Που βαδίζουν οι σχέσεις ΗΠΑ - Ρωσίας
09/04/2017 09:00
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Που βαδίζουν οι σχέσεις ΗΠΑ - Ρωσίας

Πριν ακόμα ο Πρόεδρος Τραμπ διατάξει επίθεση με πυραύλους κρουζ εναντίον του κορυφαίου συμμάχου της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή, η Μόσχα είχε λόγους να πιστεύει ότι η προεκλογική του υπόσχεση για μια νέα εποχή στις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας ξεθωριάζει. Οι έρευνες για τη ρωσική παρέμβαση στις εκλογές, η παραίτηση ενός κορυφαίου συμβούλου του Λευκού Οίκου που το Κρεμλίνο θεωρούσε φίλο (του Μάικλ Φλιν), οι ενστάσεις της κυβέρνησης για την Ουκρανία και μια όλο και πιο σκληρή γραμμή εναντίον του Ιράν - για να μην αναφέρουμε την αποτυχία του Τραμπ να πετύχει κάτι με τον Πρόεδρο Πούτιν μετά από ένα επιπόλαιο τηλεφώνημα μετά την ορκωμοσία - όλα θεωρήθηκαν ως αποθαρρυντικά σημάδια.

Ο πρωθυπουργός Ντμίτρι Μεντβέντεφ δήλωσε στην σελίδα του στο Facebook ότι οι αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ αυτή την εβδομάδα εναντίον της Συρίας έφερναν τις δύο χώρες "στο χείλος της μάχης". Για τους αισιόδοξους, υπήρχαν κάποιες μικρές ενδείξεις ότι καμία πλευρά δεν είναι ακόμα πρόθυμη να εγκαταλείψει τη δυνατότητα ενδεχόμενης προσέγγισης.

Αν και ανώτεροι αξιωματούχοι της κυβέρνησης έχουν επιπλήξει τη Ρωσία για την απροθυμία ή την αδυναμία της να ελέγξει τον Πρόεδρο της Συρίας Μπασάρ αλ-Άσαντ, και κάποιοι υπονόησαν την Παρασκευή ότι η Ρωσία μπορεί να είχε εμπλακεί στη θανατηφόρα χημικά επίθεση, ο Τραμπ ποτέ δεν ανέφερε τη Ρωσία στην ανακοίνωση της επίθεσης των ΗΠΑ κατά τους συριακού αεροδρομίου. Η επίσκεψη του υπουργού Ρεξ Τίλερσον στη Μόσχα την επόμενη εβδομάδα φαίνεται πως ακόμα ισχύει.

Το Κρεμλίνο κατήγγειλε αυτό που χαρακτήρισε μια επικίνδυνη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και ανέφερε ότι αναστέλλει τη συμφωνία του 2015 ΗΠΑ-Ρωσίας για την αποφυγή της μεταξύ τους εμπλοκής στον εναέριο χώρο της Συρίας. Αλλά "όσον αφορά την γεωπολιτική κατάσταση μετά από αυτές τις επιθέσεις", δήλωσε ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ σε δημοσιογράφους στη Μόσχα, "ας παρακολουθήσουμε την κατάσταση να εξελίσσεται από κοινού", σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων Tass.

Η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα δικαιολόγησε τον Τραμπ, ο οποίος είπε ότι δεχόταν εγχώριες πιέσεις. "Η Ουάσιγκτον δεν έχει ακόμα σχηματίσει την στρατηγική της εξωτερικής πολιτικής της, μετά από μια σκληρή προεκλογική εκστρατεία… Δεν είναι μυστικό "ότι ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ περνά μια δύσκολη φάση", είπε, γιατί "διάφοροι πολιτικοί θεσμοί στις ΗΠΑ κάνουν ό,τι μπορούν για να εμποδίσουν το έργο της νέας κυβέρνησης".

Δεν υπήρχε καμία αρχική ένδειξη ότι η επίθεση με πυραύλους ήταν μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής από την πλευρά του Τραμπ ή ότι σχεδιάζει περισσότερη δράση εναντίον του Άσαντ. Ίσως επειδή οι προθέσεις της κυβέρνησης δεν πάνε πέρα από αυτό που, όπως είπε ο επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Γερουσία Μιτς Μακ Κόνελ, ήταν ένα μοναδικό μήνυμα προς τον Πρόεδρο της Συρίας: "Μη χρησιμοποιήσετε πάλι χημικά όπλα".

