Γιατί δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε τον όρο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας»
15/11/2015 23:01
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Γιατί δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε τον όρο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας»

Λέγοντας ότι κηρύσσουμε τον πόλεμο στο ISIS, του δίνουμε κρατική οντότητα, το οποίο είναι και ο στόχος του, σχολιάζει ο καθηγητής του συνταγματικού και διεθνούς δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, Noah Feldman.

Όταν ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ δήλωσε ότι οι επιθέσεις της Παρασκευής στο Παρίσι ήταν μια «πράξη πολέμου», ακολούθησε το σενάριο του Τζορτζ Μπους στον απόηχο των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου. Ρητορικά, το να επικαλείται τη γλώσσα του πολέμου για να περιγράψει μια τρομοκρατική επίθεση στέλνει ένα μήνυμα σοβαρότητας και οργής. Αλλά, όπως δείχνουν οι πόλεμοι μετά την 11η Σεπτεμβρίου, δεν είναι πάντα σοφό να ανυψώνεις μια τρομοκρατική ομάδα στο επίπεδο των κυρίαρχων οντοτήτων που έχουν παραδοσιακά την εξουσία να κάνουν πόλεμο.

Αυτό ήταν ένα λάθος σε σχέση με την Αλ Κάιντα, αλλά είναι ακόμα μεγαλύτερο λάθος όταν πρόκειται για το Ισλαμικό Κράτος, του οποίου η κύρια επιδίωξη είναι να πετύχει μία κρατική υπόσταση. Λέγοντας ότι το Ισλαμικό Κράτος είναι σε πόλεμο με τη Γαλλία, ο Ολάντ άθελά του έδωσε στην ετερόκλητη ομάδα το διεθνές κύρος που επιδιώκει. Οι συνέπειες της δήλωσης του Ολάντ υπερβαίνουν τις δημόσιες σχέσεις που ωφελούν τη σουνιτική μαχητική ομάδα, η οποία σε άλλη περίπτωση αγωνίζεται να παραμείνει στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και να αποκτήσει τους οπαδούς που χρειάζεται για να ελέγχει περιοχές. Ένας αρχηγός κράτους ο οποίος λέει ότι έχει γίνει πόλεμος σε βάρος της χώρας του, πρέπει να έχει μια αξιόπιστη απάντηση κατά νου.

Η κατάλληλη απάντηση εξαρτάται από το αν η κατάσταση του πολέμου ερμηνεύεται νομικά ή μεταφορικά. Η νομική γωνία είναι αρκετά σημαντική. Σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ της Ουάσιγκτον, μια πράξη πολέμου έξω από τον Οργανισμό Βορειοατλαντικού Συμφώνου εναντίον ενός από τα κράτη-μέλη συνεπάγεται υποχρεώσεις στήριξης από τα άλλα μέλη της Συνθήκης. Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου σηματοδότησαν την πρώτη φορά που έγινε επίκληση του άρθρου 5. Αυτό απαιτούσε όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ να υποστηρίξουν τον πόλεμο των ΗΠΑ κατά της αλ-Κάιντα. (Όταν αναφέρθηκε για το Ιράκ, πολλά μέλη του ΝΑΤΟ περίφημα το εμπόδισαν, με το σκεπτικό ότι δεν υπήρχε καμία απόδειξη πως η τρομοκρατική επίθεση είχε σχέση με τον Σαντάμ Χουσεΐν).

Αν η Γαλλία επικαλεστεί το άρθρο 5, τα μέλη του ΝΑΤΟ θα είναι υποχρεωμένα να την υποστηρίξουν σε έναν πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους. Ωστόσο, η απογοητευτική πτυχή αυτής της νομικής θέσης είναι ότι η Γαλλία βομβαρδίζει οχυρά του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία από τα τέλη Σεπτεμβρίου και οι επιθέσεις της στην ομάδα στο Ιράκ είναι «παλιά νέα». Με άλλα λόγια, η Γαλλία είναι ήδη σε πόλεμο με το Ισλαμικό Κράτος. Οι επιθέσεις στο Παρίσι δεν είναι το πρώτο ξέσπασμα. Είναι, στην καλύτερη περίπτωση, η απάντηση του Ισλαμικού Κράτους στις γαλλικές επιθέσεις που επεκτάθηκαν μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στην Charlie Hebdo και σε μια εβραϊκή αγορά τον Ιανουάριο.

