Ο Ερντογάν μεταξύ ΔΝΤ και Τράμπ
11/09/2018 12:06
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Ο Ερντογάν μεταξύ ΔΝΤ και Τράμπ

Και αν ο Ερντογάν κάνει τη μεγάλη –και αναμενόμενη σε μεγάλο βαθμό- κωλοτούμπα, και από εκεί που εμφανίζεται αντιαμερικάνος, επιστρέψει στις αγκάλες της Ουάσιγκτον;

Κοινή πεποίθηση στις Δυτικές πρωτεύουσες είναι ότι ο Τούρκος πρόεδρος έχει απειροελάχιστες εναλλακτικές. Πόσο μάλλον, αφού ουδείς είναι διατεθειμένος να βάλει το χέρι στην τσέπη και να βοηθήσει οικονομικά την Τουρκία. Οι δε υποσχέσεις που Κατάρ για παροχή οικονομικής βοήθειας ύψους 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων, μόνον ως ασπιρίνη στον βαριά άρρωστο –με εξωτερικό χρέος 265 δις. ευρώ- μπορεί να εκληφθεί. Οι επιλογές του, λοιπόν, είναι οι εξής: Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (όπου κουμάντο στο μεγαλύτερο βαθμό κάνουν οι ΗΠΑ) ή πτώχευση. ‘Η, εν πάση περιπτώσει, κάποια πιο ήπια λύση, με απαραίτητη προϋπόθεση, όμως, την επιστροφή του στους κόλπους της Δυτικής «συμμαχίας».

Προς την κατεύθυνση αυτή, όπως όλα δείχνουν, κινούνται οι ΗΠΑ. Από τη μεριά της, η Γερμανία, «οικονομικός γίγαντας αλλά γεωπολιτικός νάνος», ναι μεν διακηρύττει ότι στηρίζει την Τουρκία, επειδή η οικονομική κατάρρευση της γείτονος θα έχει σοβαρές συνέπειες στην Ευρώπη, αλλά στην πράξη ουδόλως είναι διατεθειμένη να βάλει ούτε ένα ευρώ για να την σώσει. Αντίθετα, θεωρεί ότι η μοναδική επιλογή που έχει η γείτων είναι το ΔΝΤ. Ένα dejà vu για την Ελλάδα.

Έξω η Τουρκία από το ΝΑΤΟ

Στην περίπτωση της επιστροφής της Άγκυρας στις αμερικανικές αγκάλες, κάτι που δεν αναμένεται άμεσα και θα περάσει από πολλά κύματα, πολύ πιθανώς θα αλλάξει και το ειδικό βάρος που αποδίδουν οι ΗΠΑ στη χώρα μας. Όπως είναι γνωστό, αν και αποφεύγουν να το λέγουν δημόσια οι Αμερικανοί, εξαιτίας της αμερικανοτουρκικής κόντρας, η Ουάσιγκτον θεωρεί πλέον την Ελλάδα ως «χώρα της πρώτης γραμμής» (frontier state) με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην αναβάθμιση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Οι οποιεσδήποτε αλλαγές στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις ενδιαφέρουν άμεσα τη χώρα μας, ειδικά στις σημερινές συγκυρίες πιθανών σημαντικών εξελίξεων στην Κύπρο, τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και τα Δυτικά Βαλκάνια.

