Ποιο είναι το προφίλ των τρομοκρατών;
28/03/2016 14:19
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Ποιο είναι το προφίλ των τρομοκρατών;

Το ερώτημα τι σπρώχνει κάποιους ανθρώπους στη βία απασχολεί εδώ και χρόνια τις κυβερνήσεις και κάποιες έρευνες μας δίνουν κάποια στοιχεία για το προφίλ των τρομοκρατών.

Τα αδέρφια που πραγματοποίησαν τις βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας στις Βρυξέλλες την περασμένη εβδομάδα είχαν ποινικό μητρώο σχετικά με βίαιες πράξεις και είχαν θεωρηθεί διεθνώς ως εν δυνάμει τρομοκράτες. Αλλά στο Σαν Μπερναρντίνο της Καλιφόρνια, πέρυσι, ο ένας από τους επιτιθέμενους ήταν ένας επιθεωρητής υγείας που ζούσε μια φαινομενικά φυσιολογική ζωή στα προάστια. Έπειτα, υπάρχουν δεκάδες ακόμα νέοι Αμερικανοί που έχουν συλληφθεί κατά το παρελθόν έτος για την προσπάθειά τους να βοηθήσουν το Ισλαμικό Κράτος. Το υπόβαθρο τους είναι τόσο διαφορετικό, που δεν μπορεί να προσδιοριστεί σε ένα μόνο προφίλ.

Το τι κάνεις τους ανθρώπους βίαιους - και κατά πόσο μπορούν να απομακρυνθούν από αυτό - είναι ερωτήματα που απασχολούν τις κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο επί πολλές γενιές. Τα ερωτήματα αυτά έχουν ξανάρθει στην επικαιρότητα με τη μορφή επείγοντος, με την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους και την σειρά των επιθέσεων στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρά τα εκατομμύρια δολάρια που δαπανά η κυβέρνηση για έρευνες και την ιδιαίτερα προβεβλημένη υπόσχεση του Λευκού Οίκου να βρει απαντήσεις, δεν υπάρχει ακόμα τίποτα που να μοιάζει με συναίνεση σχετικά με το γιατί κάποιος γίνεται τρομοκράτης.

"Μετά από όλη αυτή την χρηματοδότηση και την αναταραχή της δημοσιοποιήσεων, με κάθε νέα τρομοκρατική ενέργεια συνειδητοποιούμε ότι δεν είμαστε πιο κοντά στην απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα, για το τι οδηγεί τους ανθρώπους να στραφούν στην πολιτική βία" έγραψε ο Marc Sageman, ψυχολόγος και επί χρόνια σύμβουλος της κυβέρνησης, στην επιθεώρηση "Τρομοκρατία και Πολιτική βία" το 2014. "Οι ίδιες πολυσυζητημένες ερωτήσεις τίθενται ξανά και ξανά, και δεν έχουμε ακόμη πειστικές απαντήσεις".

Όταν οι ερευνητές πλησιάζουν σε πιθανές απαντήσεις, η κυβέρνηση συχνά τους αγνοεί. Λίγο μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, για παράδειγμα, ο Alan B. Krueger, οικονομολόγος του Πρίνστον, έλεγξε την ευρέως διαδεδομένη παραδοχή ότι η φτώχεια ήταν ένας βασικός παράγοντας για τη δημιουργία ενός τρομοκράτη. Η ανάλυση του Krueger σε οικονομικά μεγέθη, δημοσκοπήσεις και δεδομένα σχετικά με βομβιστές αυτοκτονίας και ομάδες μίσους δεν βρήκε καμία σχέση μεταξύ της οικονομικής δυσχέρειας και της τρομοκρατίας. Περισσότερο από μια δεκαετία αργότερα, οι αξιωματούχοι επιβολής του νόμου και κοινοτικές ομάδες που χρηματοδοτούνται από την κυβέρνηση εξακολουθούν να θεωρούν τα οικονομικά προβλήματα δείκτη ριζοσπαστικοποίησης.

Όταν ο Πρόεδρος Ομπάμα ανακοίνωσε τα σχέδιά του το 2011 για την πρόληψη της εγχώριας τρομοκρατίας, οι λεπτομέρειες ήταν ατελείς, αλλά η υπόσχεση ήταν σαφής. Ο Λευκός Οίκος θα παρείχε προειδοποιητικά σημάδια για να βοηθήσει τους γονείς και τους ηγέτες της κοινότητας. "Πρόκειται για κοινότητες που αναγνωρίζουν τη μη φυσιολογική συμπεριφορά" είπε τότε ο Denis McDonough, αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφαλείας. Ως παράδειγμα, ανέφερε το σκασιαρχείο, το οποίο είπε ήταν μια ένδειξη πιθανής δραστηριότητας συμμοριών. "Το σκασιαρχείο επίσης θα είναι ένα σημάδι έγκαιρης προειδοποίησης για βίαιο εξτρεμισμό" είπε.

