Αλλάζει πορεία το ΝΑΤΟ και αφορά άμεσα την Ελλάδα
25/05/2017 08:00
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Αλλάζει πορεία το ΝΑΤΟ και αφορά άμεσα την Ελλάδα

Στην πολύ σημαντική Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ (25 Μαΐου) στις Βρυξέλλες, ιδιαίτερη σημασία έχει η επίσημη πρώτη εμφάνιση του νέου προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τράμπ, ενώ τα ελληνικά φλας θα πέσουν πάνω σε μια –όχι σίγουρη- σύντομη συνάντηση Τράμπ – Τσίπρα, στις συναντήσεις που θα έχει ο Έλληνας πρωθυπουργός, μεταξύ άλλων με τον Αλβανό ομόλογό του, Έντι Ράμα, και τις επαφές που, ενδεχομένως, θα υπάρξουν ανάμεσα στην ελληνική διπλωματία (τον Α.Τσίπρα θα συνοδεύει ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς) και την τουρκική. Επίσης, στο μικροσκόπιο θα βρεθούν οι σχέσεις ΕΕ – Τουρκίας, η προγραμματισμένη επίσκεψη Ερντογάν (πρόσφατα εκδήλωσε πάλι προβλήματα υγείας) και οι συναντήσεις του με τον επικεφαλής της Κομισιόν, Ζαν Κλώντ Γιούνκερ, και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ.

Πίσω, όμως, από αυτές τις εικόνες γίνονται συστηματικές κινήσεις made in USA, οι οποίες, μάλιστα, αναμένεται να ενταθούν το επόμενο διάστημα, με στόχο να αλλάξουν ριζικά τον ρόλο του ΝΑΤΟ. Κάτι που, εκ των πραγμάτων θα επηρεάσει την Ελλάδα, δεδομένου ότι παρέχει μεγάλες διευκολύνσεις στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, μεταξύ άλλων, μέσω της βάσης της Σούδας, και έχει άμεση στρατιωτική συμμετοχή στον Οργανισμό. Μια μικρή πρόγευση του τι θα γίνει στη Σύνοδο Κορυφής, ποιες είναι οι αμερικανικές διαθέσεις, αλλά και οι διϊστάμενες απόψεις στους κόλπους του ΝΑΤΟ, έδωσε ο γενικός γραμματέας του, Γιενς Στόλτενμπεργκ. «Περιμένω –είπε- ότι οι σύμμαχοι θα δραστηριοποιηθούν και θα δεχθούν να κάνουν περισσότερα στη μάχη εναντίον της τρομοκρατίας», έπειτα από την «ιδιαίτερα βάναυση» επίθεση στο Μάντσεστερ. Ο ίδιος, πάντως, πρόσθεσε ότι το ΝΑΤΟ αποκλείει το ενδεχόμενο να αναλάβει έναν «μάχιμο ρόλο» στους κόλπους του συνασπισμού κατά του Ισλαμικού Κράτους. Ωστόσο, είπε: «Πολλοί σύμμαχοι θα ήθελαν να γίνει το ΝΑΤΟ πλήρες μέλος του συνασπισμού».

Ουσιαστικά, ο κ.Στόλτενμπεργκ είπε όσα ευθέως δηλώνουν οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τράμπ, ότι, δηλαδή, θέλουν την εμπλοκή των χωρών - μελών στις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά των τζιχαντιστών. Ως γνωστόν, επίσης, οι ΗΠΑ θέλουν την αύξηση των αμυντικών δαπανών των μελών του ΝΑΤΟ, κάτι που είπε ανοικτά ο Τράμπ στην Άνγκελα Μέρκελ, όταν αυτή πρόσφατα επισκέφθηκε τις ΗΠΑ. Όμως, αυτά τα δυο θέματα, που θα είναι τα κύρια στην ατζέντα της Συνόδου, δεν είναι παρά η «κορυφή του παγόβουνου». Το καυτό θέμα είναι οι σχέσεις της ΕΕ με το ΝΑΤΟ, η στενή συνεργασία μεταξύ τους, και το σχήμα και οι δομές με τις οποίες θα λειτουργήσει κάτι τέτοιο. Εξάλλου, από αυτό εξαρτώνται και όλα τα παραπάνω (ρόλος ΝΑΤΟ – ΕΕ για την τρομοκρατία, αμυντικοί προϋπολογισμοί, κ.ο.κ.).