Ωστόσο, στην Αθήνα, παρά την πολυδιαφημισμένη θεαματική καλυτέρευση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, δεν είναι λίγοι εκείνοι που δεν τρέφουν αυταπάτες. Ανέκαθεν, εξάλλου, ένα από τα σενάρια που εξέταζαν και εξετάζουν τα ελληνικά think tank είναι η πιθανότητα να τα βρει ο Ερντογάν με τις ΗΠΑ. Από την άλλη, βέβαια, δεν είναι λίγοι εκείνοι, οι οποίοι διαλαλούν ότι η Τουρκία πρέπει -και ίσως και η ίδια να θέλει- να φύγει από το ΝΑΤΟ. Κάποιοι θεωρούν ότι αυτό το «αφήγημα» απλά χρησιμοποιείται ως απειλή προς την Τουρκία. Άλλοι, όμως, το πιστεύουν. Ωστόσο, ουδείς μπορεί να κάνει ασφαλείς προβλέψεις, ειδικά όταν ο απρόβλεπτος Ερντογάν μοιάζει να είναι έτοιμος να παίξει ακόμα και το κεφάλι του, την ίδια στιγμή που πληθαίνουν οι χαιρέκακες προβλέψεις ότι θα έχει τη μοίρα του Καντάφι.

Πρόσφατα, ο επικεφαλής του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, Τζον Μπόλτον, δήλωσε ότι «προς το παρόν» (!) δεν αμφισβητείται η ιδιότητα της Τουρκίας ως μέλους του ΝΑΤΟ. Φράση που αφήνει να εννοηθεί ότι δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να αμφισβητηθεί στο μέλλον. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, σημαντική μερίδα αξιωματούχων και αναλυτών στις Δυτικές πρωτεύουσες, θεωρεί τουλάχιστον υπερβολικές τις ανησυχίες για απομάκρυνση της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ. Κατά την άποψή τους, ο Τ.Ερντογάν γνωρίζει πολύ καλά ότι, ευρισκόμενος στο ΝΑΤΟ αφενός αναβαθμίζει τη διεθνή θέση του και της χώρας του, αφετέρου ότι εάν αποχωρήσει, θα μετατραπεί σε μαριονέτα της Μόσχας.

Να σημειωθεί πως ευρέως στη Δύση διαχέεται η εικόνα ότι ο Πούτιν δεν αντιμετωπίζει ισότιμα τον Ερντογάν, αλλά τον εκμεταλλεύεται για να πετύχει τους στόχους του στη Συρία. Κάτι που προβλήθηκε με ιδιαίτερη ένταση τις τελευταίες ημέρες με αφορμή τις επιθέσεις ρωσικών και συριακών (του Άσαντ) δυνάμεων στην περιοχή Ιντλίμπ. Βέβαια, από μια ενδεχόμενη κυβίστηση Ερντογάν, η Ρωσία θα χάσει «γεωπολιτικούς πόντους». Η Μόσχα, ως γνωστόν, έχει επενδύσει σε μια «στρατηγική συμμαχία» -κατ’ άλλους «λυκοσυμμαχία» με ημερομηνία λήξης- με την Τουρκία, η οποία περιλαμβάνει από προμήθεια εξελιγμένων οπλικών συστημάτων μέχρι κατασκευή πυρηνικού σταθμού. Σε κάθε περίπτωση, και ειδικά εάν μπει η Τουρκία στην κηδεμονία του ΔΝΤ, πιθανότατα το σχέδιο για σταθμό θα ακυρωθεί. Αλλά και η Μόσχα δεν πρέπει να έχει αυταπάτες. Το ζητούμενο γι’ αυτήν, άλλωστε, σε αυτή τη φάση, είναι η πρωτοκαθεδρία στη Συρία, το ξεκαθάρισμα της εκεί κρίσης, ο εκτοπισμός της Τουρκίας (και του Ιράν;), και η αποχώρηση των ρωσικών δυνάμεων, οι οποίες θα αφήσουν στο πόδι τους τις δυνάμεις του Άσαντ.

Όπως και να’ χει, ενδεχόμενη απομάκρυνση της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ, μάλλον θα δημιουργήσει περαιτέρω συγκρουσιακές συνθήκες μεταξύ της γείτονος και της χώρας μας. Από την άλλη, και στην περίπτωση που η Τουρκία επιστρέψει στις αμερικανικές αγκάλες, όπως στο παρελθόν, έτσι και τώρα, η Δύση θα της συμπεριφερθεί και πάλι ως το χαϊδεμένο παιδί της, ή το απολωλός πρόβατο που ξαναγύρισε στον … ποιμένα της.

