Τουρκία: Ο δρόμος προς την δικτατορία και η ευθύνη της Δύσης
06/11/2016 16:07
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τουρκία: Ο δρόμος προς την δικτατορία και η ευθύνη της Δύσης

Οι πρόσφατες συλλήψεις των ηγετών και βουλευτών του HDP είναι ένα ακόμα επικίνδυνο επεισόδιο στο δρόμο της Τουρκίας προς την απόλυτη δικτατορία, σχολιάζει ο Μεχμέτ Ουγκούρ, καθηγητής Οικονομικών και Θεσμών στο Πανεπιστήμιο του Γκρίνουιτς.

Ας σταματήσουμε να προσποιούμαστε: η Τουρκία είναι υπό ένα δικτατορικό καθεστώς που θεσπίζεται βήμα προς βήμα υπό το βλέμμα, και με την σιωπηρή υποστήριξη των δυτικών κυβερνήσεων και θεσμικών οργάνων. Οι κουρδικές και δημοκρατικές δυνάμεις στο εσωτερικό της χώρας πληρώνουν βαρύ τίμημα, όχι μόνο λόγω της βιαιότητας της άρχουσας ελίτ του ΑΚΡ που καθοδηγείται από ένα μίγμα νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών και πολιτικού Ισλάμ, αλλά και της αποτυχίας των δυτικών κυβερνήσεων και των θεσμών να ερμηνεύσουν σωστά την κατάσταση και να αναπτύξουν μια ηθική απάντηση. Η αποτυχία της σημερινής Δύσης είναι παρόμοια με τον κατευνασμό του Χίτλερ στην δεκαετία του 1930.

Αυτή τη στιγμή, τουλάχιστον 11 βουλευτές από το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP), ανάμεσά τους και οι ηγέτες του, Σελαχατίν Ντεμιρτάς και Φιγκέν Γιουκεσντάγκ, έχουν συλληφθεί, ενώ έγινε επιδρομή της αστυνομίας στην έδρα του κόμματος. Αυτές οι θηριωδίες ακολουθήθηκαν από μακροχρόνιες διακοπές του διαδικτύου στην κουρδική περιοχή. Αυτή είναι μια μεγάλης κλίμακας συλλογική τιμωρία, με σκοπό την εξάπλωση του φόβου στον πληθυσμό γενικότερα. Κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί πώς ένα μέλος του ΝΑΤΟ και υποψήφια χώρα της ΕΕ μπορεί να διαταράξει τις επικοινωνίες, τις επιχειρηματικές συναλλαγές και τις δημόσιες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για την υγεία, χωρίς καμία πρόκληση από τις δυτικές κυβερνήσεις.

Η πορεία του ΑΚΡ στον αυταρχισμό

Το τουρκικό πολυκομματικό σύστημα υπήρξε το προσωπείο ενός ουσιαστικά κρατοκεντρικού και αυταρχικού καθεστώς από το 1947. Το καθεστώς πάντα βρισκόταν μεταξύ βουλευτικών εκλογών και στρατιωτικών πραξικοπημάτων. Η εκλογική νίκη του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) το 2002 παρουσιάστηκε ως μια σημαντική ανακάλυψη. Ωστόσο, το ΑΚΡ έγινε σύντομα ο αρχιτέκτονας ενός σωρευτικού αυταρχισμού και πρόσφατα λειτούργησε ως ο δημιουργός ενός κακότεχνου πραξικοπήματος. Αυτή η πορεία έχει υποστηριχθεί από την ισλαμο-καλβινιστική πίστη στην οικονομία της αγοράς που αντηχεί νεοφιλελεύθερα οικονομικά δόγματα. Απαιτεί προσήλωση σε μία ισλαμική πολιτική τάξη, στην οποία οι εκλογές είναι μέσα για να εδραιώσουν τη θέση τους όσοι βρίσκονται στην εξουσία και όχι μέσα για να λογοδοτούν και για να διασφαλιστούν τα δικαιώματα των μειονοτήτων.

