Γιατί η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη φέρνει πολιτική ανησυχία
23/02/2017 14:10
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Γιατί η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη φέρνει πολιτική ανησυχία

Υπάρχει μια περίεργη ισορροπία στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή, γράφει ο Simon Nixon, καθώς η οικονομία της ευρωζώνης αναπτύσσεται αλλά η πολιτική τάξη της Ευρώπης κινδυνεύει.

Υπάρχει μια περίεργη αποσύνδεση στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή. Η οικονομία της ευρωζώνης αυξάνεται με ετήσιο ρυθμό άνω του 2%, τον ταχύτερο εδώ και περισσότερα από έξι χρόνια και ταχύτερα ακόμη και από των ΗΠΑ. Κάθε χώρα της ευρωζώνης αναπτύσσεται, και η ανάπτυξη αφορά όλους τους τομείς. Οι τελευταίες έρευνες δείχνουν απότομες αυξήσεις των δραστηριοτήτων στις υπηρεσίες και τις κατασκευές, στις παραγγελίες και στην αισιοδοξία των επιχειρήσεων, με τη γαλλική παραγωγή να είναι ισχυρότερη από ό,τι η γερμανική, για πρώτη φορά από το 2012. Εν τω μεταξύ, τη δημιουργία θέσεων εργασίας είναι η ισχυρότερη εδώ και σχεδόν μια δεκαετία και η ανεργία έχει πέσει γρήγορα σε όλο το μπλοκ σε 9,6%, κάτω από μία ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα μέσα σε ένα χρόνο και το χαμηλότερο ποσοστό από το 2009.

Ωστόσο, αυτή η θετική οικονομική είδηση έρχεται σε έντονη αντίθεση με το βαθύ αίσθημα δυσφορίας ανάμεσα πολιτική τάξη της Ευρώπης, ίσως και βαθύτερο από ό,τι ήταν στο απόγειο της κρίσης χρέους της ευρωζώνης. Οι πολιτικοί και οι διαμορφωτές πολιτικής πάσχουν από μια κρίση εμπιστοσύνης στην ικανότητά τους να αναλάβουν αποτελεσματική δράση, τόσο σε εγχώριο όσο και ευρωπαϊκό επίπεδο, εν όψει της αύξησης του λαϊκισμού και του εθνικισμού. Ταυτόχρονα, υπάρχει έντονο άγχος για τις εξωτερικές πιέσεις στην Ευρώπη, αν μη τι άλλο από μια διοίκηση Τραμπ που συχνά εμφανίστηκε εχθρική προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πολλοί φοβούνται ότι οι δυνάμεις που σπρώχνουν την Ευρώπη προς το διχασμό είναι ισχυρότερες από εκείνες που την ενώνουν και ότι οι πολιτικοί είναι όλο και πιο αδύναμοι να σταματήσουν τη διαδικασία.

Ίσως οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά που οδηγούν αυτή την ανάπτυξη να ξέρουν κάτι που έχει ξεφύγει από τους νευρικούς πολιτικούς και τους φορείς χάραξης πολιτικής. Εξάλλου, η επιστροφή της ευρείας βάσεως ανάπτυξης έχει αφαιρέσει αυτό που μέχρι πολύ πρόσφατα φαινόταν να είναι ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους που αντιμετωπίζει η ευρωζώνη: την ολίσθηση σε μια αποπληθωριστική παγίδα χρέους, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να ξεμένει από «πυρομαχικά». Σε ένα μεγάλο μέρος στο τελευταίο τρίμηνο του 2016, υπήρξε μια αγωνιώδης συζήτηση για το αν η ΕΚΤ είχε επαρκή «πυρομαχικά» για να επιστρέψει ο πληθωρισμός στην επίτευξη του στόχου της, κοντά αλλά κάτω του 2%. Όταν η ΕΚΤ μείωσε το μηνιαίο μέγεθος των αγορών ομολόγων το Δεκέμβριο και απέτυχε σημαντικά να επεκτείνει το σύμπαν των ομολόγων που θα μπορούσε να αγοράσει, θεωρήθηκε ευρέως ως μια ήττα για τη Φρανκφούρτη στα χέρια του Βερολίνου, αφήνοντας την ευρωζώνη ευάλωτη σε μελλοντικές κρίσεις.

Ωστόσο, τώρα η συζήτηση έχει να κάνει με το πόσο σύντομα η ΕΚΤ θα σταματήσει το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της και πότε θα ξεκινήσει η αύξηση των επιτοκίων. Η νέα ανησυχία της αγοράς είναι οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει για το κόστος δανεισμού ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών του Νότου, όπως η Ιταλία και η Πορτογαλία, το τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης. Ωστόσο, οι φόβοι μιας νέας κρίσης χρέους φαίνεται στην καλύτερη περίπτωση πρόωρη. Ο δομικός πληθωρισμός παραμένει πολύ κάτω από το στόχο της ΕΚΤ, ακόμη και αν ο μετρούμενος πληθωρισμός επιταχύνθηκε, κυρίως ως απάντηση στην αύξηση των τιμών της ενέργειας. Η ΕΚΤ δεσμεύτηκε να συνεχίσει να αγοράζει ομόλογα τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2017 και ακόμη και τότε θα αρχίσει να μειώνει τις αγορές της μόνο αν η ανάκαμψη της ευρωζώνης είναι πολύ ισχυρή. Αυτό δείχνει ότι τα κόστη δανεισμού των κυβερνήσεων είναι πιθανό να εξακολουθούν να παραμένουν χαμηλά, επιτρέποντας στις κυβερνήσεις να συνεχίσουν να αναχρηματοδοτούν το χρέος με πολύ χαμηλά επιτόκια.