Κρίσιμο δίμηνο

Το που πηγαίνουν οι αμερικανοτουρκικές και οι ευρωτουρκικές σχέσεις θα δείξουν ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος. Στις 21 του μηνός ξεκινάει η γενική συνέλευση του ΟΗΕ, όπου μέχρι τώρα, υπό τις άσχημες συνθήκες που επικρατούν μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας, δεν έχει κλειστεί κανένα ραντεβού ανάμεσα σε Τράμπ και Ερντογάν, και μάλλον δεν προβλέπεται να γίνει κάτι τέτοιο.

Στις 28 και 29 Σεπτεμβρίου, επίσης, ο Τούρκος πρόεδρος θα πραγματοποιήσει την –πρώτη μετά το 2014- επίσημη επίσκεψή του στη Γερμανία, ενώ προηγουμένως, στις 21 Σεπτεμβρίου, προγραμματίζεται συνάντηση των υπουργών Οικονομικών Γερμανίας και Τουρκίας, όπου ο δεύτερος αναμένεται να ζητήσει την οικονομική στήριξη της Γερμανίας. Πρόσφατα, ενόψει της επίσκεψης Ερντογάν στη Γερμανία, η Άγκυρα απελευθέρωσε μια γερμανίδα δημοσιογράφο, η οποία επέστρεψε στη χώρα της, μαζί με τον ηλικίας τριών ετών γιο της, μετά από επτά μήνες φυλάκιση. Μετά την επιστροφή της, κατήγγειλε τις μαζικές φυλακίσεις δημοσιογράφων στην Τουρκία, μεταξύ των οποίων είναι και ο σύζυγός της. Προηγουμένως, η Τουρκία, και ενώ η λίρα δεχόταν ισχυρές πιέσεις, απελευθέρωσε τους δυο Έλληνες στρατιωτικούς, καθώς και ένα στέλεχος ΜΚΟ.

Ακόμα, στις 12 Οκτωβρίου είναι προγραμματισμένη η εξέταση της υπόθεσης του Αμερικανού πάστορα, Μπράνσον, από το τουρκικό δικαστήριο. Άξιον προσοχής είναι ότι πρόσφατα άλλαξε ο δικαστής της υπόθεσης. Κάτι που δεν αποκλείεται να σηματοδοτεί την κεκαλυμμένη αναδίπλωση του Ερντογάν. Ωστόσο, είναι ένα ερώτημα εάν ο Τράμπ θα περιμένει μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Να σημειωθεί πως, παρά τις κάπως ηπιότερες απόψεις για τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπιστεί η Τουρκία, ως επί το πλείστον από παράγοντες στο χώρο της Άμυνας και του State Department στις ΗΠΑ, το θέμα πλέον φαίνεται να έχει περάσει στα χέρια του Τράμπ, ο οποίος δεν δείχνει διάθεση υποχώρησης, εάν δεν απελευθερωθεί άμεσα ο πάστορας. Ο πάστορας προέρχεται από τους Ευαγγελιστές, των οποίων η συντριπτική πλειοψηφία ψηφίζει Τράμπ. Ο τελευταίος, το Νοέμβριο έχει κρίσιμες εκλογές στο Κογκρέσο, και σίγουρα δεν θα ήθελε να παραμένει έως τότε ανοικτό το θέμα του πάστορα. Όπως και να’ χει, εξαιτίας της «διπλωματίας των ομήρων» που ακολουθεί η Τουρκία, ακόμα και οι παραδοσιακοί σύμμαχοί της στο Καπιτώλιο, σε μεγάλο βαθμό την εγκαταλείπουν.

