"Ο Ντόναλντ Τραμπ θα πυροδοτήσει έναν πόλεμο με το Ιράν, βοηθώντας το Isis"
11/02/2017 14:22
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

"Ο Ντόναλντ Τραμπ θα πυροδοτήσει έναν πόλεμο με το Ιράν, βοηθώντας το Isis"

Μια αντιπαράθεση θα έρθει πιθανότατα σε ένα ή δύο χρόνια, όταν οι προηγούμενες πολιτικές που έχουν σχεδιαστεί υπό τον Ομπάμα θα κάνουν τον κύκλο τους, γράφει ο Patrick Cockburn.

Ο Πρόεδρος Τραμπ προκάλεσε εντύπωση όταν μετά την εκλογή του αποκατέστησε την προτομή του Γουίνστον Τσόρτσιλ στο Οβάλ Γραφείο, παρουσιάζοντας την κίνηση ως ένα σύμβολο του θαυμασμό του στην αδαμάντινη πατριωτική αποφασιστικότητα, στην επιδίωξη πατριωτικών στόχων. Προφανώς, ο Τραμπ σκέφτηκε τον Τσόρτσιλ του 1940, και όχι τον Τσόρτσιλ του 1915-1916, όταν ήταν ο κύριος υποστηρικτής της καταστροφικής εκστρατείας της Καλλίπολης στην οποία οι Τούρκοι νίκησαν αποφασιστικά το βρετανικό στρατό με μια μεγάλη σφαγή.

Ο Τραμπ είναι γνωστό ότι σπάνια διαβάζει βιβλία ή δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για την ιστορία εκτός από εκείνη της δικής του ζωής και της εποχής του, αλλά θα άξιζε τον κόπο όσον αφορά την Καλλίπολη, επειδή ο Τσόρτσιλ ήταν μόνο ο πρώτος από τους έξι Βρετανούς και αμερικανούς ηγέτες που υπέστησαν πολιτική ήττα στη Μέση Ανατολή κατά τον τελευταίο αιώνα. Ο κύριος λόγος γι 'αυτές τις αλλεπάλληλες καταστροφές είναι ότι η περιοχή ήταν ανέκαθεν πιο ασταθής και επιρρεπής σε πολέμους από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Τα λάθη που έγιναν στο πεδίο της μάχης τείνουν να είναι καταστροφικά και ανεπανόρθωτα.

Δεν είναι εύκολο να αποφύγει αυτή τη μοίρα: οι έξι βρετανοί και αμερικανοί ηγέτες που απέτυχαν οικτρά στη Μέση Ανατολή ήταν γενικά πιο ικανοί, πιο έμπειροι και είχαν δεχτεί καλύτερες συμβουλές από τον Τραμπ. Ως εκ τούτου, αξίζει να αναρωτηθούμε, κατά την αρχή της διοίκησής του, ποιες είναι οι πιθανότητες να γίνει το επόμενο θύμα της μόνιμης κατάστασης κρίσης στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Έκανε εκστρατεία ως υπερασπιστής του απομονωτισμού που θα αποφεύγει να εμπλέκεται σε ένοπλες συγκρούσεις στο εξωτερικό, αλλά οι πρώτες εβδομάδες της θητείας του και τα σημαντικά ραντεβού του δείχνουν ότι θα προσπαθήσει να πάρει έναν κεντρικό ρόλο στην πολιτική της περιοχής. Η νέα διοίκηση προβάλει μια "μάτσο" εικόνα αφιερωμένη στο να "κάνει την Αμερική σπουδαία ξανά" και αυτό, σε συνδυασμό με τη δαιμονοποίηση των εχθρών της, θα εμποδίσει τον συμβιβασμό και την τακτική υποχωρήσεων. Η Δυτική παρέμβαση στην περιοχή συνήθως ήταν μια δυσάρεστη εμπειρία εξαιτίας της αλαζονικής υπερβολής της δικής της δύναμης και της υποτίμησης των δυνατοτήτων των εχθρών της.

