«Καιρός Τουρκία και Ευρώπη να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα»
24/05/2016 13:50
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

«Καιρός Τουρκία και Ευρώπη να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα»

Ήρθε η ώρα η ΕΕ να παραδεχθεί ότι η Τουρκία δεν θα ενταχθεί ποτέ στο μπλοκ, γράφει ο Benjamin Haddad, λέκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Sciences Po στο Παρίσι.

Η αιφνιδιαστική παραίτηση του μετριοπαθή Τούρκου πρωθυπουργού Αχμέτ Νταβούτογλου νωρίτερα αυτό το μήνα έθεσε για άλλη μια φορά αμφιβολίες για το μέλλον της προσφυγικής συμφωνίας που υπογράφηκε τον Μάρτιο μεταξύ της Τουρκίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά, είτε προχωρήσει είτε όχι, η συμφωνία είναι μόνο μια πτυχή των ευρύτερων σχέσεων Τουρκίας-Ευρώπης. Και, υπό το φως των πολιτικών εξελίξεων τόσο στην Άγκυρα όσο και στις Βρυξέλλες, είναι καιρός να επανεξετάσουμε το πώς θα πρέπει να μοιάζει αυτή η σχέση.

Υπό την πίεση στο εσωτερικό να κάνει κάτι για την προσφυγική κρίση, η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ ενέδωσε σε μια σειρά αιτημάτων του ισχυρού προέδρου της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε αντάλλαγμα την προσφυγική συμφωνία. Ανάμεσα σε αυτά τα αιτήματα - εκτός από τα 6 δις ευρώ και την κατάργηση της βίζας στην Ευρώπη για τους Τούρκους πολίτες - ήταν η υπόσχεση να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στην πολύχρονη διαδικασία ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η προοπτική της ένταξης της Τουρκίας εξακολουθεί να είναι απομακρυσμένη, κι έτσι η υπόσχεση της Μέρκελ θεωρήθηκε ως επί το πλείστον μια συμβολική κίνηση που βοήθησε να επιτευχθεί η συμφωνία με τον Ερντογάν. Αλλά δεδομένης της εξέλιξης της Τουρκίας υπό την εξουσία του και της αντιδημοτικότητας της χώρας στην Ευρώπη, ήταν επίσης και πολύ ατυχής. Ήρθε η ώρα να "τραβήξουμε την πρίζα" μια και καλή στην υποψηφιότητα της Τουρκίας στην ΕΕ και να σκεφτούμε σοβαρά εναλλακτικές λύσεις.

Αν και η Τουρκία έκανε για πρώτη φορά αίτηση για ένταξη της στον προκάτοχο της ΕΕ, την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, το 1987, τα δύο μέρη δεν προχώρησαν σε παρατεταμένες διαπραγματεύσεις προσχώρησης μέχρι το 2005. Οι υποψήφιοι για ένταξη στην ΕΕ πρέπει να συμμορφώνονται με μια λεπτομερή λίστα κανόνων, που χωρίζονται σε 35 κεφάλαια, τα οποία ασχολούνται με θέματα που κυμαίνονται από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ως την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και τους κανόνες του ανταγωνισμού. Κάθε κεφάλαιο μπορεί να ανοίξει και να κλείσει (όταν ο υποψήφιος πληροί τις προϋποθέσεις) μόνο με την έγκριση όλων των κρατών-μελών της ΕΕ. Μέχρι στιγμής, η Τουρκία έχει καταφέρει να ανοίξει 15 κεφάλαια και να κλείσει μόνο ένα.

