Κόσοβο, 20 χρόνια πριν, όταν «έβρεχε» βόμβες
24/03/2019 14:00
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Κόσοβο, 20 χρόνια πριν, όταν «έβρεχε» βόμβες

Του Σταύρου Τζίμα

Συμπληρώνονται σήμερα είκοσι ακριβώς χρόνια από την έναρξη των ΝΑΤΟϊκών βομβαρδισμών στο Κόσοβο, που προκάλεσαν ανθρώπινα θύματα και τεραστιες καταστροφές στις υποδομές της τότε Γιουγκοσλαβίας.

Ο τερματισμός τους σήμανε και τον τερματισμό της σερβικής κυριαρχίας στο Κόσοβο, που το 2008 ανακηρύχθηκε σε ανεξάρτητο κράτος-όχι αναγνωρισμένο από το σύνολο της διεθνούς κοινότητας- και ως τέτοιο «τοποθετήθηκε» στον μεταπολεμικό χάρτη της βαλκανικής.

*(Το κείμενο αποτελείται από αποσπάσματα του βιβλίο του γράφοντος για την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας)

ΒΡΟΧΗ ΠΥΡΑΥΛΩΝ

«…Οι βομβαρδισμοί άρχισαν στις 24 Μαρτίου στις 8 μ. μ. τοπική ώρα.

Πύραυλοι τόμαχοκ και κρουζ που εκτοξεύτηκαν από αεροπλανοφόρα και υποβρύχια στην Αδριατική και άλλοι από αεροσκάφη Β 52 έπληξαν στόχους στα περίχωρα του Βελιγραδίου όπου βρίσκονταν η αεροπορική βάση Μπατάνιτσα, ο μεγάλος επικοινωνιακός πυλώνας στο βουνό Αβάλα, η στρατιωτική ακαδημία και το Στρατιωτικό-τεχνικό Ινστιτούτο του Βελιγραδίου και επίσης άλλοι σαράντα περίπου στρατιωτικοί στόχοι στη Σερβία και το Κόσοβο.

Η καταιγίδα των βομβών είχε ξεσπάσει και θα διαρκούσε εβδομήντα οχτώ ημέρες, διαλύοντας τις υποδομές της Σερβίας και οδηγώντας τη χώρα τριάντα χρόνια πίσω.

Σ’ αυτό το διάστημα, σύμφωνα με στοιχεία που ανακοίνωσε το αμερικανικό υπουργείο άμυνας, ρίφθηκαν χλιάδες νατοϊκοί πύραυλοι και βόμβες που πέτυχαν το 99,6% των στόχων. Τουλάχιστον ογδόντα εξ αυτών, όμως, βρήκαν λάθος στόχο και σκότωσαν ανθρώπους.

Αν και δεν υπάρχουν ακριβείς αριθμοί για τους αμάχους που βρήκαν τον θάνατο, συνεπεία των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ, υπολογίζεται ότι οι νεκροί κυμαίνονται από πεντακόσιοι έως δυο χιλιάδες και οι τραυματίες σε έξι χιλιάδες.

Οι πρόσφυγες, η δυστυχία και ο πόνος, οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες υπήρξαν ανυπολόγιστες, ενώ το διεθνές δίκαιο παραβιάστηκε κατάφωρα, καθώς για πρώτη φορά μεταπολεμικά μια Συμμαχία δυνάμεων κάνοντας χρήση βίας ακρωτηρίασε εδαφικά μια χώρα-μέλος του ΟΗΕ.

Μόλις άρχισαν να πέφτουν οι πρώτοι πύραυλοι, η τηλεόραση του Βελιγραδίου διέκοψε το πρόγραμμά της και μετέδιδε πατριωτικά άσματα και ταινίες, ενώ οι ειδήσεις τελείωναν με εκκλήσεις για ψυχραιμία και μηνύματα του τύπου «οι εγκληματίες του ΝΑΤΟ και οι μοχθηροί τους αφέντες μπορούν να μας προκαλέσουν απώλειες, αλλά δεν μπορούν να μας κατατροπώσουν».

Ο ίδιος ο Μιλόσεβιτς απηύθυνε από την τηλεόραση μήνυμα προς τους Σέρβους λέγοντας μεταξύ άλλων:

«Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μόνο το Κοσσυφοπέδιο, παρά τη μεγάλη σημασία που έχει για μας, αλλά και η ελευθερία ολόκληρης της χώρας μας».

Σχεδόν καθημερινά, καιρού επιτρέποντος, τα βομβαρδιστικά του ΝΑΤΟ και οι πύραυλοι από τα πλοία στην Αδριατική σφυροκοπούσαν στρατιωτικούς και βιομηχανικούς στόχους των Σέρβων.

Τετρακόσια μαχητικά, βομβαρδιστικά και κατασκοπευτικά αεροπλάνα, που στη συνέχεια έγιναν χίλια, επιχειρούσαν δεκάδες εφόδους επί εικοσιτετραώρου βάσεως σπέρνοντας τον όλεθρο στη Σερβία και το Κόσοβο.