Αυτές οι ελλείψεις συνδυάζονται με μία λειψή γνώση εκ μέρους των ξένων δυνάμεων για την πολυπλοκότητα και τους πολιτικούς και στρατιωτικούς κινδύνους στο έδαφος στο οποίο επιχειρούν. Αυτό ίσχυε για τον Τσόρτσιλ, ο οποίος αξιολόγησε εσφαλμένα την πιθανή τουρκική στρατιωτική αντίσταση το 1915. Ο Λόιντ Τζορτζ, ένας από τους πιο έξυπνους βρετανούς πρωθυπουργούς, έκανε το ίδιο λάθος το 1922 όταν η ίδια η κυβέρνησή του αυτοκαταστράφηκε από την απειλή να πάει σε πόλεμο με την Τουρκία. Ο Αντονι Ιντεν έχασε την πρωθυπουργία μετά την κρίση του Σουέζ το 1956, όταν απέτυχε να ανατρέψει τον Νάσερ στην Αίγυπτο. Η φήμη του Τόνι Μπλερ ακολουθούνταν πάντα από την κατηγορία ότι οδήγησε την Βρετανίας στον πόλεμο στο Ιράκ το 2003.

Από τους τρεις προέδρους των ΗΠΑ που έχουν πληγεί άσχημα ή οριστικά από την κρίση στη Μέση Ανατολή, ο Τζίμι Κάρτερ ήταν ο πιο άτυχος, καθώς δεν υπήρχαν και πολλά που θα μπορούσε να κάνει για να σταματήσει την Ιρανική Επανάσταση το 1979 ή την ομηρία των διπλωματών στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Τεχεράνη. Κατά την προεδρίας του Ρόναλντ Ρίγκαν έγινε η στρατιωτική επέμβαση στο Λίβανο, όπου 241 Αμερικανοί πεζοναύτες ανατινάχθηκαν το 1983, και το σκάνδαλο Ιράν-Κόντρας που αποδυνάμωσε μόνιμα τη διοίκηση. Όσο σημαντική όμως και αν φαινόταν αυτές οι καταστροφές και περιπέτειες εκείνη την εποχή, καμία δεν είχε τον αντίκτυπο της εισβολής του Τζορτζ Μπους στο Ιράκ το 2003, η οποία οδήγησε στην αναγέννηση της αλ-Κάιντα και την εξάπλωση του χάους στην περιοχή.

Εκ των υστέρων, αυτοί οι ηγέτες μπορεί να φαίνονται παράτολμοι, καθώς βούτηξαν στο απύθμενο τέλμα ή πολέμησαν σε πολέμους που δεν μπορούσαν να νικήσουν. Κάποιοι, όπως ο Κάρτερ, ήταν τα θύματα των περιστάσεων, αλλά οι εμπλοκές δεν ήταν αναπόφευκτες, όπως φάνηκε από τον Πρόεδρο Ομπάμα, ο οποίος είχε διαβάσει βιβλία, ήξερε την ιστορία του και ήξερε πολύ καλά από ποιες παγίδες έπρεπε να ξεφύγουν οι ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Συρία και πιο πέρα. Η αποφυγή καταστροφών που κανείς άλλος δεν γνώριζε ότι υπήρχαν σπάνια χρεώνονται σε έναν πολιτικό, αλλά ο Ομπάμα αξίζει τα εύσημα επειδή κατάφερε να μην παρασυρθεί στον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία ή σε μια ευρύτερη σύγκρουση εναντίον του Ιράν, ως ηγέτης του άξονα των Σιιτών. Δικαιολογημένα υποψιάστηκε ότι οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Σαουδική Αραβία και τα σουνιτικά κράτη του Κόλπου θα ήθελαν να δουν τις ΗΠΑ να πολεμούν τις μάχες τους αντ' αυτών.

Η διοίκηση Τραμπ θεωρείται από τόσους πολλούς σχολιαστές ως τόσο μοναδικά απαίσια στο να περιφρονεί την αλήθεια, τη νομιμότητα και τη δημοκρατία, που υποτιμά πόσα κοινά έχει με εκείνη του Τζορτζ Μπους. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση Μπους έδωσε στους Σαουδάραβες την ελευθερία να μετακινούνται, παρά τις πολλές διασυνδέσεις μεταξύ των αεροπειρατών και της Σαουδικής Αραβίας. Αντ' αυτού ο Λευκός Οίκος διοχέτευσε τη λαϊκή οργή και την επιθυμία να αντεπιτεθεί που προκλήθηκε από την 11η Σεπτεμβρίου, σε στρατιωτική εκστρατεία για την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ.

