ΝΥΤ: Οι ΗΠΑ βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στη χρηματοδότηση από τους Σαουδάραβες για να υποστηρίξουν τους αντάρτες της Συρίας
24/01/2016 16:46
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

ΝΥΤ: Οι ΗΠΑ βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στη χρηματοδότηση από τους Σαουδάραβες για να υποστηρίξουν τους αντάρτες της Συρίας

Όταν ο Πρόεδρος Ομπάμα εξουσιοδότησε κρυφά την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών να αρχίσει να εξοπλίζει τους αντάρτες της Συρίας το 2013, η μυστική υπηρεσία ήξερε ότι θα έχει έναν πρόθυμο συνεργάτη που θα βοηθήσει να πληρωθεί η μυστική επιχείρηση. Ήταν ο ίδιος συνεργάτης που η CIA στηρίχθηκε επί δεκαετίες για χρήματα και διακριτικότητα σε απομακρυσμένες συγκρούσεις: το Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας.

Από τότε, η CIA και η αντίστοιχη υπηρεσία της Σαουδικής Αραβίας έχουν διατηρήσει μια ασυνήθιστη συμφωνία για την αποστολή εκπαίδευσης των ανταρτών, για την οποία οι Αμερικάνοι έχουν την κωδική ονομασία Timber Sycamore. Στο πλαίσιο της συμφωνίας, υποστηρίζουν νυν και πρώην στελέχη της κυβέρνησης, οι Σαουδάραβες συνεισφέρουν όπλα και μεγάλα χρηματικά ποσά, και η CIA έχει το προβάδισμα στην εκπαίδευση των ανταρτών σε AK-47 και αντι-αρματικών πυραύλων.

Η υποστήριξη στους αντάρτες της Συρίας είναι μόνο το τελευταίο κεφάλαιο στην δεκαετή σχέση μεταξύ των υπηρεσιών κατασκοπείας της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, μια συμμαχία που έχει αντέξει από το σκάνδαλο Ιράν-Κόντρας, τη στήριξη των μουτζαχεντίν εναντίον των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν και πολέμους δι' αντιπροσώπων στην Αφρική. Μερικές φορές, όπως στη Συρία, οι δύο χώρες έχουν εργαστεί μαζί. Σε άλλες περιπτώσεις, η Σαουδική Αραβία απλά υπογράφει επιταγές και η Αμερική αναλαμβάνει τη δράση.

Το κοινό πρόγραμμα κατάρτισης και εξοπλισμού, στο οποίο και άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής συνεισφέρουν χρήματα, συνεχίζεται καθώς οι σχέσεις της Αμερικής με τη Σαουδική Αραβία - και η θέση του βασιλείου στην περιοχή- είναι ρευστά. Οι παλιοί δεσμοί του φθηνού πετρελαίου και της γεωπολιτικής που κρατούν κοντά τις δύο χώρες εδώ και πολύ καιρό έχουν χαλαρώσει, ενώ η εξάρτηση της Αμερικής από το ξένο πετρέλαιο μειώνεται και η κυβέρνηση Ομπάμα επιχειρεί μια διπλωματική προσέγγιση με το Ιράν.

Και όμως η συμμαχία παραμένει και συντηρείται από άφθονα χρήματα των Σαουδαράβων και την αναγνώριση των αμοιβαίων συμφερόντων. Εκτός από τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας και το ρόλο της ως πνευματικού ηγέτη του σουνιτικού μουσουλμανικού κόσμου, η μακροχρόνια σχέση των μυστικών υπηρεσιών εξηγεί γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν απρόθυμες να επικρίνουν ανοιχτά τη Σαουδική Αραβία για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την αντιμετώπιση των γυναικών και την υποστήριξη στον Ουαχαμπισμό, μια ακραία έκφανση του Ισλάμ, έχει εμπνεύσει πολλές από τις τρομοκρατικές ομάδες που πολεμούν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η κυβέρνηση Ομπάμα δεν καταδίκασε δημοσίως το δημόσιο αποκεφαλισμό στη Σαουδική Αραβία αυτό το μήνα του αντιφρονούντα σιίτη κληρικού, σεΐχη αλ-Νιμρ, ο οποίος είχε αμφισβητήσει τη βασιλική οικογένεια.