Η αντιαεροπορική άμυνα των Σέρβων αποδείχθηκε ανίκανη ακόμη και να ενοχλήσει το πολεμικό θηρίο της Δύσης, που επιτίθονταν με ό,τι πιο σύγχρονο διέθετε η πολεμική τεχνολογία.

Με εξαίρεση την κατάρριψη ενός υπερσύγχρονου βομβαρδιστικού Στελθ και ενός μαχητικού οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ δεν είχαν άλλες απώλειες.

Τα περί ανίκητων Σέρβων πολεμιστών και κρυφών υπερόπλων του στρατού τους, που θα μετέτρεπαν το Κόσοβο σε νέο Βιετνάμ και θα έκαναν δήθεν Αμερικανούς και Ευρωπαίους να μετανιώσουν πικρά για την επέμβαση, αποδείχθηκαν ευσεβείς πόθοι όσων εναντιώνονταν στην επίθεση κατά της Σερβίας ή μασούσαν την προπαγάνδα του Βελιγραδίου.

Οι ίδιοι οι Σέρβοι γνωρίζοντας ότι είναι αδύνατο να τα βάλουν με την τρομακτική πολεμική ισχύ του ΝΑΤΟ απλώς δεν εξέθεσαν τον στρατό τους και προσπάθησαν να περισώσουν ό,τι μπορούσαν από την πολεμική τους μηχανή κρύβοντας αεροπλάνα, άρματα μάχης, κανόνια κτλ.

Η ρωσική στρατιωτική βοήθεια, που προσδοκούσε ο Μιλόσεβιτς, κυρίως με τη μορφή υπερσύγχρονων αντιαεροπορικών συστημάτων και πυραύλων που θα προκαλούσαν μεγάλες απώλειες στα αεροπορικά σμήνη του ΝΑΤΟ, δεν ήρθε.

Η Μόσχα έκατσε στ’ αυγά της, όταν ο Μπιλ Κλίντον κατέστησε σαφές στον Γέλτσιν ότι, εάν τολμήσει να κουνηθεί, θα διακοπεί αμέσως η δυτική οικονομική βοήθεια χάρη στην οποία επιβίωνε εκείνη την εποχή η ασθμαίνουσα Ρωσία, την οποία κυβερνούσε το καθεστώς του.

Ο σερβικός στρατός πάντως είχε προλάβει να αδειάσει τις περισσότερες από τις στρατιωτικές τους αποθήκες, που στη συνέχεια χτυπήθηκαν, και να μεταφέρει αλλού το πολεμικό υλικό”.

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

“…Το 1999 μπήκε με κλιμάκωση της βίας και σφαγές, φονικότερη εκ των οποίων ήταν αυτή στο χωριό Ράτσακ, όπου οι σερβικές δυνάμεις σκότωσαν σαράντα πέντε άτομα, μεταξύ αυτών ένα δωδεκάχρονο αγόρι και δυο γυναίκες, σε αντίποινα της δολοφονίας τεσσάρων αστυνομικών σε ενέδρα του UCK.

Το τι ακριβώς συνέβη δεν εξακριβώθηκε, καθώς και οι δυο πλευρές, κατά την πάγια πρακτική τους, σέρβιραν τη δική τους εκδοχή. Φαίνεται, όμως, ότι σε συνδυασμό με το διογκούμενο κύμα των προσφύγων (υπολογίζεται ότι είχαν αναγκαστεί να φύγουν ως τότε γύρω στους 300.000 Αλβανούς) ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Οι εξελίξεις επιταχύνθηκαν.

Αμερικανοί και Ευρωπαίοι επέλεξαν να κινηθούν πιο αποφασιστικά για να δώσουν τέλος στο αιματοκύλισμα.

Με ποιο τρόπο; Θα μάντρωναν Αλβανούς και Σέρβους σ’ έναν μεσαιωνικό πύργο της πόλης Ραμπουγέ, σαράντα πέντε χιλιόμετρα έξω από το Παρίσι και όπως έκαναν με Σέρβους, μουσουλμάνους και Κροάτες στη στρατιωτική βάση του Ντέιτον στο Οχάιο των ΗΠΑ το φθινόπωρο του ’95, δε θα τους άφηναν να βγουν, αν δεν υπέγραφαν ειρηνευτική συμφωνία που θα τερμάτιζε τις συγκρούσεις.

Η απειλή ήταν σαφής και προς τις δυο πλευρές: τους Σέρβους, αν δεν υπογράψουν, θα τους βομβαρδίσουν, και τους Αλβανούς, αν ευθύνονταν αυτοί για την αποτυχία των συνομιλιών, θα τους εγκατέλειπαν στις «τρυφερές διαθέσεις των Σέρβων».