Το σκεπτικό για την ένταξη της Τουρκίας είναι γνωστό: θα δεσμεύσει πιο σταθερά τη μουσουλμανική δημοκρατία και σύμμαχο του ΝΑΤΟ με τη Δύση, ενώ θα ενισχύσει τις πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό. Η πιθανή υποψηφιότητα μιας μεγάλης χώρας, που ανησυχεί για την κυριαρχία της, έχει επίσης απήχηση και σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, που θέλουν να εξασφαλίσουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα παραμείνει μια ζώνη ελεύθερων συναλλαγών και δεν θα μετατραπεί σε μια πιο ολοκληρωμένη πολιτική οντότητα. Οι πρόεδροι των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους και Μπαράκ Ομπάμα υποστήριξαν επίσης την υποψηφιότητα της Τουρκίας, την προώθηση της έννοιας ότι η ένταξη σε ΝΑΤΟ και ΕΕ θα πρέπει να πάνε χέρι-χέρι. (Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας, Ιμπέρ Βεντρίν, εξέφρασε πολλούς εξοργισμένους Ευρωπαίους όταν υποστήριξε, ως απάντηση, ότι ίσως και το Μεξικό θα πρέπει να ενταχθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες).

Αλλά οι εσωτερικές εξελίξεις στην Τουρκία δεν έχουν εκπληρώσει τις ελπίδες των υποστηρικτών της χώρας. Η αρπαγή εξουσίας από τον Ερντογάν και τα σχέδιά του για συνταγματικές αλλαγές οι οποίες θα ενισχύσουν περαιτέρω την προεδρία συμβαδίζουν με τα μέτρα καταστολής κατά της αντιπολίτευσης και των μέσων ενημέρωσης. Σε μια έκθεση του 2015, το Freedom House κατήγγειλε "πολλά χρόνια της παρακμής" της ελευθερίας του Τύπου στην Τουρκία. Ενώ η διαδικασία ένταξης έκανε κάποια πρόοδο στις αρχές της δεκαετίας του 2000, φάνηκε να έχει μικρή επίδραση καθώς δεν ταιριάζει στην εγχώρια ατζέντα του Ερντογάν. Το κυβερνών κόμμα του συμμορφώθηκε με τους κανόνες της ΕΕ, όταν αποδυνάμωσε τον ρόλο του στρατού στην πολιτική, αλλά αντί να επιτρέψει σε μια νέα ενδυναμωμένη κοινωνία των πολιτών να ελέγχει την εξουσία του, παγίωσε την εξουσία του, αποδυναμώνοντας την κοσμική παράδοση που με τόσο κόπο κέρδισε η χώρα.

Επιπλέον, η Τουρκία εξακολουθεί να αρνείται να αναγνωρίσει τη Δημοκρατία της Κύπρου, μέλος της ΕΕ, και καταλαμβάνει το βόρειο μισό της χώρας με περίπου 30.000 στρατιώτες, περισσότερους από όσους έχει προσφέρει ποτέ σε επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ. Κατά παράβαση της τελωνειακής συμφωνίας της με την ΕΕ, η Τουρκία αρνήθηκε να συναλλάσσεται με την Κύπρο. Για να τιμωρήσει την τουρκική μη συμμόρφωση, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διέκοψε τις συνομιλίες για βασικά κεφάλαια ένταξης το 2006. Και παρά τα εμπόδια ου θέτει αυτό το ζήτημα στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, ο Ερντογάν έχει σκληρύνει περαιτέρω τις απόψεις του κατά τα τελευταία χρόνια.

Πέρα από την ανησυχητική άνοδο του πολιτικού αυταρχισμού στη χώρα, πολλοί Ευρωπαίοι αμφισβητούν τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας, όσον αφορά γεωγραφικούς και πολιτιστικούς λόγους. Μόνο το 3 τοις εκατό του εδάφους της Τουρκίας, για να κυριολεκτήσουμε, βρίσκεται στην Ευρώπη - και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της είναι λιγότερο από το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ως μια μουσουλμανική χώρα με 75 εκατομμύρια πολίτες, που συνορεύει με τη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν, αν ενταχθεί στην ΕΕ η Τουρκία θα γίνει σύντομα η πιο πυκνοκατοικημένη χώρα της.