Δεκατρία χρόνια αργότερα, έχει αποδειχθεί μέσω εγγράφων που διέρρευσαν από τις ΗΠΑ και ενημερώσεων, ότι η Σαουδική Αραβία και τα σουνιτικά κράτη του Κόλπου διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στη χρηματοδότηση και την παροχή φονταμενταλιστικών ισλαμικών ομάδων στη Συρία μετά το 2011. Ο Τραμπ υποσχόταν συνεχώς κατά τη διάρκεια των προεδρικών εκλογών ότι θα επικεντρωθεί αποκλειστικά στη Μέση Ανατολή για την καταστροφή του Isis, αλλά μία από τις πρώτες κινήσεις της κυβέρνησής του ήταν να σύρει τις ΗΠΑ πιο κοντά στην Σαουδική Αραβία με την υποστήριξη του πολέμου στην Υεμένη. Στην σχεδόν πρώτη του πολιτική δήλωση, ο υπουργός Άμυνας Τζέιμς Μάτις δήλωσε ότι το Ιράν είναι "ο μεγαλύτερος κρατικός χορηγός της τρομοκρατίας στον κόσμο".

Ένας από τους κινδύνους στα δημαγωγικά πομπώδη λόγια του Τραμπ και στην προφανή ψευδολογία είναι ότι τείνει να δίνει την εντύπωση ότι λιγότερο θεατρικά μέλη της ομάδας του, ειδικά πρώην στρατηγοί όπως ο Μάτις ή ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Μάικλ Φλιν, αποτελούν "μνημεία" σωστής αίσθησης και μετριοπάθειας. Ωστόσο, και οι δύο άνδρες μεγαλοποιούν την απειλή όσον αφορά το Ιράν, αν και χωρίς να παρέχουν ενδείξεις για τις τρομοκρατικές ενέργειες του, όπως ακριβώς και οι προκάτοχοί τους μεγαλοποίησαν την απειλή που υποτίθεται ότι έθεταν τα ανύπαρκτα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσεΐν και η φανταστική υποστήριξη στην αλ-Κάιντα.

Αυτά είναι καλά νέα για το Isis, αν και έχει τόσους πολλούς εχθρούς που έχουν δεσμευτεί να το νικήσουν, που μια αλλαγή στην πολιτική των ΗΠΑ μπορεί να είναι πολύ αργά για να προκαλέσει καλό. Αλλά ο κύριος εχθρός του επί εδάφους είναι ο ιρακινός και ο συριακός στρατός, οι κυβερνήσεις των οποίων υποστηρίζονται από το Ιράν, και οι Κούρδοι της Συρίας που φοβούνται ότι οι ΗΠΑ μπορεί σύντομα να τους δώσουν λιγότερη υποστήριξη, προκειμένου να κατευνάσουν την Τουρκία.

Λαμβάνοντας υπόψη το υψηλό ντεσιμπέλ στις προειδοποιήσεις και απειλές της διοίκησης Τραμπ, είναι αδύνατο να γίνει διάκριση ανάμεσα στην πολεμοχαρή ρητορική από τον πραγματικό επιχειρησιακό σχεδιασμό. Μια αντιπαράθεση με το Ιράν μάλλον δεν θα έρθει σύντομα -αλλά σε ένα ή δύο χρόνια, όταν οι προηγούμενες πολιτικές που έχουν σχεδιαστεί υπό τον Ομπάμα θα κάνουν τον κύκλο τους, ο Τραμπ μπορεί κάλλιστα να αισθανθεί ότι πρέπει να δείξει πόσο πολύ πιο σκληρός και πιο αποτελεσματικός είναι από τον προκάτοχό του, τον οποίο έχει καταγγείλει ως αδύναμο και ανίκανο.

Αυτή η κυβέρνηση είναι τόσο βαριά φορτωμένη με εκκεντρικούς, φανατικούς και ερασιτέχνες, που θα ήταν αισιόδοξο να φανταστούμε ότι θα περάσει με ασφάλεια μέσα από τους πολιτικούς βάλτους της Μέσης Ανατολής, χωρίς να προκαλέσει μια κρίσης την οποία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει. Οι διπλωματικές συμφωνίες που ο Τραμπ καταγγέλλει ως "τρομερές συμφωνίες" για τις ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν πραγματικές ισορροπίες εξουσίας και συμφερόντων και ο ίδιος δεν πρόκειται να κάνει κάτι καλύτερο. Σε τέσσερα χρόνια, η επίλεκτη λέσχη των Αμερικανών και Βρετανών ηγετών που απέτυχαν στη Μέση Ανατολή με καταστροφικές συνέπειες για όλους, μπορεί να έχει ένα φλύαρο έβδομο μέλος.

independent.co.uk