Πράγματι, η μετάβαση στο σημερινό δικτατορικό καθεστώς ξεκίνησε το 2005, αμέσως αφού η ελίτ του ΑΚΡ αισθάνθηκε αρκετά βέβαιη ότι υπήρχε επαρκής στήριξη στην αντίληψη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν περί δημοκρατίας, ως ένα τρένο από το οποίο μπορείς να αποβιβαστείς μόλις φτάσεις στο σωστό σταθμό. Τον Μάρτιο του 2005, λιγότερο από έξι μήνες μετά από μια τοπική εκλογική νίκη, ο Ερντογάν χαρακτήρισε τους διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν για την αστυνομική βία κατά των γυναικών στην Κωνσταντινούπολη ως "ευρω-πληροφοριοδότες" -δηλαδή, προδότες οι οποίοι πιστεύουν σε ξένες δυνάμεις και όχι στο τουρκικό κράτος. Η δήλωση αυτή εγκαινίασε μια δεκαετή διαδικασία αυταρχικής εδραίωσης, κατά την οποία κάθε πολιτική διαφωνία εξισώθηκε με προδοσία και συνωμοσία.

Το πρώτο θύμα αυτής της διαδικασίας ενοποίησης ήταν τα θεσμικά όργανα της χρηστής διακυβέρνησης. Μεταξύ 2005 και 2015, η Τουρκία παρέμεινε στον πάτο του 50% στους Δείκτες Διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας. Η ποιότητα της διακυβέρνησης έπεσε από τον πάτο του 48% προς τα κάτω, στο 35%, σε σχέση με τη λογοδοσία -και στον πάτο του 28% έως 10% σε σχέση με την πολιτική σταθερότητα. Η κατάταξη, όσον αφορά το κράτος δικαίου παραμένει στάσιμη γύρω στο 57% και τελικά έπεσε σε περίπου 50% μέχρι το 2016. Τα μεγάλης κλίμακας σκάνδαλα διαφθοράς στα οποία εμπλέκονται οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι και οι πολιτικοί εκφραστές τους έχουν καλυφθεί και όσοι τα εξέθεσαν σώπασαν.

Η ελευθερία του Τύπου περιορίζεται χρόνο με το χρόνο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Freedom House, η Τουρκία ήταν "εν μέρει ελεύθερη" σε σχέση με την ελευθερία του Τύπου το 2005. Το 2015, έγινε "μη ελεύθερη". Το 2016, το νομικό και πολιτικό περιβάλλον της ελευθερίας του Τύπου στην Τουρκία ήταν από τις χειρότερα 10-15% του κόσμου.

Η Τουρκία ποτέ δεν ήταν γνωστή για την ακαδημαϊκή ελευθερία. Η κρατική κηδεμονία στο σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κατοχυρώνεται τόσο στο Σύνταγμα όσο και στον Νόμο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Οι ακαδημαϊκοί πάντα ήταν αναγκασμένοι να συμβιβάζονται με την γραμμή της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια διαδοχικών κυβερνήσεων του ΑΚΡ και όσοι υπέγραψαν μια επιστολή ζητώντας την ειρήνη και τη διεθνή παρακολούθηση της κρατικής βίας στις κουρδικές πόλεις και κωμοπόλεις διώχθηκαν από τα τέλη του 2015.

Μετά το κακότεχνο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016, δεκάδες χιλιάδες ακαδημαϊκοί και εκπαιδευτικοί έχουν απολυθεί και ο πρόεδρος πήρε την εξουσία να επιλέγει όλους τους πρυτάνεις στα δημόσια πανεπιστήμια, οδηγώντας σε μια άνευ προηγουμένου ατμόσφαιρα φόβου στο σύστημα. Σύμφωνα με τους μελετητές στην έκθεση κινδύνου του 2016, οι ενέργειες της τουρκικής κυβέρνησης "έβλαψαν τη φήμη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της Τουρκίας, ως αξιόπιστου εταίρου για ερευνητικά έργα, τη διδασκαλία και τη μελέτη των ανταλλαγών, καθώς και διεθνή συνέδρια και συναντήσεις".

