Πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση στα ευρωτουρκικά
09/09/2017 14:55
Του Sukhoi
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση στα ευρωτουρκικά

Έντονο προβληματισμό έχει προκαλέσει η διαρκώς κλιμακούμενη αντιπαράθεση Γερμανίας – Τουρκίας, και η δραματική υποτροπή στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Το ερώτημα που πλέον τίθεται, είναι εάν η κόντρα γίνεται για προεκλογικούς λόγους, ενόψει των εκλογών της 24ης Σεπτεμβρίου στη Γερμανία, και αργότερα θα επέλθει εξομάλυνση, ή θα κλιμακωθεί περαιτέρω, στον χρονικό ορίζοντα των τουρκικών εκλογών του 2019, και εν μέσω της εντονότατης αναταραχής στο εσωτερικό της γείτονος.

Εξίσου εύλογο είναι το ερώτημα, εάν ο Ταγίπ Ερντογάν, με τις προβοκατόρικες κινήσεις του και τις συχνά εμπρηστικές δηλώσεις του, αποσκοπεί μόνο σε παρέμβαση στο εσωτερικό της Γερμανίας και στις εκλογές της, ή αντίθετα, ουδόλως τον ενδιαφέρει κάτι τέτοιο, αλλά στόχος του είναι να τραβήξει υπέρ του τη μεγάλη τουρκική διασπορά στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, προκειμένου να βγει ενισχυμένος σε ψήφους ενόψει των εκλογών του 2019. Ωστόσο, το σοβαρότερο ερώτημα που υπάρχει είναι εάν ο Τ.Ερντογάν έχει αποφασίσει να τα σπάσει δια παντός με την Ευρώπη και να στρέψει την Τουρκία προς ανατολάς. Μέχρι τώρα πάντως, η Γερμανία, αν και έχει σκληρύνει τη στάση της το τελευταίο διάστημα, δεν παύει να αφήνει ένα παράθυρο διαλλακτικότητας, λέγοντας πως η πόρτα της ΕΕ πρέπει να μείνει ανοικτή για την Τουρκία, ενώ οι ΗΠΑ, παρά τα πολλά αγκάθια στις σχέσεις τους με την Τουρκία, στέλνουν τον έναν μετά τον άλλον αξιωματούχους τους (υπουργούς, στελέχη του Πενταγώνου και των μυστικών υπηρεσιών τους, κ.ο.κ.) στην Άγκυρα. Αντίθετα, υψηλόβαθμος αξιωματούχος τους, όπως υπουργός Εξωτερικών ή Άμυνας, στην Ελλάδα δεν έχει εμφανιστεί ακόμα. Κι’ αυτό παρά το γεγονός ότι οι Αμερικανοί είναι ιδιαιτέρως απαιτητικοί –μεταξύ των άλλων για στρατιωτικές διευκολύνσεις- προς την Ελλάδα.

Με όπλο τη διασπορά

Αναμφισβήτητα, ο Ταγίπ Ερντογάν εκμεταλλεύεται την τουρκική διασπορά και την χρησιμοποιεί ως εργαλείο για να πετύχει τόσο εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς στόχους. Εξάλλου, ειδικά στην περίπτωση της Γερμανίας, από την τουρκική διασπορά των 3,5 εκατομμυρίων (που διαρκώς αυξάνονται), το 1,3 εκ. έχει δικαίωμα ψήφου σε αυτές τις εκλογές. Από αυτούς, βέβαια, οι 800 χιλιάδες είναι Κούρδοι, που σε μεγάλο βαθμό ψηφίζουν το αριστερό κόμμα Die Linke (10%). Παραδοσιακά, οι Τούρκοι της Γερμανίας ψηφίζουν Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (65%). Την ίδια στιγμή, ωστόσο, μόνον πεντακόσιες χιλιάδες από αυτούς τους ψηφοφόρους, έχουν δικαίωμα ψήφου και στις τουρκικές εκλογές. Κι’ αυτοί, στην πλειοψηφία τους ψηφίζουν Ερντογάν. Παράδοξο, θα πει κανείς. Πλην όμως, απολύτως εξηγήσιμο. Στη Γερμανία ψηφίζουν τους σοσιαλδημοκράτες, επειδή οι χριστιανοδημοκράτες ήταν ανέκαθεν πιο αρνητικοί απέναντι στους μετανάστες, και ειδικά στο κομμάτι των Τούρκων.