Ο όφις με ηπάτησε

Όλα ξεκίνησαν τον Ιούλιο, στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, οπότε ο Ερντογάν φέρεται να είχε ζητήσει από τον Τράμπ να μεσολαβήσει στον ισραηλινό πρωθυπουργό, Μπενιαμίν Νετανιάχου, για την απελευθέρωση από το Ισραήλ της Τουρκάλας, Εμπρού Οζκάν, η οποία είχε συλληφθεί στο Ισραήλ με την κατηγορία για σχέσεις με την παλαιστινιακή οργάνωση Χαμάς. Ως αντάλλαγμα, προσέφερε την απελευθέρωση του Αμερικανού πάστορα. Πράγματι, η Τουρκάλα απελευθερώθηκε στο τέλος του Ιουλίου. Ωστόσο, ο Μπράνσον ναι μεν βγήκε από τη φυλακή, αλλά ετέθη σε κατ’ οίκον περιορισμό. Κάτι που η Ουάσιγκτον εξέλαβε ως ανοικτή κοροϊδία εκ μέρους της Τουρκίας, με τον Τράμπ να λέγει ότι ο Ερντογάν τον εξαπάτησε.

Προφανώς, το θέμα δεν είναι «προσωπικό» ανάμεσα στον Τράμπ και τον Ερντογάν. Είναι βαθιά γεωπολιτικό. Και θα ήταν αφέλεια να νομίζει κανείς ότι οι ΗΠΑ θα σταματήσουν στον πάστορα, στον τουρκοαμερικάνο, Σερκάν Γκόλζ (πυρηνικό επιστήμονα) που επίσης κρατείται στην Τουρκία, ή στους τρεις Τούρκους υπαλλήλους της αμερικανικής πρεσβείας στην γείτονα. Ο στόχος είναι η πλήρης απομάκρυνση της Τουρκίας από τη Ρωσία. Ήδη, η Ουάσιγκτον ζητάει από την Άγκυρα να μην προμηθευτεί τις ρωσικές αντιαεροπορικές συστοιχίες, S-400. Σε αυτό το σκηνικό θεωρείται αμφίβολο, αν όχι αδύνατον, να μεταφερθούν στην Τουρκία έως το 2020 τα πρώτα τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη, F-35, τα οποία εξάλλου ως συμπαραγωγός έχει πληρώσει η Άγκυρα.

Ναι μεν, αλλά στρατηγικός εταίρος

Πάντως, ενώ δημοσίως ΗΠΑ και Τουρκία προβάλλουν την εικόνα εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ τους, στην «γραφειοκρατία» της Ουάσιγκτον φαίνεται πως μάλλον βαραίνει η γεωπολιτική θέση της Τουρκίας, και κυριαρχεί η άποψη ότι η χώρα είναι στρατηγικής σημασίας σύμμαχος των ΗΠΑ, μετέχει στον φορέα των είκοσι μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου (G20) και είναι σημαντικό μέλος του ΝΑΤΟ. Κοντολογίς, ναι μεν στην παρούσα οι σχέσεις βρίσκονται σε δύσκολη καμπή, αλλά στόχος είναι να μην προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη ανάμεσα στη Δύση και την Τουρκία. Την ίδια εικόνα, βέβαια, «διαρρέουν» και ορισμένοι Τούρκοι αξιωματούχοι, καθώς και μέλη του περιβάλλοντος Ερντογάν.

Από την άλλη, θεωρείται σίγουρο ότι οι ΗΠΑ έχουν ανάγκη την Τουρκία, προκειμένου να πετύχουν τους στόχους τους στο Ιράν. Και, βέβαια, μπορεί η σοβαρή εμπλοκή της τουρκικής Τράπεζας, Halkbank, στην παράκαμψη των αμερικανικών κυρώσεων στο Ιράν, να μην ξεχαστεί από την Ουάσιγκτον, ωστόσο, το γεγονός ότι η αμερικανική Δικαιοσύνη έριξε στα μαλακά, με χαμηλή ποινή φυλάκισης μόλις 32 μηνών τον Τούρκο τραπεζίτη, Μεχμέτ Χακάν Ατίλλα, δεν πρέπει να περνά απαρατήρητο. Η Άγκυρα, πάντως, δεν φαίνεται να εκτίμησε δεόντως την αμερικανική κίνηση, όπως αποδεικνύεται από την τακτική της στην υπόθεση του Αμερικανού πάστορα.

