Οι «πόλεμοι» του Τραμπ
06/10/2018 12:38
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Οι «πόλεμοι» του Τραμπ

Χρησιμοποιώντας τις οικονομικές κυρώσεις, ο Ντόναλντ Τραμπ προκαλεί την Κίνα και το Ιράν. Η οικονομία της πρώτης έχει εξίσου μεγάλο βάρος με την αμερικανική. Το στρατηγικό βάρος του δεύτερου είναι καθοριστικό στη Μέση Ανατολή. Το εγχείρημα των Ηνωμένων Πολιτειών είναι λοιπόν μείζονος σημασίας. Αποσκοπούν στο να αλλάξουν ριζικά την πολιτική δύο χωρών που, η καθεμιά στη δική της ζώνη επιρροής, αποτελούν κυρίαρχες δυνάμεις. Δεν θα έλεγε λοιπόν κανείς ότι ο 45ος αμερικανός πρόεδρος είναι απομονωτιστής. Ενεργός επεμβατιστής είναι.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου, ο Τραμπ αποχαιρέτισε αυτό το μεγάλο γεωπολιτικό ψυχόδραμα που λέγεται Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών θέτοντας τους στόχους του. Θέλει να μεταβάλει την οικονομική πολιτική του Πεκίνου. Θέλει να αναγκάσει την Τεχεράνη να διαπραγματευθεί εκ νέου το πυρηνικό της πρόγραμμα και να εγκαταλείψει τις περιφερειακές της φιλοδοξίες. Το τιτάνιο αυτό πρόγραμμα θυμίζει το όραμα που είχαν οι νεοσυντηρητικοί του Τζορτζ Μπους: Να διαμορφώσουν τον κόσμο κατ’ εικόνα τους. Αν το δει κανείς από την πλευρά των Κινέζων ή των Ιρανών, αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να υπερασπιστούν το κύρος τους.

Το αμερικανικό κατηγορητήριο κατά της Κίνας είναι γνωστό. Η Κίνα δεν παίζει καθαρά στις εμπορικές της σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και προκειμένου να γίνει μέχρι το 2025 ένας γίγαντας της τεχνολογικής καινοτομίας – λένε οι Αμερικανοί -, παραβιάζει όλους τους κανόνες του ανταγωνισμού. Η Ουάσινγκτον θέλει λοιπόν να αναγκάσει το Πεκίνο να κάνει πίσω σε αυτά τα δύο κεφάλαια. Αυτό όμως θίγει έναν από τους πυλώνες του μοντέλου της κινεζικής ανάπτυξης.

Πέρα από τον «εμπορικό πόλεμο», η Κίνα χαρακτηρίζεται επισήμως από τις ΗΠΑ και «στρατηγικός αντίπαλος», λόγω των βλέψεών της στην Ασία και της στρατιωτικοποίησης της Θάλασσας της νότιας Κίνας. Το τελευταίο της αδίκημα είναι ότι αγοράζει όπλα από μια ρωσική εταιρεία που βρίσκεται στο στόχαστρο των αμερικανικών κυρώσεων. Η σύγκρουση είναι λοιπόν πολύπλευρη. Και το Πεκίνο δεν ξεχνά – όπως έγραψε ο Γκίντεον Ράχμαν στους Financial Times – ότι «ο αιώνας του εξευτελισμού του άρχισε όταν η Βρετανία ανάγκασε τον 19ο αιώνα τη δυναστεία Τσινγκ να της κάνει εμπορικές παραχωρήσεις».

Το Ιράν δεν είναι παρά μια περιφερειακή δύναμη, όχι ένας παγκόσμιος γίγαντας όπως η Κίνα. Ο Τραμπ όμως, υποστηριζόμενος από τη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ, το κατηγορεί για όλα τα δεινά. Η ισλαμική δημοκρατία έχει πάρει τη θέση των σουνιτών τζιχαντιστών ή του Σαντάμ Χουσεϊν την εποχή του Τζορτζ Μπους του νεότερου. Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται είναι οι ίδιες με τότε: το ιρανικό καθεστώς είναι «παράνομο» και «σπέρνει το χάος, τον θάνατο και την καταστροφή» σε όλη την περιοχή.

Ο στόχος είναι και εδώ να εξαναγκαστεί η ισλαμική δημοκρατία να υποχωρήσει. Πρέπει να επαναδιαπραγματευθεί τη συμφωνία της Βιέννης, την οποία υπέγραψαν τον Ιούλιο του 2015 η Γερμανία, η Κίνα, οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Γαλλία και η Βρετανία, αλλά ακύρωσε στις 8 Μαϊου ο Τραμπ. Η Αμερική θέλει να εντάξει στις διαπραγματεύσεις το οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων της Τεχεράνης. Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να πλήξουν και την περιφερειακή πολιτική του Ιράν: την παρουσία του στη Συρία στο πλευρό του Ασαντ και, μέσω «αντιπροσώπων», στο Ιράκ και τον Λίβανο.

Για να αναγκάσει το Ιράν να κάνει πίσω, η Ουάσινγκτον του επιβάλλει ένα συντριπτικό οικονομικό εμπάργκο. Όποια εθνικότητα κι αν έχει, κάθε επιχείρηση που έχει μια πετρελαϊκή συναλλαγή με την Τεχεράνη αποκόπτεται από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η Ευρώπη συμφωνεί με τις οικονομικοεμπορικές κατηγορίες που απευθύνει η Αμερική στην Κίνα, διαφωνεί όμως με τα μέσα που χρησιμοποιεί η Ουάσινγκτον. Η αραβική πολιτική του Ιράν δεν τη βρίσκει σύμφωνη. Υπερασπίζεται όμως τη συμφωνία της Βιέννης – που, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, οι Ιρανοί εξακολουθούν να σέβονται – και είναι αποφασισμένη να καταπολεμήσει το αμερικανικό εμπάργκο. Στη Γενική Συνέλευση, έτσι, παρατηρήθηκε το σπάνιο θέαμα μιας συμμαχίας της ΕΕ με τη Ρωσία και την Κίνα εναντίον της ιρανικής πολιτικής των ΗΠΑ.

Οι αισιόδοξοι μπορεί να θεωρούν ότι ο Τραμπ ζητάει απλώς το μέγιστο δυνατό και στη συνέχεια θα τροποποιήσει τη στάση του. Και ο Τραμπ, στηριζόμενος στο βορειοκορεατικό παράδειγμα, μπορεί να υπολογίζει ότι οι Κινέζοι και οι Ιρανοί θα διαπραγματευθούν τελικά μαζί του. Ο αμερικανός πρόεδρος, όμως, έχει να κάνει με συνομιλητές που διαθέτουν ένα μεγάλο ατού: την υπομονή.

Πηγές: Le Monde, ΑΠΕ - ΜΠΕ