Οι πιέσεις στις αίθουσες και τους διαδρόμους του μεσαιωνικού πύργου προς τις δυο αντιπροσωπείες ήταν ασφυκτικές, και οι απειλές έδιναν κι έπαιρναν.

Η ίδια η Μαντλίν Ολμπράιτ πήγε στο Ραμπουγέ για να τρομάξει τους εμπόλεμους και να συμφωνήσουν, ενώ ο Χόλμπρουκ είχε αναλάβει τον Μιλόσεβιτς στο Βελιγράδι.

Σχέδια επί σχεδίων έπεφταν στο τραπέζι, Σέρβοι και Αλβανοί δε συνομιλούσαν μεταξύ τους, αλλά συνεννοούνταν μέσω διαπραγματευτών σε ξεχωριστές αίθουσες, και απορρίπτονταν το ένα μετά το άλλο όλα τα προτεινόμενα, ενώ πίσω στο Κόσοβο οι συγκρούσεις μαίνονταν, καθώς οι αντίπαλοι ήθελαν να κερδίσουν ό,τι περισσότερο μπορούσαν για να διαπραγματευτούν από πιο ευνοϊκές θέσεις.

Στα μέσα Μαρτίου, οι διαπραγματευτές Κρίστοφερ Χιλ και Βόλφκαγκ Πέτριτς –ο τρίτος της παρέας των διαπραγματευτών Ρώσος Μπόρις Μαγιόρσκι ήταν σε όλη τη διάρκεια των συνομιλιών ωσεί παρών, συμβολίζοντας την αδυναμία της Ρωσίας του Γέλτσιν– διαμόρφωσαν ένα τελικό κείμενο, το οποίο μεταξύ άλλων προέβλεπε την απόσυρση εντός έξι μηνών των σερβικών δυνάμεων από το Κόσοβο και την ανάπτυξη 30.000 ανδρών του ΝΑΤΟ, την παραμονή 1.500 ελαφρά εξοπλισμένων Σέρβων συνοριακών φρουρών και 1.000 ατόμων προς υποστήριξή τους, μείωση αρχικά σε 2.500 άνδρες της δύναμης της αστυνομίας και την ύστερα από ένα χρόνο αντικατάστασή της από μικτή τοπική αστυνομική δύναμη, και τέλος αφοπλισμό του UCK χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται πώς και σε ποια έκταση.

Για το οριστικό καθεστώς του Κοσόβου το κείμενο έλεγε τα εξής:

«Τρία χρόνια μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας αυτής μια διεθνής συνάντηση θα συγκληθεί για να καθορίσει έναν μηχανισμό για το Κόσοβο με βάση τη βούληση του λαού, τις απόψεις των αρμοδίων αρχών, τις προσπάθειες έκαστης πλευράς όσον αφορά την εφαρμογή της παρούσης συμφωνίας και την τελική πράξη του Ελσίνκι, που θα αναλάβει μια συνολική εκτίμηση της εφαρμογής της παρούσης συμφωνίας και θα εξετάσει προτάσεις οιασδήποτε πλευράς για πρόσθετα μέτρα».

Κλειδί στην επίμαχη παράγραφο ήταν η «βούληση του λαού», όπερ θα μπορούσε να εκληφθεί ως δημοψήφισμα για το καθεστώς ύστερα από τρία χρόνια και βεβαίως, με δεδομένη τη συντριπτική πληθυσμιακή υπεροχή των Αλβανών, το αποτέλεσμα ήταν προδικασμένο.

Οι Σέρβοι επέμεναν να διαγραφεί η φράση «βούληση του λαού», ενώ διαφωνούσαν ριζικά και με την παρουσία των νατοϊκών δυνάμεων σε έδαφος που θεωρούσαν δικό τους· οι Αλβανοί από την πλευρά τους επέμεναν να αναφερθεί καθαρά στο σχέδιο η λέξη δημοψήφισμα.

Τελικά στις 18 Μαρτίου οι Αλβανοί, αιφνιδιάζοντας το Βελιγράδι που πίστευε ότι θα απορρίψουν το σχέδιο και θα φορτωθούν εκείνοι την αποτυχία, υπέγραψαν τη συμφωνία, χωρίς τη λέξη δημοψήφισμα αλλά με τη φράση «βούληση του λαού»· όχι όμως και οι Σέρβοι.

Ο κύβος ερίφθη. Ο πόλεμος του ΝΑΤΟ εναντίον των Σέρβων έπρεπε να θεωρείται γεγονός.

Στις δραματικές εκείνες ώρες και ενώ οι ξένοι παρατηρητές εγκατέλειπαν το Κόσοβο και ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις των Σέρβων με άρματα και βαριά πυροβόλα συγκεντρώνονταν στα σύνορα με το Κόσοβο, ο Χόλμπρουκ επέστρεψε στο Βελιγράδι και πήγε κατευθείαν στο γραφείο του Μιλόσεβιτς. Επιχειρούσε μια ύστατη προσπάθεια να αποτρέψει την επερχόμενη καταιγίδα.