Αλλά στα χρόνια που ακολούθησαν έχουν γίνει ελάχιστα για να περιοριστεί η λίστα των πιθανών συμπτωμάτων. Αντίθετα, η ζοφερή επιστήμη φαίνεται να υπονοεί ότι σχεδόν ο καθένας είναι ένας πιθανός τρομοκράτης. Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι οι τρομοκράτες είναι πιθανό να είναι μορφωμένοι και εξωστρεφείς, άλλες λένε ότι μπορεί να είναι αγράμματοι και αντικοινωνικοί. Πολλές μελέτες φαίνεται να προειδοποιούν για την εφηβική κατάσταση, ξεχωρίζοντας τους νέους, ανυπόμονους άνδρες με μια αίσθηση της περιπέτειας και που "αγωνίζονται για να πετύχουν".

Τέτοιου είδους γενικεύσεις είναι ο λόγος που οι υπερασπιστές των ατομικών ελευθεριών βλέπουν μόνο κίνδυνο στις κυβερνητικές προσπάθειες για τον εντοπισμό ατόμων που είναι πιθανό να διαπράξουν εγκλήματα. Οι ερευνητές, επίσης, λένε ότι έχουν απογοητευτεί πολύ από τις κυβερνήσεις Μπους και Ομπάμα, λόγω του ό,τι αυτή είναι μια ενασχόληση με την έρευνα που μπορεί να καταλήξει σε απλές λίστες ελέγχου, ακόμη και με κίνδυνο να θεωρούνται καχύποπτοι αθώοι άνθρωποι. "Θέλουν να είμαστε σε θέση να κάνουμε τα πράγματα αυτή τη στιγμή", δήλωσε ο Clark R. McCauley Jr., καθηγητής της ψυχολογίας στο Κολλέγιο Bryn Mawr που έχει πραγματοποιήσει χρηματοδοτούμενα από την κυβέρνηση ερευνητικά προγράμματα για την τρομοκρατία επί χρόνια. "Όποιος τους προσφέρει κάτι τώρα, όπως μια λίστα ελέγχου - άμεσα- πρόκειται να έχει την προσοχή τους. Είναι καθοδηγούμενο. Οι άνθρωποι με τα όπλα και τα σήματα ανυπομονούν να έχουν κάτι στα χέρια τους. Το γεγονός ότι αυτό θα μπορούσε πραγματικά να βλάψει; Αυτό δεν τους αποθαρρύνει".

Η Ευρώπη, επίσης, βρίσκεται αντιμέτωπη με αυτά τα ερωτήματα, αλλά δεν υπάρχει σαφής απάντηση. Ο Hans Bonte, ο δήμαρχος της βελγικής πόλης Vilvoorde, παρευρέθηκε σε μια συνάντηση κορυφής του Λευκού Οίκου για τη ριζοσπαστικοποίηση το περασμένο έτος και περιέγραψε τις προσπάθειες να ανακόψει ένα σταθερό κύμα οργισμένων νέων ανδρών που πήγαν να ενταχθούν στο Ισλαμικό Κράτος. Στη Βρετανία, η κυβέρνηση ενθαρρύνει ή απαιτεί από τους ανθρώπους να ειδοποιούν τις αρχές για όσους θεωρούν επικίνδυνους. Αυτό έχει κεντρίσει τη συζήτηση στο εξωτερικό και έχει εγείρει ερωτήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες για το αν το Σύνταγμα επιτρέπει στην κυβέρνηση να κρατά σημειώσεις για νόμιμες πολιτικές ή θρησκευτικές ομιλίες. "Καταλαβαίνω, από αμερικανική σκοπιά, ότι μπορεί να είναι ανησυχητικό", δήλωσε ο Lorenzo Vidino, διευθυντής του Προγράμματος για τον Εξτρεμισμό στο Κέντρο Ασφάλειας του Κυβερνοχώρου και Εσωτερικής Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο George Washington. "Αλλά το ευρωπαϊκό μοντέλο, στις περισσότερες χώρες, είναι να παρεμβαίνουν νωρίς, μόλις δουν το πρώτο σημάδι εξτρεμισμού".