Όσο για τους πολιτικούς κινδύνους που κυριάρχησαν στη συζήτηση της ευρωζώνης φέτος, αυτές εξακολουθούν να είναι πολύ πραγματικές, αλλά είναι επίσης κίνδυνοι πολύ χαμηλής πιθανότητας. Πράγματι, μια από τις πιο άμεσες ανησυχίες υποχώρησε αυτή την εβδομάδα μετά από τη συνάντηση στις Βρυξέλλες τη Δευτέρα, που φάνηκε να τερματίζει μια τριμερή αντιπαράθεση που κράτησε τρεις μήνες ανάμεσα στην Αθήνα, το Βερολίνο και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για την επόμενη φάση του προγράμματος διάσωσης στην Ελλάδα. Ένας ανώτατος αξιωματούχος τώρα λέει ότι είναι πεπεισμένος πως μια συμφωνία μπορεί να επιτευχθεί προτού η Ελλάδα φτάσε σε νέες πιέσεις χρηματοδότησης, κάτι που δεν πίστευε πριν από μία εβδομάδα. Την ίδια στιγμή, οι δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να δείχνουν ότι μια νίκη των λαϊκιστών ή της ακροδεξιάς δεν είναι πιθανή ούτε στις ολλναδικές ούτε στις γαλλικές εκλογές, ενώ η αυξανόμενη διάσπαση στο κυβερνών Δημοκρατικό Κόμμα της Ιταλίας καθιστά το ενδεχόμενο εκλογών φέτος όλο και πιο απίθανο, παρότι κάνει το αποτέλεσμα λιγότερο συγκεκριμένο.

Οι πολιτικοί κίνδυνοι, άλλωστε, μπορεί να λειτουργήσουν και με τους δύο τρόπους. Ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο η ευρωζώνη έχει αποδειχτεί τόσο ανίκανη να αναλάβει αποφασιστική δράση μπορεί να είναι ότι οι ηγέτες της σκέφτονταν τις φετινές εκλογές εδώ και τουλάχιστον δύο χρόνια. Υπό την απειλή τους, οι πολιτικοί ηγέτες δεν μπορούσαν να δουν το ενδεχόμενο να δράσουν με νέους τρόπους και συλλογικά για την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων, λέει ένας κορυφαίος πολιτικός. Την ίδια στιγμή, η πολιτική σταθερότητα προσφέρει την καλύτερη ελπίδα για το είδος των φιλόδοξων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται σε πολλές χώρες της ευρωζώνης. Η έναρξη ενός νέου πολιτικού κύκλου μετά τις εκλογές του τρέχοντος έτους, σε συνδυασμό με τις αλλαγές στην ηγεσία, μπορεί ακόμη να οδηγήσουν σε πιο αποτελεσματική λήψη αποφάσεων.

Τι συμβαίνει με τους εξωτερικούς πολιτικούς κινδύνους στην ευρωζώνη, κυρίως από τις ΗΠΑ; Μέχρι στιγμής, η ετυμηγορία δεν έχει βγει για το τι σημαίνει η διοίκηση Τραμπ για την Ευρώπη, παρά την βαθιά νευρικότητα σε όλη την ήπειρο. Σε οικονομικούς όρους, υπάρχουν πτυχές της ατζέντας Τραμπ που θα μπορούσαν να είναι θετικές για την Ευρώπη, ιδιαίτερα αν η μείωση των φόρων και η απελευθέρωση ενισχύσει την παγκόσμια ανάπτυξη. Η πίεση της διοίκησης Τραμπ στις κυβερνήσεις της ΕΕ να ενισχύσουν τις στρατιωτικές δαπάνες θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε επιπλέον δημοσιονομικά κίνητρα. Πολύ λιγότερο ευπρόσδεκτο θα ήταν οποιοδήποτε σημάδι ότι η ΗΠΑ ήταν αποφασισμένες να επιδιώξουν πολιτικές προστατευτισμού ή εάν κινηθούν προς την απελευθέρωση των οικονομικών αποδυναμώνοντας τους κανόνες του τραπεζικού κεφαλαίου και διακινδυνεύοντας ένα επιζήμιο ρήγμα στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αλλά μέχρι τώρα, υπήρξε πολύ θόρυβος, αλλά λίγη δράση. Οι επιχειρήσεις μπορεί να είναι σωστό να στοιχηματίσουν ότι τα πράγματα θα παραμείνουν έτσι.

wsj.com