Γερμανοί αναλυτές εκτιμούν ότι σε αυτές τις εκλογές, εξαιτίας της γερμανο-τουρκικής ρήξης, οι Τούρκοι ψηφοφόροι μάλλον θα προτιμήσουν την αποχή. Κάτι που θα αποβεί σε βάρος των σοσιαλδημοκρατών. Πάντως, εκπρόσωποι της τουρκικής κοινότητας στη Γερμανία αντέδρασαν, όταν ο Τ.Ερντογάν, προ μηνός, κάλεσε τα μέλη της διασποράς να μην ψηφίσουν ούτε Μέρκελ, ούτε Σουλτς, ούτε και Πράσινους. Μάλιστα, ο πρόεδρος της κοινότητάς τους, αφενός τους κάλεσε να μετάσχουν στις εκλογές, αφετέρου επέκρινε τη στάση Ερντογάν, λέγοντας ότι οι Τούρκοι της Γερμανίας δεν έχουν ανάγκη νουθεσιών. Όπως και να’ χει, η νέες επιθέσεις Ερντογάν, όπως είπε και ο Ζ.Γκάμπριελ φαίνονται να έχουν αποκτήσει νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Είναι ολοφάνερο ότι ο Τούρκος πρόεδρος προσπαθεί να ελέγξει πλήρως την τουρκική διασπορά σε Ευρώπη και ΗΠΑ, τόσο για να την χρησιμοποιήσει ως όπλο στην εξωτερική πολιτική του, όσο και για να την έχει ως δεξαμενή ψήφων. Ενδεχομένως, δε, ο Τ.Ερντογάν συνειδητά προσπαθεί να εμποδίσει την ενσωμάτωσή της τουρκικής διασποράς στις τοπικές κοινωνίες. Διαδικασία που, ούτως ή άλλως, είναι αρκετά δύσκολη για τους Τούρκους μετανάστες, οι οποίοι υπολείπονται αισθητά σε αυτόν τον τομέα από μετανάστες άλλων εθνοτήτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 90% των Τούρκων της Γερμανίας ενημερώνονται από τουρκικά δορυφορικά κανάλια, ενώ αντίθετα η μειοψηφία βλέπει γερμανική τηλεόραση. Ήδη, πάντως, παρατηρείται βαθιά πόλωση στους κύκλους της τουρκικής διασποράς στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ.

Το αγκάθι της οικονομίας

Γερμανικοί διπλωματικοί κύκλοι αναφέρουν ότι η υπομονή του Βερολίνου έναντι της Άγκυρας εξαντλήθηκε και, εμμέσως πλην σαφώς, απειλούν ότι όσο πιο γρήγορα το συνειδητοποιήσει η Τουρκία, τόσο πιο φτηνά θα της κοστίσει. Σε περίπτωση χειροτέρευσης των ευρωτουρκικών σχέσεων, όμως, βαρύ κόστος θα πληρώσει και η Γερμανία.

Να σημειωθεί πως η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας, με συνολικό τζίρο εμπορικών συναλλαγών, ύψους σχεδόν 38 δις. ευρώ, και ο μεγαλύτερος επενδυτής στη χώρα μετά την Ολλανδία, με σχεδόν επτά χιλιάδες γερμανικές επιχειρήσεις να κάνουν μπίζνες με την Τουρκία. Είναι εμφανές, λοιπόν, ότι μια θεαματική υποτροπή στις σχέσεις των δυο χωρών, θα έχει σοβαρές συνέπειες, τόσο στη Γερμανία όσο και στην Τουρκία. Στην περίπτωση της δεύτερης, μάλιστα, οπότε ο Ερντογάν το 2019 πηγαίνει σε εκλογές, και τα επόμενα χρόνια αναμένεται μεγαλύτερη ύφεση, η χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης αποτελεί μεγάλη σπαζοκεφαλιά. Να σημειωθεί πως, μετά τις τελευταίες αρνητικές δηλώσεις του επικεφαλής της Κομισιόν, Ζ.Κ.Γιούνκερ, και σειράς ευρωπαίων αξιωματούχων, πολλά κυβερνητικά στελέχη στην Τουρκία, ειδικά αυτά που ασχολούνται με την οικονομία φέρονται να έχουν ανησυχήσει.

