Η πραγματική είδηση στην Ολλανδία: Η κατάρρευση της κεντροαριστεράς
17/03/2017 14:10
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Η πραγματική είδηση στην Ολλανδία: Η κατάρρευση της κεντροαριστεράς

Επειδή κοιτάζουμε στην Ολλανδία φορώντας λαϊκιστικά γυαλιά, χάσαμε τη σημαντικότερη είδηση: την κατάρρευση της ενιαίας κεντροαριστεράς, σχολιάζει η Anne Applebaum.

Όταν ζεις στον αγγλόφωνο κόσμο, είναι εύκολο να βλέπεις τον υπόλοιπο κόσμο μέσα από λαϊκιστικά γυαλιά. Και δεν είναι περίεργο: έχουμε απορροφηθεί στο καθημερινό δράμα του Brexit και της προεδρίας Τραμπ, τα οποία διαθέτουν (σε διάφορους βαθμούς) κακότροπους άνδρες με άσχημα κουρέματα, επιθέσεις σε εμπειρογνώμονες και μετανάστες και περιφρόνηση για τους εγχώριους και διεθνείς θεσμούς που διατηρούν την ειρήνη και προωθούν την ευημερία επί δεκαετίες. Όταν κοιτάμε άλλες χώρες, φυσικά αναζητούμε αυτά τα ίδια φαινόμενα.

Για τον λόγο αυτό, οι εκλογές στην Ολλανδία που δεν είναι συνήθως ένα θέμα μεγάλου ενδιαφέροντος για τον αγγλόφωνο κόσμο, επέστησαν μια ασυνήθιστη προσοχή φέτος. Επειδή εκεί, ακριβώς στο κέντρο της πολιτικής σκηνής, στάθηκε ο Γκέερτ Βίλντερς. Ένας Ολλανδός πολιτικός, ο οποίος υπάρχει πράγματι εδώ και πολλά χρόνια -εξελέγη για πρώτη φορά στο κοινοβούλιο το 1998, και το κόμμα του έχει στηρίξει κυβερνητικούς συνασπισμούς στο παρελθόν- πρόσφατα αναμορφώθηκε ως ένας κακότροπος άντρας με άσχημο κούρεμα που θα μπορούσε να πάρει τη λαϊκιστική δάδα και να την μεταφέρει στη Χάγη. Όντας φίλος του Στίβεν Μπάνον και του Νάιτζελ Φάρατζ, ο Βόλντερς εμφανίστηκε στο συνέδριο των Ρεπουμπλικάνων πέρυσι, επευφημούσε το Brexit και έκανε ορατές προσπάθειες να εναρμονιστεί με αυτό που φαινόταν να είναι μια διεθνής τάση.

Για μια σύντομη στιγμή, όταν βρέθηκε ψηλά στις δημοσκοπήσεις, φάνηκε ότι το Κόμμα της Ελευθερίας του Βίλντερς μπορεί να είναι το μεγαλύτερο κόμμα στο κατακερματισμένο, εδώ και καιρό, ολλανδικό κοινοβούλιο. Αλλά ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό συμμετοχής στις εκλογές της Τετάρτης παρήγαγε ένα αρκετά διαφορετικό αποτέλεσμα. Το ποσοστό του Βίλντερς ανέβηκε ελαφρώς, και θα έχει πλέον 20 έδρες από τις 150. Δεν υπήρξε όμως λαϊκίστικο κύμα. Αντ' αυτού, το κόμμα του κεντροδεξιού πρωθυπουργού παραμένει το μεγαλύτερο στο κοινοβούλιο και η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων προτίμησε κόμματα που θέλουν να παραμείνουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Επειδή κοιτάζουμε στην Ολλανδία φορώντας λαϊκιστικά γυαλιά, χάσαμε τη σημαντικότερη είδηση: την κατάρρευση της ενιαίας κεντροαριστεράς - του ολλανδικού Εργατικού Κόμματος- που είναι μια ιστορία που πραγματικά έχει πανευρωπαϊκή σημασία, επηρεάζοντας ψηφοφόρους σχεδόν σε κάθε χώρα. Αν και σταμάτησε προσωρινά σε κάποια σημεία από κεντρώους, όπως ο Τόνι Μπλερ, αυτή η κατάρρευση σε αργή κίνηση έχει αρχίσει εδώ και δύο δεκαετίες, από τότε που το τέλος του κομμουνισμού αφαίρεσε το όνειρο της κρατικά διοικούμενης οικονομίας και οι οικονομικές αλλαγές υπονόμευσαν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, όπως και την αλληλεγγύη της εργατικής τάξης που δημιούργησαν.