Να πώς ο Χόλπμρουκ περιέγραψε τη συνάντησή του με τον Σέρβο ηγέτη, στην εκπομπή του BBC Νυχτερινές Ειδήσεις, στις 20 Αυγούστου του 1999.

«Του είπα: αντιλαμβάνεστε τι θα συμβεί όταν φύγω από εδώ σήμερα, αν δεν αλλάξετε τη θέση σας, αν δε συμφωνήσετε να διαπραγματευτείτε και να αποδεχτείτε το Ραμπουγέ ως βάση διαπραγμάτευσης; Και εκείνος μου απάντησε: Ναι, θα μας βομβαρδίσετε. Επικράτησε νεκρική σιγή στην αίθουσα, που ήταν ασυνήθιστη, και εγώ του είπα: προσωπικά θέλω να είμαι σαφής μαζί σας, θα είναι [και χρησιμοποίησα τρεις λέξεις που είχα επεξεργαστεί πολύ προσεκτικά με τους Αμερικανούς στρατιωτικούς] θα είναι αιφνίδιο, θα είναι βαρύ, θα είναι παρατεταμένο.

»Και εκείνος είπε κοφτά και δύσθυμα: Καμία άλλη εμπλοκή, καμία άλλη διαπραγμάτευση, το καταλαβαίνω, θα μας βομβαρδίσετε. Είσαστε μια μεγάλη και ισχυρή χώρα, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό. Και εγώ είπα: Θα αρχίσει πολύ σύντομα μετά την αναχώρησή μου. Επικράτησε και πάλι νεκρική σιγή, κοίταξα το ρολόι μου, είδα ότι ήταν μεσημέρι και του είπα: Γνωρίζετε ότι είναι 6 το πρωί τώρα στην Ουάσιγκτον, ο κόσμος ξυπνάει. Πρέπει να αναφέρω στην Ουάσιγκτον και στους συμμάχους μας σε Λονδίνο, Παρίσι, Βόννη, Βρυξέλλες, σε ποιο σημείο βρισκόμαστε.

»Περίμενα, λοιπόν, την τελευταία ευκαιρία. Και εκείνος είπε: Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο που να μπορώ να σας πω. Σηκώθηκα και έφυγα, και ακριβώς τριάντα τέσσερις ώρες μετά άρχισαν οι βομβαρδισμοί και ήταν αιφνίδιοι, βαρείς, παρατεταμένοι. Καθώς έφευγα από την αίθουσα, με ρώτησε: Θα σας ξαναδώ; Και του αποκρίθηκα: Από σας εξαρτάται, κ. πρόεδρε».

Ο χρόνος μετά και την άκαρπη παρέμβαση Χόλμπρουκ άρχισε να μετράει αντίστροφα.

Η ατμόσφαιρα του πολέμου πλανιόταν πάνω από το Κόσοβο, τη Σερβία, τα Βαλκάνια. Οι μηχανές των βομβαρδιστικών της Δύσης είχαν τεθεί σε λειτουργία.

Απέμενε η εντολή του ανώτατου διοικητή των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη του έχοντος το γενικό πρόσταγμα για τη στρατιωτική επιχείρηση, Αμερικανού στρατηγού Ουέσλεϊ Κλαρκ, για να ξεκινήσει το πανηγύρι.

Τα μέλη ανθρωπιστικών οργανώσεων, διπλωμάτες, δημοσιογράφοι, άρχισαν να φεύγουν από την Πρίστινα, κατά χιλιάδες οι Αλβανοί εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και κατευθύνονταν με ό,τι μέσο μπορούσαν προς την Αλβανία και τα Σκόπια.

Όμως τις κρισιμες εκέινες μέρες ο συμβουλος του Υπουργου Εξωτερικών Γιώργου Παπανδρεου Αλεξανδρος Ρόντος εκινείτο παρασκηνιακά μεταξύ Πρίστινας και Βελιγραδίου για λογαριασμό της Αθήνας.

«Όταν ξέσπασε η κρίση, δεν υπήρχε συγκροτημένη πολιτική της Αθήνας στο Κοσοβαρικό», μου είπε.