Η έρευνα για την τρομοκρατία είναι ομολογουμένως δύσκολη. Περιλαμβάνει δύσκολες ερωτήσεις σχετικά με το ποιος μπορεί να θεωρηθεί τρομοκράτης, ή επαναστάτης ή στρατιώτης. Ο Νέλσον Μαντέλα; Οι παλαιστίνιοι βομβιστές αυτοκτονίας; Οι Ταλιμπάν του σήμερα; Οι αφγανοί μουτζαχεντίν όταν τους υποστήριζε η C.I.A.; Οι ερευνητές σπάνια έχουν πρόσβαση σε τρομοκράτες, και οι επιστημονικές μέθοδοι, όπως ομάδες ελέγχου, είναι σπάνιες. Το 2005, ο Jeff Victoroff, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κορυφαία έρευνα για την τρομοκρατία ήταν ως επί το πλείστον μόνο πολιτική θεωρία και ανέκδοτα. "Η έλλειψη συστηματικής επιστημονικής έρευνας έχει αφήσει τους φορείς χάραξης πολιτικής να σχεδιάσουν στρατηγικές αντιμετώπισης της τρομοκρατίας χωρίς το όφελος των γεγονότων", έγραψε στην Επιθεώρηση για την Επίλυση των Συγκρούσεων.

Όταν η κυβέρνηση δίνει συμβουλές για το τι πρέπει να αναζητήσουμε, είναι συχνά αδύνατο να γνωρίζουμε την προέλευση των εν λόγω πληροφοριών. Μια έκθεση από το Εθνικό Κέντρο Αντιτρομοκρατίας του 2012, για παράδειγμα, αναφέρει ότι το άγχος, οι ανεκπλήρωτες προσωπικές ανάγκες, η απογοήτευση και το τραύμα συμβάλουν στην ριζοσπαστικοποίηση. "Δεν έχουν όλα τα άτομα που ριζοσπαστικοποιούνται ανεκπλήρωτες προσωπικές ανάγκες, αλλά εκείνοι που έχουν είναι πιο ευάλωτοι στη ριζοσπαστικοποίηση" ανέφερε το έγγραφο, χωρίς να επικαλείται πηγές.

Ο εντοπισμός των ριζών της τρομοκρατίας υποτίθεται ότι θα βοηθήσει τους ανθρώπους να μείνουν μακριά από τη βία. Αλλά ακόμα και όταν η κυβέρνηση στοχεύει κάποιον, δεν υπάρχει πολιτική για το ποια θα πρέπει να είναι η απάντηση. Η κυβέρνηση Ομπάμα οραματίζεται ένα δίκτυο συμβούλων, με θρησκευτικές προσωπικότητες και εμπειρογνώμονες, οι οποίοι μπορούν να παρέμβουν για να βοηθήσουν. Με σπάνιες εξαιρέσεις, ένα τέτοιο δίκτυο δεν έχει υλοποιηθεί.

Ο Λευκός Οίκος έθεσε πρόσφατα το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας υπεύθυνο μιας ομάδας εργασίας για τον συντονισμό των προσπαθειών αυτών, μια αναγνώριση ότι η χαλαρή συμμαχία των τελευταίων αρκετών ετών υπέφερε από έλλειψη στόχων και συντονισμού. Ο George Selim, αξιωματούχος Εσωτερικής Ασφάλειας που είναι επικεφαλής της προσπάθειας, είπε ότι η κυβέρνηση δεν είχε την πρόθεση να υπαγορεύει τις πολιτικές. Η κυβέρνηση, είπε, έχει ξεκινήσει με επιτυχία τις συνομιλίες και καλλιεργεί τις σχέσεις μεταξύ των κοινοτήτων και ομάδων επιβολής του νόμου.

Στη Μινεάπολη, μία από τις πιλοτικές πόλεις για τις προσπάθειες της κυβέρνησης να καταπολεμήσει την ριζοσπαστικοποίηση, ο Andrew M. Luger, έχει δημιουργήσει σχέσεις με την κοινότητα της Σομαλίας. Είπε ότι θα υπάρχει σύντομα ένα πρόγραμμα πρόληψης και ότι οι παρεμβάσεις θα ακολουθούσαν. "Είμαστε σε ένα σημείο όπου πολλά από αυτά αρχίζουν να αποδίδουν καρπούς" δήλωσε. Αν και η κυβέρνηση υποβαθμίζει τη χρήση της λίστας ελέγχου, το Υπουργείο Δικαιοσύνης προσφέρει επιδόματα για την ανάπτυξη ενός εργαλείου " γρήγορης εκτίμησης" που θα βοηθήσει τις αρχές να "μετρούν την πιθανότητα" εξτρεμισμού. Πέρυσι, ο ειδησεογραφικός οργανισμός Intercept αποκάλυψε μια κυβερνητική λίστα ελέγχου για να σημειώνει άτομα στο πλαίσιο των ερευνών της τρομοκρατίας με βάση παράγοντες όπως το αν αισθάνονται κακομεταχείριση από την κυβέρνηση, αν είναι δύσπιστοι ως προς την επιβολή του νόμου ή αν υποφέρουν από διακρίσεις.