Πάντως, ήδη στη Γερμανία μερίδα αναλυτών εκτιμά ότι ουσιαστική αναθέρμανση των σχέσεων των δυο χωρών δεν μπορεί να υπάρξει πριν τις εκλογές του 2019 στην Τουρκία. Στο μεταξύ, όλα δείχνουν ότι θα συντελεστούν μεγάλες αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό της γείτονος, αφού, αφενός διαφαίνεται αλλαγή ηγεσίας στο μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης, το κεμαλικό CHP, με τον χαρακτηριζόμενο ως «άτολμο», Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου να φεύγει. Επίσης, δυναμική εμφάνιση κάνει η Μεράλ Αξενέρ, η οποία προσανατολίζεται στη δημιουργία του νέου «Κεντρώου Δημοκρατικού Κόμματος». Η ίδια προέρχεται από το εθνικιστικό κόμμα του Μπαχτσελί, ΜΗP, το οποίο είναι σύμμαχος του Ερντογάν και βρίσκεται σε καθοδική πορεία. Η δημιουργία, λοιπόν, ενός τέτοιου νέου κόμματος εκτιμάται ότι θα προκαλέσει πλήγμα στον Ερντογάν, ο οποίος, πάντως, δεν σταματά να καλλιεργεί κλίμα βαθύτατης πόλωσης στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και τρομοκράτησης των αντιπάλων του. Ενδεικτικό είναι, άλλωστε, ότι σχεδόν ολόκληρη η ηγεσία του φιλοκουρδικού κόμματος, HDP, είναι φυλακισμένη. Ιδιαιτέρως ενδιαφέρον είναι, πάντως, ότι ο φυλακισμένος ηγέτης του, Σελαχεντίν Ντεμιρτάς, τον προηγούμενο μήνα είχε καλέσει όλη την αντιπολίτευση να μετάσχει στο συνέδριο του CHP, με το οποίο ουδεμία πολιτική συγγένεια έχει. Κάτι που δείχνει την αγωνία για ενότητα της αντιπολίτευσης κατά του Ερντογάν.

Πάντως, τον Αύγουστο, σε συνάντηση που είχαν εκπρόσωποι μεγάλων γερμανικών επιχειρήσεων με τον Τούρκο πρωθυπουργό, Μπιναλί Γιλντιρίμ, του επεσήμαναν ότι στη Γερμανία δεν υπάρχει ενδιαφέρον για επενδύσεις στην Τουρκία, δεδομένου ότι οι επιχειρηματίες φοβούνται, εξαιτίας των συνεχών, αυθαίρετων συλλήψεων δεκάδων Γερμανών πολιτών σε τουρκικό έδαφος. Να σημειωθεί πως, προ καιρού, στην Τουρκία δημοσιεύθηκε κατάλογος με 700 γερμανικές επιχειρήσεις, τις οποίες ερευνούν (!) οι τουρκικές αρχές. Οι ίδιοι επιχειρηματίες προειδοποίησαν ότι εάν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, το 2018 θα υπάρξει σοβαρή κάμψη στις εμπορικές συναλλαγές των δυο χωρών, αφού, εκτός των άλλων, δεν έχουν υπογραφεί νέα συμβόλαια.

Κατά την επίσκεψη του Ζίγκμαρ Γκάμπριελ στην Τουρκία, τον Ιούνιο, στη συνάντησή του με τον Τούρκο πρόεδρο, ο Τ.Ερντογάν φέρεται να του πρότεινε την απελευθέρωση του Γερμανού δημοσιογράφου που κρατείται εδώ και μήνες στις τουρκικές φυλακές, και σε αντάλλαγμα το Βερολίνο να εκδώσει δυο Τούρκους πρώην στρατηγούς, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς της Άγκυρας, έχουν καταφύγει στη Γερμανία αμέσως μετά το πραξικόπημα. Να σημειωθεί πως τον Ιούλιο, η Άγκυρα φέρεται να παρέδωσε στο Βερολίνο λίστα με περίπου 70 ονόματα και επιχειρήσεις στη Γερμανία, που, όπως υποστηρίζει, συνδέονται με τον Γκιουλέν. Μεταξύ των άλλων, είναι μεγάλες γερμανικές επιχειρήσεις, όπως η Daimler και η Basf (!). Το Βερολίνο, ως αναμενόταν, τα πέταξε όλα αυτά στον κάλαθο των αχρήστων.

Η Τελωνειακή Ένωση

Σε αυτό το σκηνικό έντασης, ωστόσο, δεν λείπουν και κάποιες κινήσεις κατευνασμού. Εκτιμάται, ωστόσο, πως το γεγονός ότι η Άγκυρα έχει ρίξει σχετικά τους επιθετικούς τόνους της, μάλλον δεν θα οδηγήσει το Βερολίνο σε αναθεώρηση των αποφάσεών του, τουλάχιστον κατά την προεκλογική περίοδο.