«Βρεθήκαμε ενώπιον του υπαρκτου κινδύνου να επεκταθεί η κρίση και να εξελιχθεί και σε ελληνοτουρκική. Έπρεπε να αποφύγουμε πάση θυσία κάτι τέτοιο, ούτε και οι Τούρκοι ήθελαν εμπλοκή. Έτσι άνοιξε ένας δίαυλος τηλεφωνικής επικοινωνίας του Γιώργου με τον Ισμαήλ Τζεμ, οι οποίοι συμφώνησαν ότι έπρεπε να αποφευχθεί πάση θυσία η εμπλοκή μας που θα οδηγούσε σε γενικότερη αστάθεια. Ταυτόχρονα, λόγω του γενικότερα καλού κλίματος στις σχέσεις Ελλήνων και Σέρβων, επιχειρήσαμε, στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, να αποτρέψουμε τους βομβαρδισμούς. Μην ξεχνάτε ότι ήμασταν οι μόνοι από το ΝΑΤΟ που είχαμε αντιταχθεί στους βομβαρδισμούς και μπορούσαμε να μιλήσουμε με τους Σέρβους. Δυο ημέρες πριν από την έναρξή τους πήγαμε με τον Γιώργο στο Βελιγράδι, σε μια ύστατη προσπάθεια να πείσουμε τον Μιλόσεβιτς να κάνει ένα βήμα πίσω, για να γλιτώσει τους βομβαρδισμούς. Τον είδαμε στις 22 Μαρτίου και μείναμε μαζί του γύρω στις τρεις ώρες. Του είπαμε ευθέως ότι οι Αμερικανοί είναι αποφασισμένοι να τον βομβαρδίσουν. Μας απάντησε: Οk, και τι θα πετύχουν; Έδειχνε εγκλωβισμένος, ζούσε στον κόσμο του. Τον ενδιέφερε μόνο η εξουσία του.

»Νωρίτερα είχαμε συναντήσει στην κατοικία ενός Δυτικού διπλωμάτη τον Χόλμπρουκ. Είναι τελειωμένη ιστορία, το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να φύγετε από το Βελιγράδι ως απόψε το βράδυ, μας είπε και καταλάβαμε ότι ήταν θέμα ωρών να πέσουν οι πρώτες βόμβες, όπως και έγινε».

H ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ

“…Οι ανελέητοι βομβαρδισμοί διέλυσαν τη Σερβία. Οι Δυτικοί ήταν αποφασισμένοι να τους εντείνουν και να μην αφήσουν τίποτα όρθιο, εάν ο Μιλόσεβιτς συνέχιζε να αρνείται τη συνθηκολόγηση, η οποία ήρθε στις αρχές Ιουνίου με τη μεσολάβηση των διαπραγματευτών Βίκτορ Τσερνομίρντιν, ειδικού απεσταλμένου του Μπόρις Γέλτσιν, Μάρτιν Αχτισάαρι, εκπροσώπου του ΓΓ του ΟΗΕ Κόφι Ανάν, και Στρόουμπ Τάλμποτ, εκπροσώπου του ΝΑΤΟ.

Τσερνομίρντιν και Αχτισάαρι μετέβησαν στις 3 Ιουνίου στο Βελιγράδι και ύστερα από μια έντονη συζήτηση με τον Μιλόσεβιτς, που κράτησε πολλές ώρες, ο Σέρβος ηγέτης τούς δήλωσε ότι «αποδεχόμαστε το σχέδιό σας» για ειρήνη, το οποίο επικύρωσε την επομένη το κοινοβούλιο.

Αυτό ήταν: η ιερή γη είχε απολεσθεί για τους Σέρβους. Ο στρατός και η αστυνομία, σύμβολα της εξουσίας τους, έπρεπε να αποχωρήσουν αμέσως από το Κόσοβο ύστερα από ογδόντα εφτά χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας σ’ αυτό.

Στις 9 Ιουνίου σε μια μεγάλη σκηνή στο Κουμάνοβο της ΠΓΔΜ, στα σύνορα με τη Σερβία, οι στρατηγοί του Μιλόσεβιτς και ο στρατηγός Μάικλ Τζάκσον, επικεφαλής της στρατιωτικής δύναμης του ΝΑΤΟ, που ετοιμαζόταν να εφορμήσει από τα Σκόπια στο Κόσοβο, υπέγραψαν τη συμφωνία.

Τραγική σύμπτωση: στην ίδια πόλη όπου ο σερβικός στρατός έδωσε το 1912 την τελευταία νικηφόρα μάχη του εναντίον των οθωμανικών στρατευμάτων και κατέκτησε το Κόσοβο, υπέγραφαν τώρα οι στρατηγοί του την παράδοσή του στους Αλβανούς…

Την επομένη το ΝΑΤΟ ανέστειλε τους βομβαρδισμούς, τα στρατεύματά του έβαλαν μπρος από τα Σκόπια για την Πρίστινα και στο Βελιγράδι ο Μιλόσεβιτς απηύθυνε προς το σερβικό έθνος ραδιοτηλεοπτικό διάγγελμα νίκης (!).

