ρώσους. Αλλά σαφώς ανησυχούν ότι η Μόσχα θα μπορούσε να κινητοποιήσει ένα ευρύ δίκτυο φιλορώσων συμμάχων για να εξαπλωθεί η παραπληροφόρηση.

Μια ευρεία εκστρατεία παραπληροφόρησης και διαρροών των κλεμμένων πληροφοριών, σύμφωνα με παρατηρητές, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να αποδυναμώσει την εμπιστοσύνη στους κυβερνητικούς θεσμούς να ενισχύσει τα φιλορωσικά, αντισυστημικά κόμματα, όπως το ακροαριστερό Die Linke και το ακροδεξιό Εναλλακτική για τη Γερμανία (AFD).

Κύκλος φίλων

Οι Γερμανοί είναι διχασμένοι στις απόψεις τους για τη Ρωσία. Σε μια έρευνα αυτή την άνοιξη, το 53 τοις εκατό των ερωτηθέντων στο δυτικό τμήμα της χώρας δήλωσε ότι θεωρεί την Ρωσία απειλή, σε σύγκριση με το 33 τοις εκατό στην πρώην κομμουνιστική Ανατολή. Οι

Ρώσοι, από την πλευρά τους, ιστορικά θεωρούν τη Γερμανία ως εταίρο με τον οποίο μοιράζονται τον έλεγχο της Κεντρικής Ευρώπης, και όχι ως αντίπαλο. Και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, φυσικά, η Μόσχα έλεγχε την Ανατολική Γερμανία μέχρι την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989, όταν ο Πούτιν, ο οποίος μιλάει άπταιστα γερμανικά, βρισκόταν στη Δρέσδη ως αξιωματικός της KGB.

Από τότε, το Κρεμλίνο έχει αξιοποιήσει την εξουσία του με άλλους τρόπους, δημιουργώντας ένα δίκτυο επιρροής, συμπεριλαμβανομένου και του πρώην καγκελαρίου Γκέρχαρντ Σρέντερ που, εβδομάδες μετά τη λήξη της θητείας του το 2005, εντάχθηκε στο διοικητικό συμβούλιο της κοινοπραξίας του αγωγού Nord Stream, και έγινε ένας λομπίστας για τα ρωσικά ενεργειακά συμφέροντα στο Βερολίνο. (Ο διευθύνων σύμβουλος της Nord Stream είναι ο Ματίας Βάρνιγκ, ένας πρώην αξιωματικός της Στάζι, ο οποίος φέρεται να έχει δουλέψει με τον Πούτιν στη Δρέσδη, αν και ο Βάρνιγκ το αρνείται).

Ένας άλλος υψηλού προφίλ πρώην πολιτικός με δεσμούς στη Ρωσία είναι ο πρώην πρωθυπουργός πρώην του Βρανδεμβούργου, Ματίας Πλάτσεκ, ο οποίος προεδρεύει του γερμανο-ρωσικού φόρουμ, μιας ομάδας άσκησης πίεσης, και ο οποίος το 2014 κάλεσε τη Δύση να αναγνωρίσει την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία. Και οι δύο είναι μέλη του δεύτερου μεγαλύτερου κόμματος της Γερμανίας, των Σοσιαλδημοκρατών (SPD). Επί του παρόντος, μέρος του "μεγάλου συνασπισμού" της Μέρκελ, το SPD θα διεκδικήσει την καγκελαρία το επόμενο έτος.

Όπως και μεγάλο μέρος του υπόλοιπου κόμματός του, ο αρχηγός του SPD Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, αναπληρωτής καγκελάριος και υπουργός οικονομίας, ευνοεί επίσης μια πολύ πιο φιλική προσέγγιση προς το Κρεμλίνο, και το κόμμα έχει ταχθεί υπέρ της χαλάρωσης των οικονομικών κυρώσεων στη Ρωσία, σε αντίθεση με τη Μέρκελ που θέλει να τις επεκτείνει.

Όπως και αλλού στην Ευρώπη, κόμματα κατά του κατεστημένου έχουν "ξεφυτρώσει" στη Γερμανία τα τελευταία χρόνια, και η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση διαβρώνεται, ενώ το άστρο της Μόσχας λάμπει περισσότερο. Το αντι-ισλαμικό κίνημα Pegida, για παράδειγμα, διατυμπανίζει τη Μόσχα ως εναλλακτική λύση για τους πόλους της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών.