Οι δημοσκοπήσεις στην Ευρώπη δείχνουν ότι ένα ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό των ψηφοφόρων αντιτίθεται στην ένταξη της Τουρκίας. Πράγματι, το ζήτημα συμβολίζει πλέον το χάσμα μεταξύ των Βρυξελλών, οι οποίες θεωρείται ότι προσπαθούν να πιέσουν την προσχώρηση, και των πραγματικών Ευρωπαίων, οι οποίοι είναι περισσότερο από σκεπτικοί. Το 2014, το 69 τοις εκατό των Γερμανών ήταν αντίθετοι στην προσπάθεια ένταξης της Τουρκίας (σε σχέση με 52 τοις εκατό το 2005), ενώ μόνο το 26 τοις εκατό ήταν υπέρ. Την ίδια χρονιά, το 83 τοις εκατό των Γάλλων ήταν αντίθετοι. Ακόμη και στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι διπλωμάτες υποστηρίζουν εδώ και καιρό την τουρκική υποψηφιότητα, μόνο το 34 τοις εκατό του πληθυσμού την ήθελε εντός το 2014.

Κι έτσι φτάνουμε στο βρώμικο, μικρό μυστικό των διαπραγματεύσεων: η ένταξη της Τουρκίας είναι απίθανο να συμβεί ποτέ. Σε κάθε στάδιο, το επόμενο βήμα θα πρέπει να εγκριθεί ομόφωνα από όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, με τη δυνατότητα δημοψηφίσματος σε ορισμένες χώρες. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί συναίνεση. (Σκεφτείτε μόνο ότι οι ψηφοφόροι στην Ολλανδία πρόσφατα απέρριψαν τους στενότερους δεσμούς με την Ουκρανία, μια χριστιανική, αναμφίβολα ευρωπαϊκή χώρα).

Ωστόσο, οι συνομιλίες με την Άγκυρα συνεχίζονται, σαν ένα γραφειοκρατικό ζόμπι, επειδή οι διάφοροι ευρωπαίοι συμμετέχοντες αναμένουν κάποιον άλλο - ίσως τους Γάλλους ή τους Γερμανούς- να ρίξουν το τελικό βέτο και να αναλάβουν την ευθύνη. Εν μέσω της προσφυγικής κρίσης, ορισμένοι μπορεί να μπουν στον πειρασμό να υποστηρίξουν τη διατήρηση της παρωδίας, έστω και μόνο για να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη συνεργασία. Αλλά αυτό κάνει περισσότερο κακό παρά καλό. Η διαδικασία είναι η χειρότερη για τους δύο κόσμους: δεν οδηγεί πουθενά, αλλά μπορεί ακόμα να χρησιμοποιηθεί ως ένα σκιάχτρο για τους αντι-ευρωπαϊστές λαϊκιστές. Αν και δεν σχετίζεται με το θέμα πρακτικά, η προοπτική ένταξης της Τουρκίας προβάλλεται εκφοβιστικά από τους αντιπάλους του αποτυχημένου Συντάγματος της ΕΕ κατά τη διάρκεια του γαλλικού και του ολλανδικού δημοψηφίσματος το 2005. Οι αντάρτες του Brexit προσπαθούν να κάνουν το ίδιο και σήμερα. Η κατάσταση είναι κατανοητά μια πηγή δυσαρέσκειας για πολλούς Τούρκους, των οποίων κάποτε η ισχυρή υποστήριξη για την ένταξη στην ΕΕ έχει εξασθενίσει.

