Το κύμα που θα μπορούσε να οδηγήσει στην επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ
20/06/2019 13:00
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Το κύμα που θα μπορούσε να οδηγήσει στην επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ

Tου Matthew Continetti*

Οι πολιτικοί επαγγελματίες είναι τόσο επικεντρωμένοι στις λεπτομέρειες των εκλογών του 2020, που τους διαφεύγουν οι μεγαλύτερες τάσεις οι οποίες ευνοούν την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Εξετάζουν τις εθνικές και πολιτειακές δημοσκοπήσεις, ενώ θα έπρεπε να δουν τον πρόεδρο σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Τραμπ θα χάσει από πολλούς υποψήφιους των Δημοκρατικών. Όμως δημοσκοπήσεις που γίνονται έναν χρόνο πριν από την ημέρα των εκλογών είναι άχρηστες. Επιπλέον, ο Τραμπ επωφελείται τόσο από το γεγονός ότι έχει πίσω του μια θητεία όσο και από τη συνεχιζόμενη οικονομική ανάκαμψη της χώρας.

Μόνο δύο από τους εννιά προέδρους που έχουν διεκδικήσει την επανεκλογή τους μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχουν χάσει. Η προεδρία του Τζίμι Κάρτερ επλήγη από λάθη στην εξωτερική πολιτική και έναν στασιμοπληθωρισμό. Τίποτα από αυτά δεν ισχύει σήμερα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν εμπλακεί σε κάποιον μεγάλο πόλεμο. Και η οικονομική ανάκαμψη που ξεκίνησε στα μέσα του 2009 συνεχίστηκε επί Τραμπ, με την ανεργία στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας 50ετίας. Η οικονομική ανάπτυξη έφτασε πέρυσι το 3%.

Οι συνθήκες μπορεί φυσικά να αλλάξουν. Η κλιμάκωση της έντασης με το Ιράν και τα ανάμικτα σημάδια από την αγορά ομολόγων μάς υπενθυμίζουν ότι το πολιτικό μας μέλλον δεν αποτελεί μια ευθεία προβολή του παρόντος. Ο Τραμπ όμως δεν θέλει περιπέτειες στο εξωτερικό και η επιβράδυνση της οικονομίας δεν είναι το ίδιο με την ύφεση. Η ειρήνη και η ευημερία αυξάνουν τις πιθανότητες του Τραμπ για μια δεύτερη θητεία.

Στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγεί και η συνεχιζόμενη εξέγερση εναντίον των ελίτ. Ένα από τα πολλά παράδοξα αυτής της προεδρίας είναι ότι μια καθαρά αμερικανική προσωπικότητα όπως ο Τραμπ είναι μέρος ενός παγκόσμιου φαινομένου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Τραμπ ήταν ένας από τους πρώτους προάγγελους μιας στροφής κατά των ελίτ που αναστάτωσε την πολιτική από το Λονδίνο ως τη Μελβούρνη. Τα θέματα που τροφοδότησαν αυτή την εξέγερση δεν έχουν εξαφανιστεί. Και το πιθανότερο είναι ότι δεν θα εξαφανιστεί ούτε ο Τραμπ.

Το Brexit, οι αμερικανικές εκλογές του 2016, η κατάρρευση της κεντροαριστεράς στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία, οι διαδηλώσεις των Κίτρινων Γιλέκων, οι απώλειες των κεντρώων κομμάτων στις πρόσφατες ευρωεκλογές και η πολιτική αναταραχή στην Αυστραλία έχουν χαρακτηριστεί παραδείγματα «λαϊκισμού» ή «εθνικισμού» και αντιδράσεις στην «παγκοσμιοποίηση». Αυτοί οι βαρύγδουποι όροι όμως συγκαλύπτουν το ίδιο πολλά μ’ εκείνα που αποκαλύπτουν. Και μερικές φορές χρησιμοποιούνται για να κακοχαρακτηρίζουν πολιτικές δραστηριότητες με τις οποίες ένας αναλυτής διαφωνεί.