Μονόδρομος το ΔΝΤ;

Να σημειωθεί πως προ εβδομάδων, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Στήβεν Μνούχιν, άφησε σαφώς να εννοηθεί ότι εξετάζονται και νέα μέτρα κατά της Τουρκίας εάν δεν αφεθεί ελεύθερος ο πάστορας. Εκτός αυτού, πρόσφατα, κατατέθηκε στο Κογκρέσο νομοσχέδιο για τον περιορισμό χορήγησης δανείων προς την Τουρκία από διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έως ότου τερματιστούν οι αυθαίρετες κρατήσεις Αμερικανών υπηκόων.

Από τη μεριά της, η Τουρκία, προκειμένου να κερδίσει χρόνο, προβάλλει τη στήριξη που εξήγγειλε το Κατάρ. Παρά ταύτα, στην Άγκυρα γνωρίζουν πολύ καλά ότι ακόμα κι’ αν υλοποιηθεί η υπόσχεση του Κατάρ, τα 15 δις. δολάρια, μοιάζουν μάλλον με ασπιρίνη για βαριά άρρωστο. Εξάλλου, μέχρι το τέλος του 2018 το τουρκικό κράτος και οι ιδιώτες δανειστές καλούνται να αναδιατάξουν τις υποχρεώσεις τους ύψους 230 δισ. ευρώ. Ποσόν που αντιστοιχεί σε περισσότερο από το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της γείτονος.

Την ίδια στιγμή, το Βερολίνο, θεωρητικά τουλάχιστον πιστεύει ότι πρέπει να δοθεί με κάποιο τρόπο (!;) γερμανική – ευρωπαϊκή οικονομική βοήθεια στην Τουρκία. Στην πράξη, όμως, δεν φαίνεται καθόλου διατεθειμένο ούτε να βάλει το χέρι στην τσέπη, ούτε και να πείσει γι’ αυτό τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Όλα δείχνουν ότι η Γερμανία θα περιοριστεί σε συμβολικές χειρονομίες στήριξης της οικονομίας της Τουρκίας, όπως άλλωστε κάνει μέχρι τώρα με τις δημόσιες δηλώσεις αξιωματούχων της. Στην πραγματικότητα, όμως, θα ταχθεί υπέρ της παρέμβασης του ΔΝΤ. Ακόμα και σήμερα, Γερμανοί αξιωματούχοι σε κατ΄ ιδίαν συζητήσεις ουδόλως κρύβουν ότι η μόνη λύση για την Τουρκία είναι το ΔΝΤ και ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική επιλογή. Βέβαια, σημειώνουν ότι όσον αφορά το Μεταναστευτικό, θα πρέπει να δοθούν περισσότερα χρήματα στην Άγκυρα.

Επιπλέον, το Βερολίνο δεν φαίνεται ούτε καν να εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο επέκτασης της Τελωνειακής Ένωσης της Τουρκίας με την Ευρώπη, κάτι που η πρώτη αποζητάει διακαώς. Αλλά και όσον αφορά αυτή καθεαυτή την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας προς την ΕΕ, φαίνεται πως το ενδεχόμενο αυτό έχει ήδη απομακρυνθεί, και πλέον το ερώτημα που τίθεται, είναι ποια θα πρέπει να είναι η σχέση που θα διαμορφωθεί ανάμεσα σε ΕΕ και Τουρκία. Ως γνωστόν, δεν είναι λίγοι εκείνοι που ομιλούν περί «ειδικής σχέσης». Εάν, ωστόσο, η Άγκυρα, όπως εξάλλου εξήγγειλαν πρόσφατα τρεις υπουργοί της, αποφασίσει να ακολουθήσει τον ευρωπαϊκό δρόμο, τότε δεν αποκλείεται να ανοίξει ένα μικρό παράθυρο ευκαιρίας, αλλά με την προϋπόθεση ότι θα τηρηθούν αυστηρά και χωρίς εκπτώσεις τα ενταξιακά κριτήρια.