Παρά την πολιτική πίεση από το εσωτερικό, καθώς και συστάσεις από διεθνείς δικηγόρους ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το 2005, οι διαδοχικές κυβερνήσεις του ΑΚΡ απέφυγαν ουσιαστικές διαπραγματεύσεις για την ειρήνη με τους Κούρδους. Τελικά η κυβέρνηση αποχώρησε από την "ειρηνευτική διαδικασία" που είχε κακοσχεδιάσει λίγο μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2015. Πράγματι, μεταξύ του Ιουνίου και του δεύτερου γύρου των εκλογών τον Νοέμβριο του 2015, η κυβέρνηση του AKP χρησιμοποίησε κρατικά ενορχηστρωμένη βία για να φιμώσει το HDP. Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου, το ΑΚΡ εξαπέλυσε μια πρωτοφανή στρατιωτική επίθεση κατά των Κούρδων, καταστρέφοντας πόλεις, σκοτώνοντας αθώους πολίτες και προκαλώντας ένα τεράστιο κύμα εσωτερικής εκτόπισης. Η παράνομη και δυσανάλογη χρήση της κρατικής βίας έχει τεκμηριωθεί σε μια έκθεση της Human Rights Watch και αναγνωρίζεται από το τον ευρωπαίο Επίτροπο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

Πιο πρόσφατα, η κυβέρνηση του AKP συνέλαβε και κρατά τους συν-δημάρχους της Ντιγιαρμπακίρ, της μεγαλύτερης κουρδικής πόλης, με το σκεπτικό ότι είναι μέλη μιας τρομοκρατικής οργάνωσης. Οι αποδείξεις εναντίον τους αποτελούνται από ομιλίες που έκαναν υπέρ της δημοκρατικής τοπικής αυτονομίας και της παροχής υπηρεσιών του Δήμου για την ταφή μαχητών του ΡΚΚ που σκοτώθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας. Αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι οι υπηρεσίες ταφής είναι μεταξύ των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων των δήμων σε όλη την Τουρκία. Οι συν-δήμαρχοι κρατούνται στην φυλακή υψίστης ασφαλείας στην Καντίρα, στην επαρχία Ιζμίτ - πάνω από 800 μίλια μακριά από την Ντιγιαρμπακίρ!

Εκτός από τα μέσα ενημέρωσης που έκλεισαν κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων εβδομάδων του Οκτωβρίου, η κυβέρνηση του AKP έχει διατάξει την επιδρομή στην εφημερίδα της αντιπολίτευσης "Τζουμχουριέτ" και στα σπίτια των δημοσιογράφων, συντακτών και διαχειριστών της. Επί του παρόντος, 15 δημοσιογράφοι και κορυφαία στελέχη της εφημερίδας βρίσκονται υπό αστυνομική κράτηση χωρίς πρόσβαση σε δικηγόρους.

Η σαρωτική καταστολή μετά το κακότεχνο πραξικόπημα υλοποιείται μέσω διαταγμάτων υπό την κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Παρά το γεγονός ότι το άρθρο 15 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου προβλέπει παρεκκλίσεις από τη Σύμβαση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων παραμένει η απόλυτη εξουσία για να καθορίσει εάν τα μέτρα που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της κατάστασης έκτακτης ανάγκης είναι σύμφωνα με τη σύμβαση. Η τελευταία ορίζει σαφώς ότι οι παρεκκλίσεις είναι απολύτως αναγκαίες και αναλογικές. Ακόμη και κατά την έναρξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, ο Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα δήλωσε ότι το πρώτο διάταγμα έθεσε πολύ σοβαρά προβλήματα συμβατότητας με την Σύμβαση και τις αρχές του κράτους δικαίου, ακόμη και αφού ελήφθη υπόψη η παρέκκλιση της κατάστασης.