Παρά το γεγονός ότι οι Σαουδάραβες έχουν δημοσιοποιήσει το γεγονός ότι βοηθούν στον εξοπλισμό ανταρτών στη Συρία, η έκταση της συνεργασίας τους στην συγκαλυμμένη εκστρατεία δράσης της CIA και η άμεση οικονομική στήριξη τους δεν έχουν αποκαλυφθεί. Λεπτομέρειες έχουν συγκεντρωθεί από συνεντεύξεις με νυν και πρώην Αμερικανούς αξιωματούχους και πηγές από διάφορες χώρες του Περσικού Κόλπου. Οι περισσότεροι μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας.

Από τη στιγμή που η CIA ξεκίνησε την επιχείρηση, τα χρήματα των Σαουδαράβων την υποστήριξαν. "Καταλαβαίνουν ότι πρέπει να μας έχουν, και καταλαβαίνουμε ότι πρέπει να τους έχουμε", δήλωσε ο Mike Rogers, πρώην γερουσιαστής των Ρεπουμπλικανών από το Μίτσιγκαν, που ήταν πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Πληροφοριών, όταν άρχισε η επιχείρηση της CIA. Ο Rogers αρνήθηκε να συζητήσει τις λεπτομέρειες της μυστικής επιχείρησης.

Οι αμερικανοί αξιωματούχοι δεν έχουν αποκαλύψει το ποσό της Σαουδαραβικής συνεισφοράς, το οποίο είναι μακράν το μεγαλύτερο από αυτό που συνεισφέρει οποιαδήποτε άλλη χώρα για τον εξοπλισμό των ανταρτών εναντίον του προέδρου Μπασάρ αλ-Άσαντ. Αλλά οι εκτιμήσεις ανέρχονται σε αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια. Ο Λευκός Οίκος έχει αποδεχθεί την συγκαλυμμένη χρηματοδότηση από τη Σαουδική Αραβία - και από το Κατάρ, την Ιορδανία και την Τουρκία- σε μια εποχή που ο Ομπάμα έχει ωθήσει τα έθνη του Κόλπου να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο της ασφάλειας στην περιοχή.

Όταν ο Ομπάμα υπέγραφε τον εξοπλισμό των ανταρτών, την άνοιξη του 2013, το έκανε εν μέρει για να προσπαθήσει να αποκτήσει τον έλεγχο μιας εμφανώς άναρχης κατάστασης στην περιοχή. Το Κατάρ και οι Σαουδάραβες διοχέτευαν όπλα στη Συρία για περισσότερο από ένα χρόνο. Το Κατάρ είχε περάσει ακόμη και λαθραία κινεζικής κατασκευής εκτοξευτές πυραύλων FN-6 από τα σύνορα της Τουρκίας.

Οι προσπάθειες των Σαουδαράβων οδηγήθηκαν από το επιδεικτικό πρίγκιπα Μπαντάρ μπιν Σουλτάν, τότε αρχηγό των μυστικών υπηρεσιών, ο οποίος καθοδήγησε τους Σαουδάραβες κατασκόπους να αγοράσουν χιλιάδες AK-47s και εκατομμύρια πυρομαχικά στην Ανατολική Ευρώπη για τους αντάρτες της Συρίας. Η CIA βοήθησε στο να κανονιστούν κάποιες από τις αγορές όπλων για τους Σαουδάραβες, συμπεριλαμβανομένου και ενός μεγάλου deal στην Κροατία το 2012.