Γερμανικός, νεοφιλελέ προστατευτισμός

Να σημειωθεί πως άνω του 70% των ερωτηθέντων Γερμανών σε πρόσφατη δημοσκόπηση, ετάχθη κατά της βοήθειας προς την Τουρκία. Στην περίπτωση της Τουρκίας, η Γερμανία έχει άμεσα οικονομικά συμφέροντα. Οι γερμανικές Τράπεζες έχουν επενδύσει 21 δις. ευρώ στη χώρα. Ωστόσο, δεν φαίνεται να συντρέχει κάποιος σοβαρός λόγος ανησυχίας, εξαιτίας της κρίσης στην Τουρκία, αφού οι όποιες συναλλαγές γίνονται, καλύπτονται από τις εξαγωγικές εγγυήσεις του γερμανικού κράτους. Κατά τα λοιπά, το Βερολίνο τάσσεται υπέρ του νεοφιλελεύθερου μοντέλου της «ελεύθερης αγοράς». Προφανώς, μόνον για όλους τους άλλους (όπως π.χ. την Ελλάδα), αλλά όχι για τη Γερμανία, η οποία χαρακτηρίζεται από ακραίο «προστατευτισμό» προς τις επιχειρήσεις της.

Επίσης, η Γερμανία και γενικότερα η ΕΕ έχουν να αντιμετωπίσουν και ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα. Το θέμα της ωμής καταστολής στην Τουρκία. Πόσο μάλλον, αφού μόνον στα χαρτιά ήρθη το καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Κι’ αυτό για να ρίξει η Άγκυρα στάχτη στα μάτια των Ευρωπαίων, οι οποίοι, όμως, ουδόλως μπορούν να δικαιολογήσουν στην κοινή γνώμη τους τις διαρκείς εφόδους και συλλήψεις εκ μέρους των δυνάμεων καταστολής που είναι στην υπηρεσία του Τ.Ερντογάν. Είναι χαρακτηριστικό ότι εσχάτως προωθήθηκε στην τουρκική Βουλή νομοσχέδιο που διατηρεί πλήρως την ουσία του «καθεστώτος πολιορκίας» (διωγμοί υπαλλήλων Δημοσίου, υπερεξουσίες, στέρηση βασικών ελευθεριών δήθεν για λόγους δημόσιας τάξης, τροποποίηση αντιτρομοκρατικού νόμου επί το χείρον, κ.ο.κ).

Σερβία - Κόσσοβο

Γενικότερα, μόνιμη επωδός του Βερολίνου είναι ότι, τόσο για την Τουρκία, όσο και για τα τεκταινόμενα στα Βαλκάνια, και ειδικά στην περίπτωση της Σερβίας με το Κόσσοβο, φταίει η πολιτική που ακολουθεί ο Ντ.Τράμπ, του «ταύρου εν υαλοπωλείω». Και σίγουρα, ως έναν βαθμό έχει δίκιο. Ωστόσο, αυτό δεν απαντάει στην υπαρκτή αδυναμία της Γερμανίας να παίξει παρεμβατικό ρόλο στις γεωπολιτικές εξελίξεις, αλλά και στα γεωπολιτικά κενά που αφήνουν οι ίδιες οι γερμανικές πολιτικές, όπως χαρακτηριστικά στην Ελλάδα, καθώς και στα Βαλκάνια την τελευταία τριακονταετία. Εξάλλου, σήμερα είναι ηλίου φαεινότερο ότι η αμφισβήτηση του προσώπου της Μέρκελ στο εσωτερικό της Γερμανίας, προκαλεί σοβαρά πλήγματα και στη διεθνή εικόνα της Γερμανίας. Κάτι που επιτείνουν οι αμερικανικές επιθέσεις κατά του Βερολίνου.