Από τότε, το πεδίο εφαρμογής, η μέθοδος και η αυθαιρεσία των δύο κυβερνητικών δράσεων και της κατάστασης των διαταγμάτων έκτακτης ανάγκης έχουν επιδεινωθεί, πέρα από οτιδήποτε έχουν κάνει στο παρελθόν τουρκικές κυβερνήσεις. Αυτή η κρατική τρομοκρατία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση παρεκκλίσεων από τη Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στο πλαίσιο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Στη Γαλλία επίσης έχει επιβληθεί μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αλλά οι αναγκαίοι έλεγχοι και ισορροπίες έχουν τεθεί σε εφαρμογή από τη δικαστική εξουσία, το γαλλικό Κοινοβούλιο, το Εθνικό Ίδρυμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τον Συνήγορο του Πολίτη. Επιπλέον, τα μέτρα που έλαβε η γαλλική κυβέρνηση είχαν πολύ πιο περιορισμένο πεδίο εφαρμογής σε σύγκριση με εκείνα στην Τουρκία. Στην τελευταία, το Κοινοβούλιο είναι εντελώς δυσλειτουργικό και η δικαστική εξουσία βρίσκεται υπό τον πλήρη έλεγχο της κυβέρνησης, η οποία είχε ήδη θεσπίσει νομοθεσία που εξασφαλίζει την ασυλία των δυνάμεων ασφαλείας για τις πράξεις τους στη βίαιη καταστολή εναντίον των Κούρδων.

Συνολικά, το σημερινό καθεστώς στην Τουρκία φέρει τα χαρακτηριστικά ενός δικτατορικού καθεστώτος. Ο Ερντογάν και η ελίτ του ΑΚΡ, μαζί με το στρατό, χτίζουν άμυνες που θα κάνουν το καθεστώς εντελώς ασύδοτο και ίσως μη αναστρέψιμο. Μια τέτοια άμυνα είναι η δόση ενός μαζικού πολιτικού πολιτισμού στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα τζαμιά, τις γειτονιές, τα πανεπιστήμια, κ.λ.π. Αυτή η νοοτροπία του όχλου αποτελείται από τα εξής χαρακτηριστικά: (1) τη δαιμονοποίηση και την ποινικοποίηση όλων των πολιτικών αντιπάλων, (2) την κρατοκεντρική ενθάρρυνση του πολιτικού λιντσαρίσματος με διάφορα μέσα, συμπεριλαμβανομένων των συλλήψεων, των επιδρομών στον κυβερνοχώρο και στα εχθρικά μέσα ενημέρωσης, το εθνοτικό και θρησκευτικό μίσος εναντίον Κούρδων, Αλεβιτών και άλλων μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της κοινότητας ομοφυλόφιλων (3) το αίτημα για την επανεισαγωγή της θανατικής ποινής, στο οποίο ο Ερντογάν έχει δηλώσει την υποστήριξή του αρκετές φορές μετά το κακότεχνο πραξικόπημα και (4) τις θεωρίες συνωμοσίας που παρουσιάζουν τη δύση ως εχθρό της Τουρκίας.

Το άλλο επίπεδο της άμυνας είναι η μετάβαση σε ένα "ενιαίο προεδρικό σύστημα", στο οποίο ο πρόεδρος θα διορίζει το δικαστικό σώμα, τους πρυτάνεις των πανεπιστημίων και θα έχει τον έλεγχο του μηχανισμού ασφαλείας. Αυτό είναι πολύ πιθανό να εγκριθεί σύντομα, με την υποστήριξη των βουλευτών του ΑΚΡ και του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (MHP).