Μέχρι το καλοκαίρι του 2012, μιας αίσθηση επιτυχίας είχε επικρατήσει κατά μήκος των συνόρων της Τουρκίας με τη Συρία, καθώς τα έθνη του Κόλπου διοχέτευαν μετρητά και όπλα σε ομάδες ανταρτών - ακόμα και σε κάποιους που οι Αμερικανοί αξιωματούχοι ανησυχούσαν ότι είχαν δεσμούς με ριζοσπαστικές ομάδες όπως η Αλ Κάιντα. Η CIA ήταν ως επί το πλείστον στο περιθώριο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, καθώς της επιτράπηκε από τον Λευκό Οίκο στο πλαίσιο του προγράμματος κατάρτισης Timber Sycamore να παραδώσει άλλη βοήθεια -πλην όπλων- στους αντάρτες. Στα τέλη του 2012, σύμφωνα με δύο πρώην ανώτερους Αμερικανούς αξιωματούχους, ο David H. Petraeus, τότε διευθυντής της CIA, έκανε ένα αυστηρό κήρυγμα στους υπαλλήλους των μυστικών υπηρεσιών από διάφορα έθνη του Κόλπου, σε μια συνάντηση κοντά στη Νεκρά Θάλασσα στην Ιορδανία. Τους επέπληξε για την αποστολή όπλων στη Συρία χωρίς συντονισμό μεταξύ τους ή με αξιωματούχους της CIA στην Ιορδανία και την Τουρκία.

Μήνες αργότερα, ο Ομπάμα έδωσε την έγκρισή του για να ξεκινήσει η CIA άμεσα τον οπλισμό και την εκπαίδευση των ανταρτών από μια βάση στην Ιορδανία, τροποποιώντας το πρόγραμμα Timber Sycamore, έτσι ώστε να επιτρέπεται και η παροχή όπλων. Σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, η CIA είχε το προβάδισμα στον τομέα της κατάρτισης, ενώ η υπηρεσία πληροφοριών της Σαουδικής Αραβίας, η Γενική Διεύθυνση Πληροφοριών, παρείχε χρήματα και όπλα, συμπεριλαμβανομένων και αντιαρματικών πυραύλων TOW.

Οι Καταριανοί βοήθησαν επίσης συνέβαλαν στην χρηματοδότηση της εκπαίδευσης και επέτρεψαν τη δημιουργία μιας βάσης στο Κατάρ που θα χρησιμοποιούνταν ως πρόσθετος τόπος κατάρτισης. Αλλά οι Αμερικανοί αξιωματούχοι αναφέρουν ότι η Σαουδική Αραβία ήταν μακράν ο μεγαλύτερος συνεισφέρων στην επιχείρηση.

Ενώ η κυβέρνηση Ομπάμα είδε αυτή τη συμμαχία ως κάτι θετικό για το Κογκρέσο, ορισμένοι, όπως ο γερουσιαστής Ron Wyden, ένας Δημοκρατικός από το Όρεγκον, έθεσαν ερωτήματα σχετικά με το γιατί η CIA χρειαζόταν τα χρήματα των Σαουδαράβων για την επιχείρηση. Ο Wyden αρνήθηκε να δώσει συνέντευξη, αλλά από το γραφείο του κυκλοφόρησε μια δήλωση η οποία ζητούσε περισσότερη διαφάνεια.

Όταν οι σχέσεις μεταξύ των χωρών που συμμετέχουν στο πρόγραμμα κατάρτισης είναι τεταμένες, συχνά οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να παίξουν τον ρόλο του διαμεσολαβητή. Ως οικοδεσπότης, η Ιορδανία αναμένει τακτικές πληρωμές από τους Σαουδάραβες και τους Αμερικανούς. Όταν οι Σαουδάραβες αργούν να πληρώσουν, σύμφωνα με έναν πρώην ανώτερο αξιωματούχο των μυστικών υπηρεσιών, οι Ιορδανοί διαμαρτύρονται σε αξιωματούχους της CIA. Ενώ οι Σαουδάραβες έχουν χρηματοδοτήσει προηγούμενες αποστολές της CIA χωρίς καμία δέσμευση, τα χρήματα για τη Συρία έρχονται με προσδοκίες, υποστηρίζουν νυν και πρώην αξιωματούχοι. "Θέλουν μια θέση στο τραπέζι και να έχουν λόγο στην ατζέντα" σχολιάζει ο Bruce Riedel, ένας πρώην αναλυτής της CIA και νυν ένας ανώτερος συνεργάτης στο Ινστιτούτο Brookings.