Όπως και να’ χει, όλα δείχνουν ότι το Βερολίνο σήμερα είναι έξω από το παιχνίδι στις διεργασίες μεταξύ Σερβίας και Κοσσόβου. Αντίθετα, την πρωτοβουλία μάλλον την έχουν οι ΗΠΑ. Ως γνωστόν, πρόσφατα ο επικεφαλής του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΠΑ, Τζον Μπόλτον, ετάχθη υπέρ της «διόρθωσης των συνόρων» μεταξύ Σερβίας και Κοσσόβου, εφόσον οι δυο πλευρές τελικώς συμφωνούσαν μεταξύ τους. Την πρόταση αυτή είχε υποβάλλει αρχικώς ο πρόεδρος του Κοσσόβου, Χασιμ Θάτσι, ενώ την σιγόνταρε και ο Σέρβος πρόεδρος, Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Οι δυο τους εμφανίζονταν να συζητούν το σενάριο, κομμάτι του Βόρειου Κοσσυφοπεδίου, δηλαδή το τμήμα της –με σερβικό πληθυσμό- Μιτρόβιτσα, να περάσει στη Σερβία, και η -με αλβανικό πληθυσμό- περιοχή της Νότιας Σερβίας, Πρέσεβο, να περάσει στο Κόσσοβο. Η συμφωνία που θα υπογραφόταν, θα σήμαινε αναγνώριση του κράτους του Κοσσόβου, και πιθανότατα θα άνοιγε το δρόμο για σταδιακή ένταξη της Σερβίας στην ΕΕ.

Το Βερολίνο χαρακτηρίζει «άφρονες» τις δηλώσεις Μπόλτον, ενώ θεωρεί ότι η αλλαγή συνόρων θα ανοίξει το «κουτί της Πανδώρας» σε ολόκληρα τα Βαλκάνια. Παρά ταύτα, αναγνωρίζει ότι μια συμφωνημένη –μεταξύ των δυο πλευρών- αλλαγή συνόρων δεν αντίκειται στο Διεθνές Δίκαιο, και ότι σε αυτή την περίπτωση δεν θα παρέμβει για να την ακυρώσει. Πράγματι τα θέμα χρήζει εξαιρετικά μεγάλης προσοχής. Αφορά, δε, άμεσα την Ελλάδα, η οποία και λόγο έχει, και πρωταγωνιστικό ρόλο μπορεί να παίξει. Είναι ευνόητο ότι η χώρα μας δεν μπορεί να συμφωνήσει με την αλλαγή των συνόρων στα Βαλκάνια. Πόσο μάλλον, όταν έχει ανοικτές τις πληγές στην Κύπρο. Ούτε, βέβαια, με τη δημιουργία μονοεθνικών κρατών στα Βαλκάνια. Κι’ αυτό διότι αφενός σχεδόν όλα τα Βαλκάνια αποτελούνται από πολυεθνικά κράτη, ενώ και στη χώρα μας διαβιεί η μουσουλμανική μειονότητα. Από την άλλη, ωστόσο, εάν συμφωνήσουν Σερβία και Κόσσοβο, θα είναι δύσκολο, εάν όχι αδύνατον, να μπλοκαριστεί μια τέτοια συμφωνία. Να σημειωθεί ότι η χώρα μας είναι μια από τις πέντε ευρωπαϊκές χώρες που δεν αναγνωρίζουν το Κόσσοβο.