Κρίσιμες διεργασίες

Θα μετατραπεί, άραγε, η ΕΕ σε «βοηθό σερίφη» του ΝΑΤΟ, όπως αρκετοί την θέλουν; Θα «θάψει» τις βλέψεις της για δημιουργία «κοινής ευρωπαϊκής Άμυνας» και «Ευρωστρατού»; Θα θέσει το «θησαυροφυλάκιό» της στην υπηρεσία του ΝΑΤΟ, όπως εξάλλου ζητούν οι Αμερικανοί, «απαιτώντας», μάλιστα, την αύξηση των στρατιωτικών κονδυλίων των Ευρωπαίων; Στο πλαίσιο αυτό, και εφόσον προωθηθούν τα συγκεκριμένα σχέδια, θα εκδηλωθούν πιέσεις προς την Ελλάδα για να φανεί «πιο εποικοδομητική» (!) και πιο «ανεκτική» απέναντι στην Τουρκία; Θα της ζητηθεί να παράσχει περισσότερες στρατιωτικές διευκολύνσεις στις βάσεις ή και να μετάσχει πιο ενεργά, στρατιωτικά, στις επιχειρήσεις;

Εδώ και καιρό, λοιπόν, έχει ξεκινήσει η «συζήτηση» για τις σχέσεις ΝΑΤΟ - ΕΕ και, όπως όλα δείχνουν, θα μονοπωλήσει τις κρίσιμες διεργασίες το ερχόμενο διάστημα. Πόσο μάλλον, αφού η πορεία σύγκλισής τους, παρά τις διαφωνίες που υπάρχουν ειδικά από μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη, θεωρείται μη αναστρέψιμη. Σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες και εκτιμήσεις, σε ένα τέτοιο «αμυντικό σχήμα», το ΝΑΤΟ θα έχει την πρωτοκαθεδρία και η Ευρώπη θα συμβάλλει με το κύριο «όπλο» της, τα χρήματά της. Εννοείται, βέβαια, ότι κάτι τέτοιο σημαίνει πως παραπέμπεται στις καλένδες η δημιουργία «κοινής ευρωπαϊκής Άμυνας» και Ενόπλων Δυνάμεων. Στους υψηλόβαθμους κύκλους της Ουάσιγκτον ακούγονται οι εξής όροι: «Βορειοατλαντική πρωτοκαθεδρία, «συλλογική συμπληρωματικότητα» του ΝΑΤΟ με την ΕΕ, και «αποφυγή αλληλοεπικαλύψεων» ανάμεσα στους δυο. Όλα αυτά κάθε άλλο παρά δείχνουν ότι στην Ουάσιγκτον θα ήθελαν την ΕΕ ως ισότιμο εταίρο. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ εμφανίζονται αρκετά «επιθετικές» στο ζήτημα της αύξησης των αμυντικών κονδυλίων, ενώ δεν φαίνονται διατεθειμένες να δώσουν «περίοδο χάριτος» στους Ευρωπαίους, δεδομένου ότι, κατά την Ουάσιγκτον, επείγει η υλοποίηση άμεσων και πρακτικών στόχων, όπως π.χ. ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας».

Σε όλους αυτούς τους σχεδιασμούς η Βρετανία θέλει να είναι καθοριστικός παράγων. Παρ’ ότι μετά το Brexit ο ρόλος της έχει «μεταλλαχθεί», επιδιώκει να εμπλακεί άμεσα στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, υπό «ΝΑΤΟϊκό καπέλο», βέβαια. Το ειδικό βάρος της αναβαθμίζεται, δεδομένου ότι διαθέτει τις σημαντικότερες Ένοπλες Δυνάμεις και αμυντικές δαπάνες μεταξύ των Ευρωπαίων. Έτσι, αν και –ουσιαστικά- εκτός της ΕΕ, θέλει να εκμεταλλευτεί τη θέση ισχύος της στο ΝΑΤΟ, και να «σφραγίσει» τις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή άμυνα και στην κοινή (;) δομή της ΕΕ με το ΝΑΤΟ. Ως είναι φυσικόν, στο πλαίσιο αυτό, το Λονδίνο θα επιδιώξει να αναβαθμίσει τον ρόλο των «μη Ευρωπαίων» - μελών του ΝΑΤΟ. Εξάλλου, και η Βρετανία είναι πλέον ένα από αυτά.