Το πρόγραμμα κατάρτισης της CIA είναι ξεχωριστό από ένα άλλο πρόγραμμα εξοπλισμού ανταρτών της Συρίας του Πενταγώνου, το οποίο έχει λήξει. Εκείνο το πρόγραμμα είχε σχεδιαστεί για να εκπαιδεύσει αντάρτες για την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία, σε αντίθεση με το πρόγραμμα της CIA το οποίο επικεντρώνεται σε ομάδες ανταρτών που πολεμούν τον στρατό της Συρίας.

Ενώ η συμμαχία των υπηρεσιών πληροφοριών είναι κεντρικής σημασίας για τον πόλεμο στη Συρία και υπήρξε σημαντική στον πόλεμο κατά της Αλ Κάιντα, ένα σημείο το οποίο συνεχίζει να ενοχλεί τις σχέσεις ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας είναι το κατά πόσο οι Σαουδάραβες πολίτες εξακολουθούν να στηρίζουν τις τρομοκρατικές ομάδες, σύμφωνα με τους αναλυτές. "Όσο περισσότερο το επιχείρημα γίνεται 'τους χρειαζόμαστε ως εταίρο ενάντια στην τρομοκρατία', τόσο λιγότερο πειστικό είναι", δήλωσε ο William McCants, ένας πρώην σύμβουλος της αντιτρομοκρατικής στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και συγγραφέας ενός βιβλίου για το Ισλαμικό Κράτος. "Εάν αυτή είναι καθαρά μια συζήτηση για αντιτρομοκρατική συνεργασία, και εφόσον οι Σαουδάραβες είναι εξ αρχής ένα μεγάλο μέρος του προβλήματος για τη δημιουργία της τρομοκρατίας, τότε πόσο πειστικό επιχείρημα είναι αυτό;"

Στο άμεσο μέλλον, η συμμαχία θα παραμείνει σταθερή, ενισχυμένη από ένα δεσμό μεταξύ αρχι-κατασκόπων. Ο πρίγκιπας Μοχάμεντ μπιν Ναγιεφ, ο Σαουδάραβας υπουργός Εσωτερικών ο οποίος ανέλαβε την προσπάθεια να οπλίσει τους αντάρτες της Συρίας από τον πρίγκιπα Μπαντάρ, γνωρίζει τον διευθυντή της CIA John O. Brennan απ' όταν ο Brennan ήταν επικεφαλής της υπηρεσίας στο Ριάντ στη δεκαετία του 1990. Πρώην συνεργάτες του λένε πως οι δύο άνδρες παραμένουν κοντά και ο πρίγκιπας Μοχάμεντ έχει κερδίσει φίλους στην Ουάσιγκτον με τις επιθετικές κινήσεις του για την εξάρθρωση των τρομοκρατικών ομάδων, όπως η Αλ Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο. Η δουλειά του Brennan στο Ριάντ ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Πρώην διπλωμάτες υπενθυμίζουν ότι πάντα οι πιο σημαντικές συζητήσεις περνούσαν από το γραφείο του.

Νυν και πρώην στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών λένε ότι υπάρχει ένα πλεονέκτημα σε αυτό το κανάλι επικοινωνίας: οι Σαουδάραβες ανταποκρίνονται πολύ περισσότερο στις αμερικανικές επικρίσεις όταν γίνονται κατ' ιδίαν και αυτό το μυστικό κανάλι έχει συμβάλει στο να κατευθυνθεί η συμπεριφορά των Σαουδαράβων προς τα συμφέροντα της Αμερικής, περισσότερο από οποιαδήποτε δημόσια επίπληξη θα μπορούσε να είχε γίνει. Οι ρίζες της σχέσης είναι βαθιές. Στα τέλη του 1970, οι Σαουδάραβες οργάνωσαν αυτό που ήταν γνωστό ως "Safari Club" - έναν συνασπισμό εθνών που περιλάμβαναν το Μαρόκο, την Αίγυπτο και τη Γαλλία - που διεξήγαγε μυστικές επιχειρήσεις γύρω από την Αφρική, σε μια εποχή που το Κογκρέσο ψαλίδιζε τα φτερά της CIA έπειτα από χρόνια καταχρήσεων.