«Αγαπητοί πολίτες, η επίθεση έληξε, η ειρήνη νίκησε τη βία», είπε και πρόσθεσε:

«Αυτή την ώρα οι πρώτες μας σκέψεις θα πρέπει να στρέφονται στους ήρωες που έδωσαν τη ζωή τους για την υπεράσπιση της πατρίδας μας στον αγώνα για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του λαού μας. Σ’ αυτό τον πόλεμο συμμετείχε ολόκληρο το έθνος, από τα βρέφη στα μαιευτήρια, έως τους ασθενείς στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, τους στρατιώτες στα αντιαεροπορικά ορύγματα και τους συνοριακούς φρουρούς. Ουδείς μπορεί να λησμονήσει τον ηρωισμό όσων πολιτών υπερασπίστηκαν τις γέφυρες, τα εργοστάσια, τις πλατείες, τις πόλεις τους, τις εργασίες, τη χώρα τους, τον λαό τους. Το έθνος μας αποδείχθηκε ηρωικό. Ίσως πρόκειται για το πιο σύντομο συμπέρασμα σχετικά μ’ αυτό τον πόλεμο. Το έθνος μας είναι ηρωικό και γι’ αυτό ο καθένας από μας πρέπει να αισθάνεται ηρωικά, δηλαδή άνθρωπος με αξιοπρέπεια, με γενναιοδωρία και υπευθυνότητα. Δεν έχουμε εγκαταλείψει το Κόσοβο. Εύχομαι σε όλους ευτυχισμένη ειρήνη».

Η τελευταία πράξη του γιουγκοσλαβικού δράματος είχε γραφτεί. Ο ηγέτης, που ανέβασε τους Σέρβους στα ουράνια και από εκεί τους έριξε στον γκρεμό, εκφωνούσε τώρα τον επικήδειο της ιδέας της Μεγάλης Σερβίας.

Τη στιγμή που από το στόμα του έβγαινε η φράση «δεν έχουμε εγκαταλείψει το Κόσοβο», τα θωρακισμένα του ΝΑΤΟ περνούσαν τον μεθοριακό σταθμό του Μπλάτσε, και οι φανατικοί Αλβανοί άρχιζαν το γλέντι της απελευθέρωσης με λεηλασίες, σφαγές και κυνηγητό των Σέρβων.

Ο τροχός της ιστορίας είχε γυρίσει. Για μια ακόμη φορά ο βούρδουλας στην κατά τον Βίσμαρκ «καταραμένη γωνιά των Βαλκανίων» είχε αλλάξει χέρια. Επί ογδόντα εφτά χρόνια τον κρατούσαν οι Σέρβοι και μαστίγωναν τους Αλβανούς και τώρα τον πήραν με τη βοήθεια των βομβαρδιστικών του ΝΑΤΟ οι Αλβανοί για να χτυπήσουν τους Σέρβους.

Αυτά ήταν ανέκαθεν τα δυτικά Βαλκάνια. Οι λαοί τους δεν έμαθαν να ζουν ο ένας πλάι στον άλλο. Ανάλογα με τα γυρίσματα της ιστορίας και τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των ισχυρών ο ένας είχε από κάτω τον άλλο και τον πατούσε στον λαιμό. Οι Αλβανοί ήταν αυτοί που βρίσκονταν τώρα από πάνω.

ΠΡΟΤΕΚΤΟΡΑΤΟ

“…Μια μέρα μετά την υπογραφή της συνθηκολόγησης συνήλθε εκτάκτως το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ το οποίο με το υπ’ αριθμόν 1244 ψήφισμά του διαμόρφωσε το πλαίσιο της νέας πραγματικότητας στο Κόσοβο.

Το Σ.Α., αφού επαναβεβαίωνε την εδαφική ακεραιότητα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας και των άλλων κρατών της περιοχής και διακήρυσσε την «ουσιαστική αυτονομία και πραγματική αυτοδιοίκηση στο Κόσοβο», προέβλεπε, ειδικότερα, μεταξύ άλλων:

1. Άμεσο και επαληθεύσιμο τερματισμό της βίας και της καταστολής στο Κόσοβο.

2. Επαληθεύσιμη αποχώρηση όλων των γιουγκοσλαβικών στρατιωτικών, αστυνομικών και παραστρατιωτικών δυνάμεων, σύμφωνα με ένα ταχύρρυθμο πρόγραμμα.

3. Ανάπτυξη υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών μιας αποτελεσματικής πολιτικής παρουσίας και παρουσίας ασφάλειας στο Κόσοβο, οι οποίες θα είναι ικανές να εγγυηθούν την επίτευξη των κοινών στόχων.

4. Η διεθνής παρουσία ασφάλειας, με την ουσιαστική συμμετοχή του βορειοατλαντικού συμφώνου πρέπει να αναπτυχθεί υπό ενιαία διοίκηση και έλεγχο και να είναι εξουσιοδοτημένη να δημιουργήσει ένα ασφαλές περιβάλλον για όλο τον λαό του Κοσόβου και να διευκολύνει την ασφαλή επιστροφή στις εστίες τους σε όλα τα εκτοπισμένα πρόσωπα και τους πρόσφυγες.