"Σε αναπτυσσόμενους τομείς του γερμανικού πληθυσμού, οι άνθρωποι έχουν αυτή την αμυδρά θετική εικόνα για τους Ρώσους, ως λαό που αντιστέκεται στο πολιτικό ρεύμα, προς τις ΗΠΑ", δήλωσε ο Στέφαν Μάιστερ, του think tank Γερμανικό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων. Δεν είναι μόνο οι μυστικές εκστρατείες, όπως οι κυβερνοεπιθέσεις που αφορούν τους Γερμανους αξιωματούχους, λέει ο Μάιστερ, αλλά και οι εμφανείς προσπάθειες να επηρεάσουν τη δημόσια συζήτηση στη χώρα. "Όσον αφορά τις προσπάθειες της Ρωσίας να κατευθύνει την κοινή γνώμη στη Γερμανία, η επιρροή των ρωσικών ξένων μέσων μαζικής ενημέρωσης και η δραστηριότητά τους σε κοινωνικά δίκτυα έχει αυξηθεί - και είναι ζωτικής σημασίας".

Ευρύ φάσμα εργαλείων και μέσων

Η Ρωσία άρχισε την κλιμάκωση των προσπαθειών ενημέρωσης στην Ευρώπη, μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014, αναφέρει έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 2016, περιγράφοντας τους στόχος της Μόσχας "να νοθεύσει την αλήθεια, να υποκινήσει το φόβο, να προκαλέσει αμφιβολίες και να διχάσει την ΕΕ". Κατά την ίδια χρονική περίοδο, σύμφωνα με γερμανούς αξιωματούχους της ασφάλειας, υπάρχει έκτοτε μια αύξηση της ρωσικής χρηματοδότησης στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, επικρίνοντας την γερμανική κυβέρνηση. Το 2014, η χρηματοδοτούμενη από το ρωσικό κράτος ραδιοτηλεοπτική υπηρεσία του Russia Today ξεκίνησε μια γερμανόφωνη ιστοσελίδα και ένα κανάλι στο YouTube που ονομάζεται RT Deutsch. Το ρωσικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Rossiya Segodnya έχει επίσης λανσάρει την ειδησεογραφική ιστοσελίδα που ονομάζεται Sputnik, η οποία περιλαμβάνει και γερμανικά μεταξύ των 30 γλωσσών του.

Τόσο το RT όσο και το Sputnik είναι αναμφισβήτητα φιλο-ρωσικά και διακηρύττουν ότι παρέχουν αυτό που θεωρούν αντίβαρο προς τη Δυτική προπαγάνδα. Το Κρεμλίνο χρησιμοποιεί "ένα ευρύ φάσμα εργαλείων και μέσων", συμπεριλαμβανομένων των δεξαμενών σκέψης, τηλεοπτικών σταθμών, όπως το Russia Today, "υπηρεσίες ψευδο- ειδήσεων", υπηρεσίες πολυμέσων, όπως το Sputnik, καθώς και κοινωνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης και τρολ, αναφέρει η έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Η έκθεση υποστηρίζει, επίσης, ότι, εκτός από τη χρηματοδότηση των φιλο-ρωσικών μέσων ενημέρωσης, η Μόσχα εμπλέκεται στην σκόπιμη εξάπλωση "ψευδών ειδήσεων" στα σχολιαστικά τμήματα και αλλού στο διαδίκτυο.

Η υπόθεση της "Λίζα"

Η "Λίζα" ήταν το ψευδώνυμο ενός 13χρονου κοριτσιού, κόρης δύο Γερμανο-Ρώσων στο Βερολίνο, η οποία είπε ότι είχε απαχθεί για 30 ώρες και βιάστηκε από τους μετανάστες. Μετά την μετάδοση ρεπορτάζ από ρωσικά μέσα ενημέρωσης, τον Ιανουάριο, η Μόσχα κατηγόρησε το Βερολίνο ότι "κρύβει τα προβλήματα κάτω από το χαλί" και χιλιάδες άνθρωποι στη Γερμανία βγήκαν στους δρόμους, διαμαρτυρόμενοι για τη φερόμενη συγκάλυψη.

Ο Πεσκόφ, εκπρόσωπος του Πούτιν, αργότερα αρνήθηκε ότι το Κρεμλίνο είχε ζητήσει να χρησιμοποιήσει την υπόθεση βιασμού για να προκαλέσει εντάσεις γύρω από τη μετανάστευση στη Γερμανία. Αλλά από τη στιγμή που μια γερμανική αστυνομική έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η "Λίζα" είχε πει ψέματα και δεν υπήρχε βιασμός, η εμπιστοσύνη του λαού στα πολιτικά όργανα είχε ήδη καταστραφεί. Κατά τη διάσκεψη του Βερολίνου τον Ιούνιο, η Έμιλι Χάμπερ, μία από τους υψηλότερα ιστάμενους δημοσίους υπαλλήλους στο υπουργείο Εσωτερικών, χαρακτήρισε την υπόθεση της "Λίζα" μια "αποτελεσματική" εκστρατεία πόλωσης των Γερμανών, αποδεικνύοντας όπως είπε, ότι "τα όρια του τι μπορεί να κάνει το κράτος κατά της παραπληροφόρησης".

politico.eu