Είναι επίσης πιθανό ο Άσαντ να μην λάβει σοβαρά υπόψη την προειδοποίηση. Ο Τραμπ μπορεί να διαπιστώσει ότι του αρέσει η εγχώρια έγκριση για την επίθεση, σε μια εποχή που ο Λευκός Οίκος προσπαθεί απεγνωσμένα να αλλάξει την αφήγηση μιας διοίκησης που βρίσκεται σε σύγχυση. Κάθε απόδειξη της ρωσικής συνενοχής στη χημική επίθεση επίσης θα ήταν ένας ανατρεπτικός παράγοντας.

Χαμηλές προσδοκίες

Το έντονο ενδιαφέρον του Πούτιν στο διεθνή σεβασμό και ενδιαφέρον, τόσο για τον εαυτό του όσο και για τη Ρωσία, και η αποφασιστικότητά του να διατηρήσει σταθερή τη θέση του στη Μέση Ανατολή, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια πιο ισχυρή ρωσική απάντηση. Τουλάχιστον, η επίθεση υποβαθμίζει την ατζέντα για την επίσκεψη Τίλερσον και τις συνομιλίες που η ηγεσία της Ρωσίας είχε θεωρήσει ως το πρώτο βήμα για την αλλαγή των σχέσεων, από την αντιπαράθεση σε κάποια μορφή συνεργασίας. "Τώρα, αυτό αφορά το τι είδους μέτρα μπορούν να λάβουν οι δύο πλευρές προκειμένου να αποφευχθεί ένας θερμός πόλεμος ΗΠΑ-Ρωσίας και μια ολοκληρωτική χρήση βίας μεταξύ τους στη Συρία", δήλωσε ο Ντμίτρι Σουσλόφ, διευθυντής προγράμματος στη Λέσχη Βαλντάι, μια δεξαμενή σκέψης που εδρεύει στη Μόσχα.

Οι Ρώσοι ηγέτες θα θέλουν να ξέρουν πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να φτάσει η διοίκηση Τραμπ ενάντια στον Άσαντ, είπε ο Σουσλόφ - αν η επίθεση με πυραύλους ήταν μία μοναδική επίδειξη αποφασιστικότητας ή αν οι Ηνωμένες Πολιτείες σκοπεύουν να συνεχίσουν να κάνουν χρήση βίας εναντίον των συμμάχων της Μόσχας στη Συρία. "Δεν αφορά πλέον τη βελτίωση των σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσίας" σχολιάζει. "Αφορά την πρόληψη ενός καταστροφικού σεναρίου".

Για πολλούς επί χρόνια παρατηρητές της σχέσης ΗΠΑ-Ρωσίας, όμως, οι προσδοκίες της συνεργασίας ήταν πάντα υπερβολικές. Καθώς άρχιζε η διοίκηση Τραμπ, ένας από τους πυλώνες της εν τη γενέσει εξωτερικής πολιτικής της βασίστηκε στην πεποίθηση του Τραμπ - που μοιράζονται ορισμένοι, αλλά όχι και οι ανώτερα βοηθοί του σε θέματα εθνικής ασφάλειας- ότι, δεδομένου ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα μοιράζονται την ίδια απειλή από την ισλαμική τρομοκρατία, θα πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις εναντίον της. Τυχόν προβλήματα μεταξύ των δύο -η στρατιωτική υποστήριξη της Ρωσίας στον Άσαντ, η παρέμβαση της στην Ουκρανία, οι προκλήσεις της κατά μήκος των ανατολικών συνόρων του ΝΑΤΟ, ή ακόμη και η εκλογική παρέμβαση της στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη- θεωρήθηκαν δευτερεύοντα.

Η επιπλοκή που θεωρήθηκε ότι θέτει ο εμφύλιος πόλεμος της Συρίας στον πιο σημαντικό αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους δεν βασίστηκε στις ενέργειες της Ρωσίας εκεί, αλλά σε εκείνες του Ιράν, εταίρου της Μόσχας στην υποστήριξη του Άσαντ. Μια νίκη του Άσαντ, επίσης, θα σημαίνει μια νίκη για το Ιράν, που θα του επιτρέψει να κρατήσει τη Συρία στο στρατόπεδο τους στις περιφερειακές μάχες για την κυριαρχία και ως μια διαδρομή παράδοσης προμηθειών στο Λίβανο όπου έχει τη βάση της η ενάντια στο Ισραήλ Χεζμπολάχ.