Ως αποτέλεσμα, με το να θεωρούνται οι πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις μια πράξη πολέμου δεν θα αλλάξει η βασική νομική κατάσταση μεταξύ της Γαλλίας και του Ισλαμικού Κράτους. Η εφημερίδα Le Parisien είχε ως τίτλο, «Cette fois, c'est la guerre» (Αυτή τη φορά, είναι πόλεμος). Αλλά όποια και να ήταν η γαλλική δημόσια αντίληψη, η Γαλλία είχε ήδη εμπλακεί. Αυτό αφήνει την μεταφορική έννοια του πολέμου. Εδώ είναι χρήσιμο να επανεξετάσουμε τις επιλογές του Ολάντ.

Λέγοντας ότι οι επιθέσεις ήταν μια πράξη πολέμου θα μπορούσε να παρακινήσει την κοινή γνώμη για μια πιο αυστηρή απάντηση από αυτή που έχει ακολουθήσει μέχρι σήμερα η Γαλλία ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος. Επειδή η Γαλλία ήδη βομβαρδίζει, αυτό θα σήμαινε μία σημαντικά ενισχυμένη συμμετοχή στον πόλεμο με εναέριες δυνάμεις - ή την εισαγωγή γαλλικών χερσαίων δυνάμεων.

Για την ακρίβεια, ο πόλεμος ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν μπορεί να κερδηθεί χωρίς χερσαία στρατεύματα. Η αξιοσημείωτη μακροβιότητα της ομάδας έχει μέχρι στιγμής δείξει ότι οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι καμία περιφερειακή δύναμη δεν έχει προετοιμαστεί για τη δέσμευση τέτοιων στρατευμάτων. Οι Κούρδοι αντάρτες που υποστηρίζονται από τις δυτικές εναέριες δυνάμεις και οι σιιτικές στρατιωτικές ομάδες στο Ιράκ που υποστηρίζονται από το Ιράν είναι τα μοναδικά στρατεύματα που έχουν προβεί σε οποιαδήποτε πραγματική διείσδυση κατά του Ισλαμικού Κράτους, με εξαίρεση τις συριακές τακτικές δυνάμεις που υποστηρίζονται από τα σοβιετικά αεροσκάφη.

Τα γαλλικά χερσαία στρατεύματα, στη συνέχεια, θα είναι ένα μεγάλο όφελος για τη μάχη. Αλλά φαίνεται συντριπτικά πιθανό ότι ο Ολάντ δεν έχει καμία πρόθεση να στείλει γαλλικά στρατεύματα, άσχετα με το πόσο θυμωμένη μπορεί να είναι η κοινή γνώμη. Η λογική της στρατηγικής για την μη αποστολή χερσαίων δυνάμεων δεν έχει αλλάξει. Οι ΗΠΑ δεν θα παράσχουν χερσαίες δυνάμεις εξαιτίας του δημόσιου σκεπτικισμού μετά τις καταστροφές στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Και αν οι ΗΠΑ δεν είναι διατεθειμένες να δεσμευτούν με στρατεύματα, δεν είναι και κανένας άλλος, από τη Σαουδική Αραβία ως την Ιορδανία και, ναι, τη Γαλλία. Οι επιθέσεις στο Παρίσι δεν θα αλλάξουν επαρκώς τα πράγματα ώστε ο Ολάντ να ακολουθήσει μια διαφορετική πορεία.