Ένα τέτοιο μέλος του ΝΑΤΟ, όπου, μάλιστα, η ανθρώπινη ζωή (του στρατιωτικού, στην προκειμένη) έχει μικρότερη αξία απ’ ότι στην Ευρώπη, είναι η Τουρκία. Όπως είναι γνωστό, το τελευταίο διάστημα, το Λονδίνο κάνει συνεχώς ανοίγματα προς την Άγκυρα. Να σημειωθεί πως, ενώ η μια κρίση διαδέχεται την άλλη στις σχέσεις της Τουρκίας με την ΕΕ, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην περίπτωση του ΝΑΤΟ. Εκτιμάται, λοιπόν, πως ακόμα κι αν δεν πάνε καλά τα πράγματα μεταξύ ΕΕ – Τουρκίας, ακόμα κι αν διακοπεί η ευρωπαϊκή πορεία της, δεν πρόκειται να σταματήσουν οι προσπάθειες για αναβάθμιση της εμπλοκής της Άγκυρας στο ευρωπαϊκό αμυντικό γίγνεσθαι. Μέσω του ΝΑΤΟ, βέβαια, και ειδικά στην περίπτωση κοινής δομής της ΕΕ με τον Οργανισμό. Η αναβάθμισή της, πιθανώς, θα σημαίνει αύξηση των πιέσεων προς την Ελλάδα και την Κύπρο για «ευελιξία» στη στάση της εντός της ΕΕ και στο ΝΑΤΟ. Δεδομένου, επίσης, ότι στο πλαίσιο της σύσφιγξης των σχέσεων ΝΑΤΟ – ΕΕ, προβλέπεται και η ενίσχυση της κοινής αμυντικής βιομηχανίας, ενδεχομένως να βγει ωφελημένη από αυτό η Τουρκία.

Ευρωπαϊστές - Ατλαντιστές

Στους σχεδιασμούς για στενούς δεσμούς ΝΑΤΟ – ΕΕ, η Κομισιόν έχει δώσει εδώ και καιρό το πράσινο φως, και μάλιστα το θεωρεί προτεραιότητα. Ωστόσο, αξιωματούχοι της υπογραμμίζουν ότι «δεν προχωρούμε πέραν των όσων έχουν συμφωνηθεί από το Συμβούλιο της ΕΕ». Όσον αφορά τις θέσεις που έχουν εκφραστεί από μέλη της ΕΕ, είναι εμφανές ότι υπάρχουν πολλές διαφωνίες, άλλοτε μεγάλες και άλλοτε μικρότερες, σε αυτά τα σχέδια. Η Ιταλία, της οποίας ο στρατιωτικός ρόλος εντός ΕΕ, έχει αναβαθμιστεί μετά το Brexit, είναι υποστηρικτής της «ευρωπαϊκής Άμυνας». Η Γαλλία με τις «στρατηγικές» δυνάμεις που διαθέτει, θέλει «Περισσότερη ΕΕ στο ΝΑΤΟ - Λιγότερο ΝΑΤΟ στην ΕΕ», και όχι «συγχώνευση» της ΕΕ από το ΝΑΤΟ. Η Γερμανία, της οποίας οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν μπορούν να θεωρηθούν σοβαρές, αν και επιδιώκει να παίξει ηγετικό ρόλο και στις ευρωπαϊκές –αμυντικές- υποθέσεις, προς το παρόν κινείται στην κατεύθυνση της γεφύρωσης των διαφορών μεταξύ «Ατλαντιστών» και «Ευρωπαϊστών». Ωστόσο, και το Βερολίνο προωθεί την ατζέντα της «ευρωπαϊκής Άμυνας» ως αντίβαρο στην ανάγκη αύξησης των αμυντικών δαπανών του (!).

Από την πλευρά τους, χώρες όπως η Πολωνία και η Εσθονία τάσσονται ανοικτά υπέρ της συνεργασίας ΕΕ - ΝΑΤΟ. Αυτές, μαζί με τη Βρετανία και άλλες χώρες της Βαλτικής θεωρούν τη Ρωσία «απειλή», ενώ στο κλαμπ αυτό φαίνεται πως εντάσσονται ο Καναδάς και η Ρουμανία, ενώ –και- η βουλγαρική κυβέρνηση, σε ηπιότερους τόνους, θέλει την ενίσχυση των δομών του ΝΑΤΟ στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Να σημειωθεί πως αρκετοί εντός του ΝΑΤΟ διαφωνούν ότι πρέπει να είναι προτεραιότητα η «ρωσική απειλή». Εκτός των «ρωσοφοβικών», πάντως, υπάρχουν αρκετές φωνές για μεγαλύτερη εμπλοκή του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και περισσότερη συνεργασία μεταξύ τους στα Δυτικά Βαλκάνια (κυρίως από τη Γερμανία), αλλά και στη Μέση Ανατολή (Συρία, Ιράκ).

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, είναι προφανές ότι οι όποιες επιλογές της Ελλάδας θα πρέπει να γίνουν με αυστηρό κριτήριο την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων, καθώς και με σοβαρά γεωπολιτικά και οικονομικά ανταλλάγματα.