5. Εγκαθίδρυση μιας προσωρινής διοίκησης στο Κόσοβο ως τμήματος της διεθνούς πολιτικής παρουσίας υπό την οποία ο λαός του Κοσόβου θα μπορεί να απολαμβάνει ουσιαστική αυτονομία μέσα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας. Η προσωρινή διοίκηση θα παρέχει μεταβατική διοίκηση ενώ θα δημιουργεί και θα επιβλέπει την ανάπτυξη προσωρινών δημοκρατικών θεσμών αυτοδιακυβέρνησης ώστε να εξασφαλιστούν οι προϋποθέσεις μιας ειρηνικής και φυσιολογικής ζωής για όλους τους κατοίκους του Κοσόβου.

6. Μετά την αποχώρηση θα επιτραπεί σε συμφωνημένο αριθμό γιουγκοσλαβικού και σερβικού προσωπικού να επιστρέψει για να εκτελέσει τα εξής καθήκοντα:

Α. Σύνδεσμο με τη διεθνή πολιτική αποστολή και τη διεθνή παρουσία ασφαλείας.

Β. Επισήμανση ναρκοπεδίων - αποναρκοθέτηση.

Γ. Διατήρηση παρουσίας σε τόπους σερβικής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Δ. Διατήρηση παρουσίας σε σημαντικές συνοριακές διαβάσεις.

7. Ασφαλή και ελεύθερη επιστροφή όλων των προσφύγων και των εκτοπισμένων προσώπων υπό την εποπτεία του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες και ακώλυτη πρόσβαση στο Κόσοβο για τις οργανώσεις ανθρωπιστικής βοήθειας.

8. Μια πολιτική διαδικασία με σκοπό τη δημιουργία μιας ενδιάμεσης συμφωνίας πλαισίου, η οποία θα προβλέπει την ουσιαστική αυτοδιακυβέρνηση του Κοσόβου, λαμβάνοντας πλήρως υπ’ όψιν τις συμφωνίες του Ραμπουγέ και τις αρχές της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της ΟΔΓ και των άλλων χωρών, καθώς και την αποστρατιωτικοποίηση του Απελευθερωτικού Στρατού Κοσόβου (UCK).

9. Μια συνολική προσέγγιση προς την οικονομική ανάπτυξη και τη σταθεροποίηση της περιοχής που διέρχεται κρίση. Αυτή θα περιλαμβάνει την εφαρμογή ενός Συμφώνου Σταθερότητας για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη με ευρεία διεθνή συμμετοχή, ώστε να προωθηθεί περαιτέρω η δημοκρατία, η οικονομική ευημερία, η σταθερότητα και η περιφερειακή συνεργασία.

10. Η αναστολή της στρατιωτικής δραστηριότητας θα απαιτήσει την αποδοχή των αρχών που παρατίθενται ανωτέρω καθώς και τη συμφωνία με άλλα απαιτούμενα προεξακριβωμένα στοιχεία.

Με βάση το ψήφισμα 1244 συγκροτήθηκαν αμέσως η πολιτική διοίκηση του ΟΗΕ UNMIK, υπό τον Γάλλο πρώην υπουργό, ακτιβιστή και ιδρυτή των Γιατρών χωρίς Σύνορα Μπερνάρ Κουσνέρ, η οποία θα κυβερνούσε το Κόσοβο και θα δημιουργούσε τους αυτοδιοικητικούς θεσμούς, και η πολυεθνική στρατιωτική δύναμη KFOR, που αριθμούσε 42.000 άντρες στην πλειονότητά τους από χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, που είχαν αναπτυχθεί στα Σκόπια, ακόμη πριν από τη συνθηκολόγηση, έτοιμες να επέμβουν, αν οι νατοϊκοί το έκριναν αναγκαίο.

Ήταν σαφές ότι το Κόσοβο με τους όρους λειτουργίας που καθόρισε το Σ.Α. αποχαιρετούσε τη Σερβία, μετατρεπόταν σε προτεκτοράτο του ΟΗΕ και εισερχόταν σε τροχιά ανεξαρτητοποίησης.

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ ΝΑΤΟ

“…Μεθοριακό φυλάκιο Μπλάτσε, 10 Ιουνίου: εκατοντάδες δημοσιογράφοι, κάμεραμέν και φωτογράφοι είχαμε ακροβολιστεί στις δυο πλευρές του δρόμου και την πλαγιά. Αυτοκινούμενα τηλεοπτικά συνεργεία εξωτερικών μεταδόσεων με τα δορυφορικά πιάτα στην οροφή είχαν σκαρφαλώσει και αυτά στο βουνό!

Στριμωξίδι και αντεγκλήσεις για το ποιος θα πάρει την πλεονεκτικότερη θέση για να εξασφαλίσει καλύτερη εικόνα. Η στιγμή ήταν ιστορική. Οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ, υπό τον μανδύα της KFOR, θα εισέβαλλαν στο Κόσοβο.

Με το πρώτο φως της ημέρας η πρώτη στρατιωτική φάλαγγα έκανε την εμφάνισή της.