Αυτό δεν αφήνει στον Ολάντ καμία στρατιωτική επιλογή, εκτός από το να συμβάλλει περισσότερο στον πόλεμο με τις εναέριες δυνάμεις. Όλα καλά, αλλά αυτό δείχνει μια βαθιά ρωγμή στη δήλωσή του. Αν το Ισλαμικό Κράτος έχει δεσμευτεί πραγματικά σε μια πράξη πολέμου εναντίον της Γαλλίας, δεν θα πρέπει η Γαλλία να κάνει περισσότερα από το να στείλει μερικά αεροπλάνα;

Πιο συγκεκριμένα, ο Ολάντ πρέπει ασφαλώς να συνειδητοποιήσει ότι, με την αναγνώριση ενός πολέμου εναντίον της Γαλλίας, αναγνωρίζει έναν πόλεμο που η Γαλλία δεν μπορεί να κερδίσει, τουλάχιστον σε βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη βάση. Οι περισσότερες αεροπορικές επιθέσεις δεν θα νικήσουν το Ισλαμικό Κράτος οριστικά. Έτσι, η μεταφορά της «πράξης πολέμου» βάζει τη Γαλλία σε μειονεκτική θέση: είναι σε πόλεμο με έναν εχθρό, αλλά της λείπει η πολιτική βούληση ή η στρατιωτική ικανότητα για να νικήσει αυτόν τον εχθρό. Το καλύτερο που μπορεί να ελπίζει είναι να υποβαθμίσει τις ικανότητες του εχθρού. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο εχθρός δεν είναι καν ένα κανονικό κράτος, η αποτυχία να κερδίσει στην πραγματικότητα μοιάζει πολύ με ήττα.

Όσο επώδυνη και αν είναι, η σωστή πορεία για τον Ολάντ θα ήταν να καταγγείλει τους τρομοκράτες ως δολοφόνους, ανάξιους να θεωρηθούν ότι κάνουν πόλεμο ενάντια στην μεγάλη δημοκρατία της Γαλλίας. Θα έπρεπε να πει ότι μερικοί ιδεολόγοι που σκοτώνουν αθώους πολίτες δεν θα μπορούσαν να απειλήσουν ή να γκρεμίσουν τη Δημοκρατία - και ότι η Γαλλία δεν θα επιτρέψει στο Ισλαμικό Κράτος να της υπαγορεύσει την εσωτερική ή την εξωτερική πολιτική της.

Αν ο πρόεδρος Μπους είχε φερθεί στην Αλ Κάιντα με αυτόν τον τρόπο, θα είχε ενεργοποιήσει μια πιο ήρεμη, πιο ορθολογική προσέγγιση για τους πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Οι ΗΠΑ είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα είχαν βομβαρδίσει και πάλι τους Ταλιμπάν. Αλλά μπορεί να μην είχαν δεσμευτεί για την καταστροφή αυτού του καθεστώτος. Μπορεί να ήταν αρκετό ότι θα σταματούσαν τους Ταλιμπάν να σταματήσουν να υποθάλπουν τρομοκράτες της Αλ Κάιντα.

Εν τω μεταξύ, αν είχε αποφευχθεί η ιδέα ότι η Αλ Κάιντα είχε κηρύξει τον πόλεμο στις ΗΠΑ, θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να πούμε ότι θα έπρεπε να γίνει εισβολή στο Ιράκ για λόγους εθνικής ασφάλειας. Η παράλειψη της απειλής από την Αλ Κάιντα με την απειλή από το Ιράκ διευκολύνθηκε από την ιδέα ότι η Αλ Κάιντα ήταν μια οντότητα ικανή να κάνει πόλεμο σε ένα μεγάλο έθνος. Ηθικά μιλώντας, μια τρομοκρατική επίθεση μπορεί να είναι τόσο κακή όσο μια πράξη πολέμου. Αλλά στην πράξη, αυτά τα δύο είναι πολύ διαφορετικά - και η διατήρηση της διάκρισης είναι σοφή εξωτερική πολιτική.

bloombergview.com

ΣΧΟΛΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια στο άρθρο! Γράψτε το πρώτο σχόλιο!

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.