Επιπλέον, οι όροι της διαδικασίας ένταξης στην ΕΕ -που εδώ και χρόνια θεωρείται από τους Ευρωπαίους ως μέσο μόχλευσης- γίνεται όλο και περισσότερο ένα βάρος παρά ένα ατού στην περίπτωση της Τουρκίας. Νιώθοντας ότι έχει το πάνω χέρι, ο Ερντογάν δεν είναι διατεθειμένος να κάνει παραχωρήσεις στους αυταρχικούς τρόπους του, αναγκάζοντας την ΕΕ είτε να ανατρέψει τις αρχές της για να κερδίσει τη συμφωνία για το προσφυγικό, είτε να ψάξει για άλλη λύση. Όπως δήλωσε πρόσφατα ένας απογοητευμένος διπλωμάτης της ΕΕ: "Συνηθίζαμε να θεωρούμε τις ενταξιακές συνομιλίες ως μια δύναμη -τώρα είναι ένα εμπόδιο για εμάς". Τα διαζύγια πάντα προκαλούν φασαρίες, αλλά δεν υπάρχει σαφής πορεία προς την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η καθυστέρηση της απόφασης το μόνο που θα κάνει είναι να δηλητηριάσει τις σχέσεις και να ενθαρρύνει περαιτέρω τη διάσταση απόψεων τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Τουρκία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να επιδιώξουν την αντιπαράθεση με την Τουρκία. Η ΕΕ είναι ο υπ' αριθμόν ένα εμπορικός εταίρος της Τουρκίας, με σχεδόν το ήμισυ των τουρκικών εξαγωγών να πηγαίνουν στην Ευρώπη. Επιπλέον, από την ενεργειακή διαφοροποίηση ως την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την αστάθεια στη Μέση Ανατολή, η στρατηγική σημασία της Τουρκίας προς τη νότια πλευρά της Ευρώπης είναι σημαντική: υπάρχει λόγος που είναι σύμμαχος του ΝΑΤΟ. Αλλά μια στρατιωτική συμμαχία δεν είναι το ίδιο πράγμα με μια πολιτική ένωση. Εκτός αυτού, από την αναποφασιστικότητα της να εμποδίσει τους τζιχαντιστές να διασχίσουν την Συρία ως την εκμετάλλευση της στο θέμα των προσφύγων να εκβιάσει την Ευρώπη σε παραχωρήσεις, η Άγκυρα δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι ένας συνεπής εταίρος. Ως πλήρες μέλος της ΕΕ, η Τουρκία θα λάμβανε βέτο στις συλλογικές αποφάσεις της εξωτερικής πολιτικής της Ευρώπης -ένα απαράδεκτο αποτέλεσμα.

Στην ουσία, η τουρκική περίπτωση δείχνει την ανικανότητα της Ευρώπης να δει τη γειτονιά της εκτός του φακού της "διεύρυνσης". Υπάρχει νόμιμος λόγος γι' αυτό. Παρά την τρέχουσα τάση της ευρω-κατήφειας και της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης σε χώρες όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, είναι αναμφισβήτητο ότι η διεύρυνση της ΕΕ αποτέλεσε μια εξαιρετική δύναμη σταθερότητας και δημοκρατίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η μακρά και βασανιστική διαδικασία ολοκλήρωσης, με τις εκτεταμένες απαιτήσεις της στο κράτος δικαίου και στους κανόνες της ελεύθερης αγοράς, συνέβαλε σημαντικά στην σταθεροποίηση των μεταβάσεων των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.

Αλλά οι προοπτικές διεύρυνσης δεν μπορεί να χρησιμοποιούνται ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής για πάντα. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να αρχίσουν να συζητούν το ενδεχόμενο εναλλακτικών λύσεων για την προσχώρηση της Τουρκίας, όπως το να κάνουν τη χώρα "στρατηγικό εταίρο", μια επιλογή που εδώ και καιρό ευνοείται από την Άνγκελα Μέρκελ: αυτό θα μπορούσε να τονώσει την πρόοδο σε ορισμένους τομείς, χωρίς να υπόσχεται ή να απαιτεί το αδύνατο. Ήρθε η ώρα η ΕΕ να αναγνωρίσει τα σταθερά σύνορά της και να αναπτύξει την ικανότητα να τα υπερασπιστεί, ενισχύοντας την ιδέα ότι η ήπειρος μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτική δύναμη και όχι ως ένας συνεχώς διευρυνόμενος διεθνής οργανισμός.

foreignpolicy.com