Ήταν Βρετανοί των ειδικών δυνάμεων εντεταλμένοι να παρακολουθήσουν την αποχώρηση των σερβικών στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων. Ένα όχημα μεταφοράς προσωπικού τύπου Χάμερ, στο οποίο επέβαινε ένας λοχαγός, πέρασε πρώτο τη συνοριακή διάβαση.

Ο φλεγματικός Βρετανός κατέβηκε από το όχημα, έδειξε στον έλεγχο διαβατηρίων την άδεια διέλευσης και αφού χαιρέτησε στρατιωτικά τον Σκοπιανό φρουρό ανέβηκε στο θωρακισμένο.

Στον πυργίσκο ο πολυβολητής με το κράνος, το αλεξίσφαιρο γιλέκο, τα γυαλιά μάρκας Ray Ban και το δάχτυλο στη σκανδάλη ήταν έτοιμος να κάνει κόσκινο με το πενηντάρι του ό,τι έβλεπε να κινείται ύποπτα. Ο Άγγλος πέρασε τη νεκρή ζώνη και σταμάτησε στο σερβικό φυλάκιο.

Δεν υπήρχε κανείς. Οι Σέρβοι τελωνειακοί και αστυνομικοί το είχαν εγκαταλείψει νωρίς, και κάποιοι Αλβανοί με περιβραχιόνια εμφανίστηκαν μπροστά του.

Ο Άγγλος αξιωματικός στην αρχή δεν τους έδωσε μεγάλη σημασία, αλλά όταν του δήλωσαν ότι ανήκουν στην πολιτοφυλακή του UCK της περιοχής σκέφθηκε πως θα του ήταν χρήσιμοι κυρίως για τις πληροφορίες τους γύρω από το τι θα συναντούσε στη διαδρομή προς την Πρίστινα.

Μετά μια ώρα ακολούθησαν τα ναρκαλιευτικά οχήματα. Ο σερβικός στρατός είχε ναρκοθετήσει τις σήραγγες της κοιλάδας, αλλά και τον στενό δρόμο σε πολλά σημεία του, για το ενδεχόμενο χερσαίας επίθεσης του ΝΑΤΟ από τα Σκόπια και έτσι η ασφαλής διέλευση μιας τέτοιας δύναμης προϋπόθετε την αποναρκοθέτηση του δρόμου.

Προφανώς για να μη χάνουν χρόνο οι νατοϊκοί προχωρούσαν στη διάνοιξη παρακαμπτηρίων δρόμων όπου εντόπιζαν ναρκοπέδια, αφήνοντας γι’ αργότερα την εκκαθάριση του δρόμου από τις νάρκες.

Προς το μεσημέρι άρχισε η κανονική ροή της στρατιωτικής δύναμης. Τεράστιες αυτοκινούμενες πλατφόρμες, τις οποίες οδηγούσαν νεαρές στρατιωτίνες και αμούστακα παιδιά, κουβαλούσαν άρματα μάχης, οχήματα μεταφοράς προσωπικού, νοσοκομειακές μονάδες, κοντέινερ με ηλεκτρονικά συστήματα επικοινωνίας· κινούνταν αργά αργά από τα Σκόπια προς το εσωτερικό του Κοσόβου όπου καταλάμβαναν επίκαιρες θέσεις στη βάση σχεδίου που είχαν καταρτίσει νωρίτερα οι επιτελείς της επιχείρησης.

Οι Βρετανοί στρατιώτες, που αναπτύχθηκαν για να επιβλέψουν την αποχώρηση των Σέρβων και να δημιουργήσουν προγεφυρώματα για την ασφαλή έλευση του κύριου όγκου της KFOR, ήταν και οι πρώτοι μάρτυρες της νέας πραγματικότητας στο Κόσοβο. Οι διοικητές τους τούς είχαν πει ότι ένα από τα καθήκοντά τους ήταν να προστατεύσουν τους Αλβανούς από αγριότητες της σερβικής αστυνομίας και των παραστρατιωτικών κατά την αποχώρηση, όμως η εικόνα που αντίκρισαν ήταν τελείως διαφορετική.

Καραβάνια Σέρβων αμάχων έφευγαν από πόλεις και χωριά με κατεύθυνση τον βορρά. Φόρτωναν ό,τι μπορούσαν να μεταφέρουν σε αυτοκίνητα, γεωργικά μηχανήματα, κάρα και ποδήλατα και έσπευδαν να προλάβουν τον στρατό και την αστυνομία τους που υποχωρούσαν προς τη Σερβία, για να γλιτώσουν από τους επελαύνοντες Αλβανούς του UCK. Μέχρι πριν από λίγες μέρες έφευγαν οι Αλβανοί κυνηγημένοι από τη σερβική αστυνομία, τώρα στη θέση τους βρίσκονταν οι Σέρβοι καταδιωκόμενοι από τους ένοπλους Αλβανούς…”.

Πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