Μακρόν και Μέρκελ προσπαθούν να προφυλάξουν την Ευρώπη
23/01/2019 13:58
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Μακρόν και Μέρκελ προσπαθούν να προφυλάξουν την Ευρώπη

Του Simon Tisdall (*)

Είναι εύκολο να δει κανείς κυνικά την υπογραφή της Συνθήκης του Ααχεν από την Αγγελα Μέρκελ και τον Εμανουέλ Μακρόν στην πρωτεύουσα της χαμένης, αλλά όχι ξεχασμένης ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας του Καρλομάγνου στον 9ο αιώνα.

Ο στόχος της υπογραφής αυτής της συνθήκης είναι να αναδειχθεί και πάλι ο κεντρικός χαρακτήρας του γαλλογερμανικού άξονα σε μια Ευρώπη που μαστίζεται από τον εθνικισμό, τον λαϊκισμό και το Brexit. Οι κυνικοί θεωρούν ότι πρόκειται για μια προσπάθεια των δύο αποδυναμωμένων ηγετών να επανέλθουν στο προσκήνιο. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς άγγλος ευρωσκεπτικιστής για να έχει σοβαρές αμφιβολίες για το σχέδιο αυτό. Ο Εμανουέλ Μακρόν κατηγορήθηκε από τη γαλλική Δεξιά για «εσχάτη προδοσία» επειδή υποτίθεται ότι ετοιμάζεται να παραδώσει την Αλσατία και τη Λωρραίνη. Η Μαρίν Λεπέν ισχυρίστηκε ότι οι γάλλοι μαθητές θα εξαναγκαστούν τώρα να μιλούν γερμανικά. Αλλά και η γερμανίδα καγκελάριος κατηγορήθηκε από τους αντιευρωπαϊστές ότι υιοθέτησε μερικές από τις φιλόδοξες ιδέες του Μακρόν για κοινό προϋπολογισμό της ευρωζώνης, τραπεζική ένωση, κοινή φορολογία και ευρωπαϊκό στρατό. Ο Αλεξάντερ Γκάουλαντ, ηγέτης της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία, δήλωσε ότι ο Μακρόν προσπαθεί να αρπάξει «γερμανικά χρήματα».

Αυτά είναι ανοησίες. Όπως ανόητος είναι και ο ισχυρισμός των ευρωσκεπτικιστικών μέσων ενημέρωσης της Βρετανίας ότι το Παρίσι και το Βερολίνο συνωμοτούν για να αποκτήσουν τον πλήρη έλεγχο της ΕΕ και να επιβάλουν την ηγεμονία τους στα μικρότερα κράτη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της νέας συνθήκης είναι ότι αποτελεί μια άνευρη και αόριστη «σούπα».

Τα ιδανικά και οι προσδοκίες που παρουσίασε ο γάλλος πρόεδρος το 2017 στη Σορβόννη για μια Ευρώπη της δημοκρατίας, της κυριαρχίας, της ενότητας και της ασφάλειας έχουν υποχωρήσει. Η συνθήκη λέει ελάχιστα πράγματα για τα φλέγοντα προβλήματα της εποχής, όπως η μετανάστευση, ο κοινωνικός κατακερματισμός και οι περιβαλλοντικές προκλήσεις. Επικεντρώνεται στην ανάγκη για στενότερη συνεργασία μεταξύ των κυβερνήσεων, αλλά παρακάμπτει τις διαφορές τους αναφορικά με τις εξαγωγές όπλων: η Γερμανία απαγόρευσε τις πωλήσεις όπλων στη Σαουδική Αραβία μετά τη δολοφονία του Τζαμάλ Κασόγκι, η Γαλλία όχι.

Η συνθήκη δεν λέει επίσης τίποτα για την ιδέα κάποιων στο Βερολίνο να «μοιραστεί» η Γαλλία τη μόνιμη θέση της στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Από την άλλη πλευρά, οι προτάσεις του Μακρόν για κοινωνικές επενδύσεις, τόνωση των οικονομιών και φορολόγηση των συναλλαγών έχουν χαθεί στην ομίχλη της γερμανικής δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Παρ’όλα αυτά όμως, οι ηγέτες της Γαλλίας και της Γερμανίας προσπαθούν να πετύχουν τρεις στόχους.

Ο πρώτος είναι να υπενθυμίσουν στους Ευρωπαίους, περιλαμβανομένων των βρετανών υποστηρικτών του Brexit, ότι η συμφιλίωση των δύο χωρών τους ήταν ένα σημαντικό επίτευγμα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. «Αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να υπάρξει μια νέα δέσμευση για την ευθύνη μας απέναντι στην ΕΕ», είπε η γερμανίδα καγκελάριος υπογράφοντας τη συνθήκη.

Ο δεύτερος στόχος των δύο ηγετών είναι να δείξουν ότι δεν θέλουν να κυριαρχήσουν στην Ευρώπη, αλλά να την προφυλάξουν από τους εθνικιστές, τους ρατσιστές και τους δημαγωγούς. Και είναι ντροπή για τη Βρετανία ότι εγκαταλείπει τη μάχη και καταφεύγει σε ένα εικονικό παρελθόν τη στιγμή ακριβώς που οι δυνάμεις της αντίδρασης στην Ευρώπη δυναμώνουν.

Τέλος, ο Μακρόν και η Μέρκελ κάνουν αυτό που θα έπρεπε να κάνει κάθε βρετανός ηγέτης: ενισχύουν τις άμυνες της Ευρώπης απέναντι στις προσπάθειες της Αμερικής να τη λεηλατήσει. Όπως προστατεύουν την Ευρώπη και από μια Κίνα που προκαλεί τις ευρωπαϊκές αξίες της ανεξαρτησίας και των ατομικών δικαιωμάτων με τις αυταρχικές και αντιδημοκρατικές της πρακτικές.

Είναι ευτύχημα ότι, παρά τα λάθη τους και τις αδυναμίες τους, ο Μακρόν και η Μέρκελ εξακολουθούν να μπορούν να βλέπουν τη μεγάλη εικόνα. Οι ηγέτες της Βρετανίας, πάλι, δεν μπορούν να δουν πέρα από τη μύτη τους.

(*) Ο Σάιμον Τίσνταλ είναι αρθρογράφος της Guardian

Πηγή: Τhe Guardian, ΑΠΕ - ΜΠΕ