Η κατάρρευση του μονοπολικού παγκόσμιου συστήματος ως επεξηγηματικός παράγοντας

Δεδομένου ότι τα παραπάνω στοιχεία ήταν γνωστά, είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι οι δυτικές κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα έχουν επίσης επίγνωση της στροφής της Τουρκίας στη δικτατορία. Αυτό θέτει δύο ερωτήματα: (α) γιατί η αντίδρασή τους ήταν υποτονική; και (β) ήταν σε θέση να ανταποκριθούν με διαφορετικό τρόπο; Η απάντηση και στις δύο ερωτήσεις έγκειται στην κρίση του μονοπολικού παγκόσμιου συστήματος που οι Ηνωμένες Πολιτείες, με την Ευρώπη να ακολουθεί, έχουν προσπαθήσει να δημιουργήσουν μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Με την εξαίρεση της μεταβατικής δεκαετίας του 1990, οι ΗΠΑ απέτυχαν εντελώς να καθιερωθούν ως μια μονοπωλιακή δύναμη. Από την άλλη πλευρά, οι ευρωπαίοι πολιτικοί έπρεπε να ακολουθήσουν αυτή τη γραμμή χωρίς αισθητά οφέλη, με εξαίρεση την ψευδή αίσθηση εξουσίας στο Ηνωμένο Βασίλειο που τελικά οδήγησε στο Brexit. Αυτό το θλιβερό αποτέλεσμα έχει συνδεθεί με το ανθρώπινο κόστος και την οικονομική καταστροφή στο Ιράκ, τη Λιβύη και τη Συρία και με συνεχή αντίληψη της ανασφάλειας παρά την επέκταση του ΝΑΤΟ ανατολικά.

Η αποτυχία οφείλεται σε τρεις παράγοντες: (1) την άνοδο της Κίνας και της Ρωσίας ως σοβαροί υποψήφιοι για το καθεστώς της παγκόσμιας εξουσίας, (2) το υψηλό τίμημα που περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, η Ινδία, κλπ έχουν ζητήσει για το ρόλο τους ως υπεργολάβοι του έργου και (3) την άνοδο των διακρατικών ισλαμικών τρομοκρατικών ομάδων που γεννήθηκαν από τις στάχτες της καταστροφής που προκλήθηκαν από τις δυτικές παρεμβάσεις με στόχο την αλλαγή του καθεστώτος. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων έχει οδηγήσει σε δύο αποτελέσματα. Κατ 'αρχάς, το σχέδιο του μονοπολικού παγκόσμιου συστήματος έχει αποδειχθεί το συντομότερο πείραμα στην παγκόσμια πολιτική σκηνή. Δεύτερον, η σημερινή αβεβαιότητα σχετικά με το πώς να προχωρήσουμε σε ένα πολυπολικό σύστημα έχει συνδεθεί με το κόστος, το οποίο αναμένεται να είναι ακόμα μεγαλύτερο, εκτός εάν οι ψηφοφόροι αμφισβητήσουν τα πολιτικά δόγματα που επικρατούν στη Δύση.

Από την άποψη αυτή, η σιωπή της Δύσης κατά του σωρευτικού αυταρχισμού στην Τουρκία δεν μπορεί να εξηγηθεί από το φόβο για τους πρόσφυγες της Συρίας ή ως τίμημα για τη διασφάλιση του αγώνα της Τουρκίας κατά του ISIS. Αυτά είναι απλά εκφάνσεις μιας βαθύτερης δυσφορίας - δηλαδή, της εμμονής στην ιδέα ενός μονοπολικού συστήματος - η οποία έχει βασιστεί σε δύο πλάνες: (α) στην πίστη στην υπεροχή των δυτικών οικονομικών συστημάτων και συστημάτων ασφάλειας και (β) στην πίστη στην ικανότητα της Δύσης να επιλέγει τους συμμάχους της από μια δεξαμενή δευτεροβάθμιων παραγόντων, όπως η Τουρκία, για την επίτευξη των περιφερειακών στόχων.

Σήμερα και οι δύο αυτές πεποιθήσεις έχουν αποδειχτεί αβάσιμες: το δυτικό οικονομικό σύστημα έχει παραδώσει υψηλά επίπεδα εισοδήματος στο εσωτερικό των χωρών και ανισότητα πλούτου, καθώς και αυξημένη ευθραυστότητα. Το σύστημα ασφαλείας από την άλλη πλευρά έχει ωφελήσει μόνο την τροφοδοσία της βιομηχανίας όπλων για αυξημένη "όρεξη" για στρατιωτικές δαπάνες, χωρίς μείωση των αντιλαμβανομένων κινδύνων ασφάλειας. Συνολικά, η επένδυση στο έργο του μονοπολικού παγκόσμιου συστήματος ήταν πραγματικά καταστροφική για το δυτικό λαό, που χρηματοδότησε το έργο, είτε μέσω των χαμηλών μισθών για την πλειοψηφία, είτε μέσω της αύξησης των φορολογικών επιβαρύνσεων στα μεσαία εισοδήματα.