Ο McCauley είπε ότι πολλοί από τους συναδέλφους και τους συνομηλίκους του, διεξήγαγαν μία έξυπνη έρευνα και συνέταξαν ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα. Το πρόβλημα, είπε, είναι ότι οι μελέτες τυγχάνουν μεγαλύτερης προσοχής όταν προτείνουν προειδοποιητικά σημάδια. Η έρευνα που συνδέει την τρομοκρατία με τις αμερικανικές πολιτικές, εν τω μεταξύ, αγνοείται. Ως πρακτικό ζήτημα, σημειώνουν οι επιστήμονες, οι λίστες κατάλογοι ελέγχου είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα αποτύχουν. Ακόμη και ένας έλεγχος με 99 τοις εκατό ακρίβεια θα ήταν λάθος πολύ πιο συχνά, παρά σωστός. Είναι μία αντιφατική σκέψη, αλλά σε μια χώρα με τεράστιο πληθυσμό και μικρό αριθμό τρομοκρατών, ακόμη και μία σχεδόν τέλεια δοκιμή θα "δείξει" σε πολλούς περισσότερους αθώους ανθρώπους παρά σε πραγματικούς τρομοκράτες.

Στις κοινωνικές υπηρεσίες, το πρόβλημα αυτό είναι εμφανές. Υπάρχουν λίγες συνέπειες στην αναζήτηση βοήθειας για κάποιον που φαίνεται αυτοκτονικός, αλλά δεν είναι. Όταν το F.B.I. είναι η μόνη επιλογή, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι σοβαρές. Στο Μοντγκόμερι, ένα προάστιο της Ουάσιγκτον, μια διαθρησκειακή οργάνωση με επικεφαλής μουσουλμάνους που ονομάζεται Worde, θεωρεί ότι έχει τη λύση. Οι διοργανωτές έχουν δώσει στις οικογένειες και στους θρησκευτικούς ηγέτες λίστες με προειδοποιητικά σημάδια: κατάθλιψη, τραύμα, οικονομικό άγχος και πολιτικά προβλήματα. Όποιος δει τέτοια σημάδια μπορεί να καλέσει το Worde, το οποίο θα οργανώσει συμβουλευτική για την ψυχική υγεία ή τη θρησκεία.

Οι αστυνομικοί εμπλέκονται μόνο όταν υπάρχει απειλή του επικείμενου κινδύνου, είπε η Hedieh Mirahmadi, πρόεδρος της ομάδας. Στην ιδανική περίπτωση, είπε, οι άνθρωποι παίρνουν βοήθεια χωρίς να στιγματίζονται ή να διατίθενται λίστες στην κυβέρνηση. Το πρόγραμμα δεν είναι πλήρως αποτελεσματικό. Μια σχεδόν ολοκληρωμένη μελέτη σχετικά με την αποτελεσματικότητά του δίνει υψηλή βαθμολογία στην οικοδόμηση σχέσεων εντός της κοινότητας, αλλά δεν αξιολογεί κατά πόσον η ομάδα μειώνει τον βίαιο εξτρεμισμό. Και ενώ η Mirahmadi είπε ότι "κανείς δεν θα διαφωνήσει" με τα προειδοποιητικά σημάδια της, οι ερευνητές είναι πολύ λιγότερο βέβαιοι ότι αποτελούν δείκτες ριζοσπαστικοποίησης. Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση Ομπάμα πιστεύει ότι το Worde θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο και το έχει επιχορηγήσει με 500.000 δολάρια.

Η Faiza Patel, δικηγόρος στο Κέντρο για τη Δικαιοσύνη Brennan, παραμένει δύσπιστη. Το Worde δεν έχει δημοσιοποιήσει τα πρωτόκολλα παρέμβασης του ή τη μέθοδο για την αξιολόγηση πραγμάτων όπως τα παράπονα πολιτικού χαρακτήρα. Η Mirahmadi ανέφερε ότι τέτοιου είδους εργαλεία θα παρεξηγηθούν πολύ εύκολα. Αλλά, είπε, είναι μια αρχή. Η ομάδα της είχε συμβουλεύσει περίπου 20 άτομα, παρέχοντας βοήθεια που διαφορετικά δεν θα υπήρχε. Το αν κάποιο από αυτά τα άτομα θα είχε γίνει βίαιο, λέει, είναι αδύνατον να το γνωρίζουμε.

nytimes.com