Σε όλη την ήπειρο, απογοητευμένοι πρώην αριστεροί έχουν συχνά παρασυρθεί στην αγκαλιά ξενόφοβων, ιδιαίτερα δεδομένου ότι πολλοί από αυτούς -κυρίως η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία αλλά και το Αυστριακό Κόμμα της Ελευθερίας και το Πολωνικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη- τώρα υποστηρίζουν αυτό που μπορούσαμε να ονομάσουμε μαρξισμό λάιτ ή, λιγότερο ευγενικά, εθνικό σοσιαλισμό: τα στοιχεία περιλαμβάνουν την επανεθνικοποίηση της βιομηχανίας, τα εμπόδια στο εμπόριο και τα μεγαλύτερα κράτη κοινωνικής πρόνοιας. Αλλά και άλλοι, οι οποίοι έχουν εγκαταλείψει την Αριστερά έχουν λάβει μια διαφορετική διαδρομή. Μερικοί υποστηρίζουν φιλελεύθερους, όπως ο Εμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία, ή οι Πράσινοι, όπως ο Αλεξάντερ βαν ντερ Μπέλεν, ο πρόεδρος της Αυστρίας. Στις ολλανδικές εκλογές, η στήριξη στους κοινωνικά και οικονομικά φιλελεύθερους, καθώς και στο κόμμα των Πρασίνων, ανέβηκε δραματικά.

Στο τέλος, η διάλυση της παλιάς Αριστεράς, και η ιστορία του τι την αντικαθιστά, μπορεί να αποδειχθεί μεγαλύτερης σημασίας από την άνοδο της "Νέας ακροδεξιάς". Είναι αλήθεια ότι αυτή η Λαϊκιστική Διεθνής κατανόησε πολύ νωρίτερα ότι οι δραματικές αλλαγές που προκάλεσε το Διαδίκτυο, τα social media και ο αυτοματισμός, καθώς και το εμπόριο και η παγκοσμιοποίηση, σήμαινε ότι η δημοκρατική Δύση χρειάζεται νέα πολιτικά κόμματα με νέες φιλοσοφίες. Η απάντησή της ήταν αρνητική, θυμωμένη και σε ορισμένες περιπτώσεις αντιδημοκρατική ριζοσπαστική νοσταλγία: απόρριψη του παρόντος υπέρ μιας επαναστατικής επιστροφής σε κάποιο εξιδανικευμένο, ολόλευκο, πλήρους απασχόλησης παρελθόν.

Θα μπορούσαν να υπάρχουν και άλλες απαντήσεις. Ίσως οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι να μπορούν επίσης να κινητοποιηθούν γύρω από θετικά πρότζεκτς. Ίσως να τους προσελκύσουν νέα κόμματα, ή νέοι ηγέτες, οι οποίοι προσφέρουν ένα όραμα για ένα καλύτερο μέλλον, αντί για ένα ανέφικτο παρελθόν. Τον τελευταίο καιρό, αυτό δεν λειτούργησε τόσο καλά στον αγγλόφωνο κόσμο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει κιόλας ότι δεν μπορεί να συμβεί.

washingtonpost.com