Ενδεικτική είναι η πρόσφατη περίπτωση της επίσκεψης Γερμανών βουλευτών στη βάση του Ικονίου. Ως γνωστόν, η Τουρκία αρνείτο εδώ και καιρό να δώσει έγκριση. Το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών εξέφρασε την ικανοποίησή του, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι πρόκειται για ευρύτερη αποστολή από χώρες του ΝΑΤΟ, ενώ κατά πάσα πιθανότητα δεν αποτελεί δείγμα αλλαγής της στάσης της Άγκυρας. «Χαιρετίζουμε το γεγονός ότι κατέστη εφικτή η επίσκεψη» δήλωσε ο εκπρόσωπος του υπουργείου, Μάρτιν Σέφερ και ευχαρίστησε τον γγ του ΝΑΤΟ και την αναπληρώτριά του για τις προσπάθειές τους. «Δεν συμμερίζομαι –είπε- την αισιοδοξία για την πολιτική σημασία αυτής της επίσκεψης. Θα χαιρόμουν αν ήταν έτσι», καθώς κάτι τέτοιο «θα αποτελούσε ευκαιρία για εποικοδομητικό διάλογο για όλα τα θέματα που μας συνδέουν ή και πιθανόν μας χώρισαν τον τελευταίο καιρό. Θα το ήθελα, αλλά δεν είμαι τόσο σίγουρος».

Να σημειωθεί πως η Γερμανία, εκτός του ότι ζητάει να μην συνεχιστούν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις, αντιτίθεται, πλέον, στη διαπραγμάτευση για τη νέα -θεαματικά αναβαθμισμένη, όπως επιδιώκει η Τουρκία- συμφωνία Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ – Τουρκίας. Πάντως, στο πρόσφατο άτυπο συμβούλιο υπουργών Εξωτερικών, στην Εσθονία (7 και 8 – 9 – 2017), όπως είπε ο Έλληνας υπουργός, Νίκος Κοτζιάς, «υπάρχουν φωνές που μιλάνε για διακοπή, υπάρχουν φωνές που μιλάνε για αναβολή, υπάρχει νομίζω όμως συμφωνία να δούμε με σοβαρότητα το θέμα της Τελωνειακής Ένωσης».

Βρετανία - ΗΠΑ

Στο άτυπο συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών, η Βρετανία, δια στόματος του υπουργού Εξωτερικών της, Μπόρις Τζόνσον, στήριξε την Τουρκία, διαφωνώντας εμφανώς με τη Γερμανία. Στο μέσον του Αυγούστου, οπότε ο υφυπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, Αλαν Ντάνκαν, γνωστός για το συχνό κλείσιμο του ματιού στην Άγκυρα, κατά τη διάρκεια της τελευταίας Διάσκεψης για το Κυπριακό στην Ελβετία, πραγματοποίησε για πολλοστή φορά επίσκεψη στην Τουρκία. Εκεί, οι Τούρκοι αξιωματούχοι του εξέφρασαν την βαθύτατη ευγνωμοσύνη τους για τη στήριξη που παρέχει το Λονδίνο στον Ερντογάν μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος, στις 15 Ιουλίου 2016. Καθίσταται εμφανές ότι, λόγω και των σύνθετων σχέσεων ανάμεσα σε Βρετανία και ΕΕ, εξαιτίας του Brexit, το Λονδίνο σήμερα είναι ο πιο στενός Δυτικός σύμμαχος του Ερντογάν.

Αντίθετα, οι ΗΠΑ φαίνεται πως ναι μεν προσπαθούν να διατηρήσουν τις γέφυρες Ουάσιγκτον – Άγκυρας, αλλά οι σχέσεις τους, ιδιαιτέρως λόγω της στήριξης των Κούρδων στη Συρία (YPG), είναι ακόμα αρκετά περίπλοκες. Πρόσφατα, στο τέλος του Αυγούστου, οπότε ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, επισκέφθηκε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες τις ΗΠΑ (!), ο αμερικανός ομόλογός του, Ρεξ Τίλλερσον, φέρεται να του εξέφρασε τον προβληματισμό του για τις σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας, πλην όμως, σημείωσε ότι υπάρχει μια τάση εξομάλυνσής τους. Πόσο μάλλον, αφού οι ΗΠΑ, είπε, ότι χρειάζονται την Τουρκία στη Συρία και στο Ιράκ.