Η βελτίωση των σχέσεων με τη Ρωσία, κατά την άποψη των πιο σκληροπυρηνικών και αντι-Ιρανών συμβούλων του Τραμπ, θα έθετε ένα εμπόδιο μεταξύ Μόσχας και Τεχεράνης. "Αυτή δεν είναι η πρώτη κυβέρνηση που έχει δοκιμάσει" την στρατηγική αυτή, σχολιάζει ο Μαρκ Κατζ, ειδικός σε θέματα Ρωσίας και Μέσης Ανατολής στο Πανεπιστήμιο George Mason, "ανατρέχοντας στον Μπιλ Κλίντον, τον Τζορτζ Μπους και σίγουρα τον Μπαράκ Ομπάμα- των οποίων η πολιτική για την αποκατάσταση των σχέσεων με τη Ρωσία εν μέρει στηριζόταν στο 'μπορεί να μας βοηθήσει με το Ιράν'". Ο Τομας Γκράχαμ, διευθύνων σύμβουλος στην Kissinger Associates και πρώην ανώτερος διευθυντής για τη Ρωσία στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας του Μπους, δήλωσε ότι είναι απίθανο να λειτουργήσει καλύτερα αυτή τη φορά. "Είναι δύσκολο να δούμε τι θα πρόσφεραν οι ΗΠΑ για να το κάνουν τόσο ελκυστικό, ώστε η Ρωσία να αποστασιοποιηθεί με ριζοσπαστικό τρόπο από το Ιράν" σχολιάζει ο Γκράχαμ.

Το τίμημα φαίνεται απαγορευτικά υψηλό, συμπεριλαμβανομένων της άρσης των κυρώσεων που σχετίζονται με την Ουκρανία, τον τερματισμό των εγκαταστάσεων πυραυλικής άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρώπη και την διακοπή της προς ανατολάς επέκτασης του ΝΑΤΟ σε αυτό που θεωρεί η Ρωσία ως σφαίρα επιρροής της.

Ενώ ο Τραμπ "έπαιζε" με τα θέματα αυτά κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, η κυβέρνησή του σε μεγάλο βαθμό έχει επανέλθει στη γραμμή του ΝΑΤΟ.

Το δόγμα Πούτιν

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την ορκωμοσία Τραμπ, το Κρεμλίνο δημοσίως κατηγορούσε την έλλειψη δράσης πίσω από τις δηλώσεις της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ, σε αυτό που ο Πούτιν στα τέλη του περασμένου μήνα ονόμασε εγχώριες "διαμάχες" και "ψέματα" των ΗΠΑ για τη Ρωσία. "Κάποια στιγμή" είπε, "όλα αυτά θα τελείωναν και μια συμφωνία θα μπορούσε να επιτευχθεί". Αλλά οι ελπίδες για πρόωρη πρόοδο μειώθηκαν εδώ και μήνες. "Νομίζω ότι έγινε αρκετά σαφές σε αυτούς ότι οι υψηλές προσδοκίες δεν θα άρμοζαν σε αυτή την περίπτωση, επειδή μπορούσαν να δουν ότι η διοίκηση ήταν υπό πολιορκία, ιδιαίτερα για το θέμα της Ρωσίας, και θα ήταν πολύ δύσκολο να κάνει οτιδήποτε εποικοδομητικό" είπε ο Ντιμίτρι Σάιμς, πρόεδρος του Κέντρου για το Εθνικό Συμφέρον, με έδρα την Ουάσινκτον, πριν από την επίθεση στη Συρία αυτή την εβδομάδα.

Ο Αντρέι Σουσέντσοφ, αναλυτής της εξωτερικής πολιτικής στη Βλαντάι, συμφώνησε. "Τίποτα συγκεκριμένο δεν μπορεί να πλασαριστεί στον αμερικανικό λαό, τα μέσα ενημέρωσης και την αντιπολίτευση ως επίτευγμα στις σχέσεις με τη Ρωσία", είπε. Με τις Ηνωμένες Πολιτείες στο περιθώριο, η Ρωσία έχει προχωρήσει στην επιδίωξη των δικών της συμφερόντων.

Αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί δόγμα Πούτιν επικεντρώνεται στην συγκέντρωση "διαμεσολαβητών των περιφερειακών δυνάμεων" - του Ιράν, της Τουρκίας, του Ισραήλ, της Αιγύπτου, στη Μέση Ανατολή και της Ιαπωνίας, της Κίνας, της Ινδίας και του Πακιστάν στην Ασία" δήλωσε ο Μαξίμ Σουκόφ, αρχισυντάκτης του Al-Monitor στη Μόσχα. "Η λογική είναι απλή" σχολιάζει. Οι ΗΠΑ δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχθούν τη Ρωσία ως ισότιμο εταίρο, έτσι "αντ' αυτού εμείς οι ίδιοι θα είμαστε μια πηγή εξουσίας και νομιμοποίησης για όσους επιδιώκουν την εξουσία στις αντίστοιχες περιοχές και έχουν κουραστεί από τη Δυτική κυριαρχία".

Οι ρυθμίσεις ασφαλείας με άλλες περιφερειακές δυνάμεις έχουν γίνει ακόμη πιο σημαντικές για στη Ρωσία μετά την επίθεση με πυραύλους στη Συρία. Η Μόσχα είναι πιθανό να διαχωρίσει τη θέση της από οποιαδήποτε προσπάθεια της διοίκησης Τραμπ να υποχωρήσει από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, δήλωσε ο Ντμίτρι Τρένινβ, διευθυντής του Carnegie Center στη Μόσχα. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης την περασμένη εβδομάδα στη Μόσχα του ιρανού προέδρου Χασάν Ρουχανί, ο ίδιος και ο Πούτιν ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να αυξήσουν τη συμμετοχή της Ρωσίας στην ανάπτυξη των ιρανικών πυρηνικών σταθμών και της ιρανικής βιομηχανίας υδρογονανθράκων. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν μονομερώς νέες κυρώσεις κατά του Ιράν, η κίνηση δεν θα έβλαπτε κατ' ανάγκη τη Ρωσία. "Ένα πιο απομονωμένο Ιράν θα πρέπει να κινηθεί πιο κοντά προς τη Ρωσία και την Κίνα και την υπόλοιπη ευρύτερη Ευρασία που διαμορφώνεται", δήλωσε ο Τρένιν.

Το παιχνίδι αναμονής της Μόσχας με τις Ηνωμένες Πολιτείες εκτείνεται σε ένα θέμα για το οποίο η Ουάσιγκτον έχει διαμαρτυρηθεί: η υποτιθέμενη ανάπτυξη ενός ρωσικού συστήματος χερσαίων πυραύλων κρουζ παραβιάζει τους όρους της συνθήκης- ορόσημο τους1987, που απαγόρευσε χερσαίου μέσου βεληνεκούς πυρηνικούς πυραύλους.

Η Ρωσία έχει αρνηθεί ότι καταπατά τη συμφωνία. Ο υπουργός Εξωτερικών της, Σεργκέι Λαβρόφ, σε πρόσφατη συνέντευξή του στην εφημερίδα της Μόσχας "Argumenty i Fakty", δήλωσε ότι οι ΗΠΑ είχαν "αφαιρέσει ελευθερίες με την συνθήκη", με την εγκατάσταση επίγειων συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την εκτόξευση πυραύλων κρουζ με βεληνεκές που υπερβαίνει αυτό που επιβάλλει η συνθήκη. Η Μόσχα έχει επίσης εκφράσει την ανησυχία της για την κριτική του Τραμπ, ότι η συνθήκη New START μείωσης στρατηγικών όπλων του 2011 είναι ασύμμετρη υπέρ της Ρωσίας - μια κατηγορία που έγινε κατά τη διάρκεια της εκστρατείας και, σύμφωνα με πληροφορίες, στην πρώτη επίσημη τηλεφωνική συνομιλία του Προέδρου με τον Πούτιν. Αλλά εδώ, επίσης, δεν υπήρξε καμία κίνηση μετά από εκείνη την συνομιλία τον Ιανουάριο. "Η Ρωσία θα πρέπει να ανησυχεί για το αν η συμφωνία αρχίζει να διαβρώνεται" είπε ο Σουσέντσοφ. " Αλλά δεν έχουμε συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με την αμερικανική θέση".

washingtonpost.com