Είναι πάντα καλό να είναι κανείς πιο συγκεκριμένος. Πϊσω από την άνοδο πολιτικών όπως ο Τραμπ βρίσκονται τα θέματα της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης, της τρομοκρατίας και της επιβολής φόρου άνθρακα και άλλων μέτρων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Η ανικανότητα ή η έλλειψη ενδιαφέροντος των ελίτ για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων - ή ακόμη και για τον χαρακτηρισμό τους ως προβλημάτων - δημιουργεί μια κρίση αντιπροσώπευσης όπου πολλοί ψηφοφόροι αναζητούν εναλλακτικές λύσεις που δεν μπορούν να βρουν μέσα στις παραδοσιακές πολιτικές δομές.

Η αναταραχή που προκλήθηκε από την άφιξη ασυνόδευτων παιδιών στα νότια σύνορα της Αμερικής το 2014 αποτέλεσε ένα πρώτο μήνυμα. Η επέκταση του προγράμματος DACA, βάσει του οποίου χορηγούνταν άδειες παραμονής και εργασίας στα παιδιά αυτά, πόλωσε ακόμη περισσότερο το ρεπουμπλικανικό εκλογικό σώμα. Το επόμενο καλοκαίρι, ο Τραμπ εγκαινίασε την προεδρική του υποψηφιότητα με μια εμπρηστική επίθεση εναντίον της παράτυπης μετανάστευσης. Την ίδια στιγμή, η Αγγελα Μέρκελ ανακοίνωνε «Μπορούμε να το κάνουμε!» Η ικανότητα των εκλογέων να απορροφήσουν έναν μεγάλο αριθμό μεταναστών θα δοκιμαζόταν στην κάλπη. Και η απάντηση δεν ήταν αυτή που είχαν οι πολιτικοί στο μυαλό τους.

Οι επιθέσεις στο θέατρο Μπατακλάν του Παρισιού, τον Νοέμβριο του 2015, σε ένα κέντρο υγείας στο Σαν Μπερναρντίνο της Καλιφόρνια δύο εβδομάδες αργότερα και στο νυχτερινό κέντρο Pulse της Φλόριντα τον Ιούνιο του 2016 ενέτειναν τους φόβους της τρομοκρατίας. Οι ελίτ υποβάθμισαν την ιδεολογία των δραστών φοβούμενες ένα αντιμουσουλμανικό ξέσπασμα και δέχθηκαν κατηγορίες για πολιτική ορθότητα. Αλλά ο Τραμπ ζήτησε να απαγορευτεί η είσοδος Μουσουλμάνων στις ΗΠΑ. Και οι ρεπουμπλικανοί ψηφοφόροι τον υποστήριξαν.

Οι προσπάθειες να καταπολεμηθεί η κλιματική αλλαγή με έλεγχο και διεθνείς συνθήκες προκάλεσαν μια ανάλογη αντίδραση κατά των ελίτ. Ενώ ο πρόεδρος Ομπάμα επιδιώξει να περιορίσει τη βιομηχανία άνθρακα, ο υποψήφιος Τραμπ υποσχέθηκε να ξαναδώσει δουλειά στους ανθρακωρύχους. Τα Κίτρινα Γιλέκα ξεχύθηκαν στους δρόμους του Παρισιού μετά τις ανακοινώσεις Μακρόν για φόρο επί του άνθρακα. Ο αυστραλός πρωθυπουργός Σκοτ Μόρισον, που επανεξελέγη απροσδόκητα τον περασμένο μήνα, κράδαινε ένα κομμάτι κάρβουνο το 2017 στο κοινοβούλιο κι έλεγε «Μη φοβάστε».

Το κοινό στοιχείο όλων αυτών των θεμάτων είναι ότι οι ελίτ προσπαθούν να αποφύγουν το κόστος της πολιτικής που επιβάλλουν στους άλλους. Σε αυτή την ιδέα βάσισε και ο Τραμπ την εκστρατεία του.

(*) Ο Μάθιου Κοντινέτι είναι αρχισυντάκτης του Washington Free Beacon

Πηγή: The New York Times, ΑΠΕ-ΜΠΕ