Η ανικανότητα των δυτικών κυβερνήσεων να αντιδράσουν αποτελεσματικά στον σωρευτικό αυταρχισμό στην Τουρκία μπορεί και πρέπει να ερμηνευτεί υπό αυτή την υποκείμενη ανωμαλία. Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη δεν είχαν επιρροή στην Τουρκία, επειδή αυτή (όπως και άλλες αναδυόμενες περιφερειακές δυνάμεις) ήταν πρόθυμη να στηρίξει τις φιλοδοξίες για ένα μονοπολικό σύστημα μόνο αν έπαιρνε σε αντάλλαγμα την αύξηση της επιρροής της στη Μέση Ανατολή. Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη έχουν συμφωνήσει σε αυτό και το "μαγείρεψαν" κρυφά μαζί, ενσωματώνοντας "ειδικούς" από τον ακαδημαϊκό χώρο και πέρα από αυτόν.

Μέρος της συμφωνίας ήταν να παρουσιάσουν την Τουρκία ως πρότυπο για τη Μέση Ανατολή, παρά τις αυξανόμενες αποδείξεις αυταρχισμού και θεσμικής υποβάθμισης. Όταν το επιχείρημα "πρότυπο" έχασε την αξιοπιστία του μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, η Δύση άρχισε να μετρά την "αξία" της Τουρκίας με ένα νέο νόμισμα: τη σταθερότητα του καθεστώτος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τόσο ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης, Θόρμπγιορν Τζάγκλαντ, και ο απόμαχος Ανώτατος Συμμαχικός Διοικητής του ΝΑΤΟ, Τζέιμς Σταυρίδης, έκαναν έκκληση για ισχυρότερη δυτική υποστήριξη στην τουρκική κυβέρνηση -δίνοντας λίγη ή καθόλου προσοχή στον κίνδυνο των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο πλαίσιο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Αυτός ήταν ένας αηδιαστικός δείκτης του βαθμού στον οποίο το "macht" (η ισχύς) έχει ξεπεράσει το "recht" (το δικαίωμα στην ελευθερία) στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της Δύσης.

Έχοντας γνώση της κατάστασης, η τουρκική κυβέρνηση: (α) αύξησε την σεκταριστική και παρεμβατική εξωτερική πολιτική της στη Συρία και στο Ιράκ, (β) συνεργάστηκε και παρέδωσε όπλα σε τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η Αλ-Νούσρα, ενώ έκανε τα στραβά μάτια στις δραστηριότητες του ISIS εντός και εκτός των συνόρων της, (γ) υιοθέτησε μια εχθρική προσέγγιση στο κουρδικό πολιτικό κίνημα στην Τουρκία και στη Συρία και (δ) κατέστειλε όλες τις πιθανές πηγές της εγχώριας διαφωνίας. Με τον τρόπο αυτό, η ελίτ του ΑΚΡ απολάμβανε ένα μείγμα σιωπηρής και ρητής υποστήριξης από τις δυτικές κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα, οι οποίοι σίγασαν την υποτονική κριτική που ακολούθησε την σταθερή επιβεβαίωση της στρατηγικής σημασίας της Τουρκίας ως συμμάχου.