"Και έτσι το βασίλειο, με αυτές τις χώρες, βοήθησε με κάποιο τρόπο, πιστεύω, να κρατήσει τον κόσμο ασφαλή, σε μια εποχή που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν σε θέση να το κάνουν" είπε ο πρίγκιπας Τουρκί Αλ-Φαϊζάλ, πρώην επικεφαλής της υπηρεσία πληροφοριών της Σαουδικής Αραβίας, στην ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Georgetown το 2002. Στη δεκαετία του 1980, οι Σαουδάραβες χρηματοδότησαν επιχειρήσεις της CIA στην Αγκόλα, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξαν επαναστάτες ενάντια στην κυβέρνηση που συμμαχούσε με τους Ρώσους. Ενώ οι Σαουδάραβες ήταν σθεναρά αντικομμουνιστές, πρωταρχικό κίνητρο του Ριάντ φάνηκε να είναι η στερεοποίηση των δεσμών του με την CIA. "Αγόραζαν καλή θέληση", θυμάται ένας πρώην ανώτερος αξιωματικός των μυστικών υπηρεσιών που συμμετείχε στην επιχείρηση.

Ίσως στο πιο σπουδαίο επεισόδιο, οι Σαουδάραβες βοήθησαν να εξοπλίσουν τους αντάρτες μουτζαχεντίν για να διώξουν τους Σοβιετικούς από το Αφγανιστάν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπανούσαν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο για την αποστολή και οι Σαουδάραβες τους τα ανταπέδιδαν, δολάριο- δολάριο.

Τα χρήματα έρεαν μέσα από έναν ελβετικό τραπεζικό λογαριασμό της CIA. Στο βιβλίο "Παιχνίδια εξουσίας", ο δημοσιογράφος George Crile III περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η CIA κανόνιζε τον λογαριασμό για να μην κερδίζει τόκους, σύμφωνα με την ισλαμική απαγόρευση περί τοκογλυφίας. Το 1984, όταν η κυβέρνηση Ρίγκαν ζήτησε βοήθεια με το μυστικό σχέδιο για την πώληση όπλων στο Ιράν για τη χρηματοδότηση των ανταρτών Κόντρα στη Νικαράγουα, ο Robert C. McFarlane, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας, συναντήθηκε με τον πρίγκιπα Μπαντάρ, ο οποίος ήταν ο πρεσβευτής της Σαουδικής Αραβίας στην Ουάσιγκτον. Ο Λευκός Οίκος κατέστησε σαφές ότι οι Σαουδάραβες θα "κερδίσουν σημαντικά" μέσω της συνεργασίας, σχολίασε ο McFarlane αργότερα.

Ο πρίγκιπας Μπαντάρ υποσχέθηκε 1 εκατ. δολάρια το μήνα για να βοηθήσει τη χρηματοδότηση των Κόντρας, σε αναγνώριση της παλαιότερης στήριξης της κυβέρνησης στους Σαουδάραβες. Οι εισφορές συνεχίστηκαν και αφού το Κογκρέσο διέκοψε την χρηματοδότηση των Κόντρας. Μέχρι το τέλος, οι Σαουδάραβες είχαν δώσει 32 εκατομμύρια δολάρια, τα οποία κατέβαλαν μέσω τραπεζικού λογαριασμού στα Νησιά Κεϊμάν.

Όταν ξέσπασε το σκάνδαλο Ιράν-Κόντρας και προέκυψαν ερωτήματα σχετικά με το ρόλο της Σαουδικής Αραβίας, το βασίλειο κράτησε τα μυστικά του. Ο πρίγκιπας Μπαντάρ αρνήθηκε να συνεργαστεί στην έρευνα με επικεφαλής τον ανεξάρτητο σύμβουλο

Lawrence E. Walsh. Σε επιστολή του, ο πρίγκιπας αρνήθηκε να καταθέσει, εξηγώντας ότι "η εμπιστοσύνη και οι δεσμεύσεις της χώρας, όπως η φιλία μας, δίνονται όχι μόνο για το παρόν αλλά και μακροπρόθεσμα".

nytimes.com

ΣΧΟΛΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια στο άρθρο! Γράψτε το πρώτο σχόλιο!

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.