Ιδιαιτέρως ενδιαφέρον είναι, ωστόσο, ότι, μόλις δυο ημέρες μετά το τέλος της επίσκεψης του αμερικανού υπουργού Άμυνας, Τζέϊμς Μάτις, στην Τουρκία, το τελευταίο δεκαήμερο του Αυγούστου, η τουρκική «δικαιοσύνη» φόρτωσε με νέες κατηγορίες τον –επί εννέα μήνες- κρατούμενο αμερικανό πάστορα, Εντριου Κρέϊγκ, ο οποίος κατηγορείται για κατάσκοπος και συνεργαζόμενος με το «δίκτυο Γκιουλέν». Παρ’ ότι οι ΗΠΑ έχουν ζητήσει επανειλημμένως την απελευθέρωσή του, κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει. Στο μεταξύ, βέβαια, συνεχίζονται οι συλλήψεις και οι απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων. Ήδη, έχουν καταγραφεί πάνω από 140.000 απολυμένοι και 50.000 φυλακισμένοι.

Πακιστανοί πιλότοι στο Αιγαίο;

Κατά τη διάρκεια της πολλοστής επίσκεψης Μάτις στην Τουρκία, του υπεβλήθη αίτημα για εκπαίδευση Τούρκων πιλότων από την αμερικανική Πολεμική Αεροπορία, αλλά, κατά πληροφορίες, ο ίδιος αρνήθηκε. Να σημειωθεί πως οι ελλείψεις σε πιλότους ειδικά σε αεροσκάφη F-16 είναι μεγάλη, μετά τους μαζικούς διωγμούς που ακολούθησαν το πραξικόπημα. Η Άγκυρα ισχυρίζεται ότι πρότεινε στο Πακιστάν να στείλει πιλότους του στην Τουρκία για τα F-16 της που είναι καθηλωμένα, και το Καράτσι το δέχτηκε. Αντίθετα, και σε αυτή την περίπτωση, οι Αμερικανοί φέρονται να έβαλαν βέτο για να πετούν Πακιστανοί τα F-16. Όπως και να’ χει, κυκλοφορεί υπό μορφήν ανέκδοτου το: «Πακιστανοί πιλότοι στο Αιγαίο».

Εκτιμάται ότι μετά τις μαζικές αποτάξεις, φυλακίσεις και διώξεις, από τους σχεδόν 1350 πιλότους που είχε η τουρκική ΠΑ, απέμειναν λίγο περισσότεροι από 650. Σύμφωνα με τον τουρκικό Τύπο, ειδικά στα F-16, η αντιστοιχία αεροσκαφών – πιλότων είναι μόλις 1 προς 0,4. Τώρα, γίνεται προσπάθεια να υποχρεωθούν πιλότοι που είχαν φύγει από την Πολεμική Αεροπορία και εργάζονται στην Πολιτική, να γυρίσουν πίσω. Κάτι που έως τώρα αφενός δεν έχει επιφέρει αποτελέσματα, αφετέρου εκτιμάται ότι ακόμα κι αν επιτευχθεί κάτι τέτοιο, δεν θα λύσει μεγάλα προβλήματα, αλλά αντίθετα θα προκαλέσει νέα στη συνοχή αλλά και την ετοιμότητα της τουρκικής ΠΑ.

Ρωσία – S 400

Σε αυτό το σκηνικό έρχονται να προστεθούν συνεχή δημοσιεύματα τόσο στον ρωσικό όσο και στον τουρκικό Τύπο περί επικείμενης πώλησης του ρωσικού αντιαεροπορικού – αντιβαλλιστικού συστήματος, S-400, στην Τουρκία. Αν και παραμένει άγνωστο, εάν τελικώς θα γίνει αυτή η αγορά, στρατιωτικοί αναλυτές διερωτώνται γιατί θα ήθελε ένα τέτοιο προωθημένο οπλικό σύστημα η Τουρκία, τη στιγμή που δεν απειλείται ουσιαστικά από κάποια γειτονική χώρα.

Πάντως, η ατμόσφαιρα στην ρωσική κοινή γνώμη είναι ήδη αρνητική απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε δημοσκόπηση που έγινε στη Ρωσία τον Αύγουστο από την εταιρεία FOM (1500 ερωτηθέντες), μόνο το 25% των ερωτηθέντων τάχθηκε υπέρ της πώλησης των S-400 στην Τουρκία (48% κατά). Εάν πράγματι, λοιπόν, η Μόσχα σκοπεύει να προβεί σε μια τέτοιου στρατηγικού χαρακτήρα κίνηση, θα πρέπει να σκεφτεί καλά τις αρνητικές συνέπειες που θα υπάρξουν με μια σειρά φιλικές της χώρες στην ευρύτερη γειτονιά μας.