Η πολιτική κατευνασμού, ωστόσο, απέτυχε. Η Τουρκία είναι πλέον μια υποχρέωση και όχι ένα πλεονέκτημα για την ασφάλεια της Δύσης. Οι ενέργειές της στο Ιράκ και στη Συρία έχουν προχωρήσει πέρα από την υποστήριξη ή την συνενοχή με τρομοκρατικές ομάδες και άρχισαν να σηματοδοτούν αλυτρωτικές φιλοδοξίες που περιπλέκουν τους στόχους της Δύσης στην περιοχή. Η Τουρκία παίζει επίσης το ρωσικό χαρτί για να πιέσει τις ΗΠΑ και τους ευρωπαϊκούς φορείς χάραξης πολιτικής να στηρίξουν τη φιλοδοξία της να καταστρέψει την αναδυόμενη κουρδική πραγματικότητα στην Τουρκία και πιο πέρα. Το επόμενο στάδιο μπορεί να είναι μια κατάσταση κατά την οποία η Τουρκία θα έχει "αναβαθμιστεί" από εμπόδιο σε απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια - κυρίως λόγω των υψηλότερων επιπέδων πολιτικής αστάθειας υπό ένα δικτατορικό καθεστώς.

Είναι καιρός οι δυτικές κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα να ομολογήσουν στο λαό τους και να παραδεχτούν ότι η πολιτική κατευνασμού της Τουρκίας σε αντάλλαγμα για την υποστήριξή της στην ιδέα του παγκόσμιου μονοπολικού συστήματος έχει καταρρεύσει. Είναι επίσης καιρός να παραδεχτούμε ότι η Δύση έχει χάσει το ηθικό επιχείρημα κατά της Ρωσίας. Δεν χρειάζεται να υποστηρίξει κάποιος μια καλοήθη αντίληψη του ρωσικού καθεστώτος για να δει ότι η Ρωσία υποστηρίζει τη συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο όσον αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Επίσης, είναι η Ρωσία που συνηγορεί υπέρ μονομερών παρεμβάσεων που στοχεύουν στην αλλαγή του καθεστώτος, οι συνέπειες των οποίων: (α) έχουν δημιουργήσει πληθώρα διεθνικών δικτύων τρομοκρατών, (β) απώλειες ζωών και οικονομική καταστροφή στις πληγείσες χώρες και (γ) την επιβολή των προϋπολογισμών πολέμου στο δυτικό λαό, που θεωρεί ότι οι ανασφάλειες έχουν αυξηθεί. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο και λογικό οι Δυτικοί ψηφοφόροι να σταματήσουν τη νομιμοποίηση και τη χρηματοδότηση της πλάνης ενός παγκόσμιου μονοπολικού συστήματος, οι οποίες έχουν οδηγήσει μόνο σε υψηλότερα επίπεδα οικονομικής και υπαρξιακής ανασφάλειας. Αντ' αυτού, θα πρέπει να αναγκάσουν τις κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα να συμμετάσχουν σε έναν πραγματικό διάλογο, εγχώριο και διεθνή, για το πώς να προχωρήσουμε σε ένα πολυπολικό παγκόσμιο σύστημα στο οποίο οι άνθρωποι - και όχι τα ξένα κράτη με τα δικά τους συμφέροντα και τις ατζέντες- θα έχουν την εξουσία να αντισταθμίσουν τις αυταρχικές τάσεις και τις πρακτικές στο εσωτερικό των χωρών τους.

Το νέο καθεστώς απαιτεί αυστηρότερους κανόνες κατά μονομερών επεμβάσεων, μια ισχυρότερη εντολή στον ΟΗΕ και ένα πιο αποτελεσματικό καθεστώς για τα ανθρώπινα δικαιώματα που δεν θα είναι κούφιο από τις περιφερειακές/πολιτιστικές ιδιαιτερότητες. Με λίγα λόγια, χρειαζόμαστε μια μεταμόρφωση παρόμοια σε μέγεθος με τη μεταπολεμική εμπειρία της διεθνούς θεσμικής ανάπτυξης. Πρέπει να πιέσουμε για αυτή την αναγνώριση, και όχι μόνο να δείξουμε την αλληλεγγύη μας στους μαχητές εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος στην Τουρκία, αλλά και να αυξήσουμε την πιθανότητα ενός δημοκρατικού, κοσμικού συστήματος ισότητας και δικαιοσύνης στην Τουρκία και αλλού.

opendemocracy.net