Φωτο: ΑΠΕ - ΜΠΕ
Φωτο: ΑΠΕ - ΜΠΕ
15/07/2020 10:10
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Η αερογενής μετάδοση δεν αποτελεί τον κυρίαρχο τρόπο διασποράς του SARS-CoV-2

Η πανδημία του νέου κορονοϊού (COVID-19) έχει επαναφέρει στο προσκήνιο τη μακροχρόνια συζήτηση σχετικά με το εάν οι ιοί του αναπνευστικού, συμπεριλαμβανομένου και του νέου κορονοϊού SARS-CoV-2, μεταδίδονται μέσω αναπνευστικών σταγονιδίων ή μέσω αερολυμάτων (αεροζόλ). Σε πρόσφατο άρθρο στο έγκυρο επιστημονικό περιοδικό JAMA σχολιάζονται τα επιστημονικά δεδομένα αναφορικά με τους πιθανούς τρόπους μετάδοσης του νέου κορονοϊού. Η μελέτη ανασκοπείται από τους Δημήτριο Παρασκευή (αναπληρωτή καθηγητή Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής) και Θάνο Δημόπουλο (πρύτανη ΕΚΠΑ).

Αναφορικά με τους τρόπους μετάδοσης θα πρέπει να διαχωρίσουμε, όπως αναφέρουν οι δύο καθηγητές, ότι υπάρχουν δύο ειδών σταγονίδια: 1. Τα σταγονίδια που χαρακτηρίζονται ως μεγάλα σε μέγεθος (>5 μm) και κατακρημνίζονται γρήγορα στο έδαφος λόγω της βαρύτητας, συνήθως σε απόσταση 1-2 μέτρων από το άτομο απ' όπου προήλθαν. 2. Τα αερολύματα, τα οποία είναι μικρότερα σωματίδια (≤5 μm) που εξατμίζονται γρήγορα στον αέρα, αφήνοντας πίσω τους πυρήνες σταγονιδίων, που είναι αρκετά μικρά και ελαφριά, ώστε να επιπλέουν αιωρούμενα στον αέρα για ώρες (παρόμοια συμβαίνει με τους κόκκους της γύρης).

«Εάν o ιός SARS-CoV-2 μεταδίδεται μέσω αερολύματος ή όχι έχει σημαντικές προεκτάσεις. Συγκεκριμένα, εάν ο ιός μεταδίδεται κυρίως μέσω σταγονιδίων, η χρήση ιατρικής μάσκας ή προσωπίδας ή η τήρηση φυσικής απόστασης (>2 μέτρα) αποτελούν επαρκή μέτρα για την αποφυγή μεταδόσεων. Αντίθετα εάν ο ιός μεταδίδεται μέσω αερολυμάτων, τα οποία μπορούν να παραμένουν αιωρούμενα στον αέρα για παρατεταμένη χρονική περίοδο, η χρήση μάσκας ή προσωπίδας και η τήρηση της φυσικής απόστασης θα ήταν ανεπαρκή ως μέτρα προστασίας έναντι του ιού», σημειώνουν οι καθηγητές.

Ευρήματα μελετών

Προηγούμενες μελέτες έδειξαν ότι υπάρχει πιθανότητα o ιός SARS-CoV-2 να μεταδίδεται με αερολύματα ακόμη και απουσία διαδικασιών δημιουργίας αερολύματος (όπως μέσω της διαδικασίας της διασωλήνωσης), τονίζουν οι δύο καθηγητές. Συγκεκριμένα, ανακοινώθηκε ότι η ομιλία και ο βήχας παράγουν ένα μείγμα σταγονιδίων και αερολυμάτων που μπορούν να ταξιδέψουν έως και 7 μέτρα, και επίσης ότι ο ιός μπορεί να παραμείνει βιώσιμος στον αέρα για ώρες. Παράλληλα, το RNA του ιού μπορεί να ανιχνευθεί σε δείγματα αέρα από νοσοκομεία και ο ελλιπής αερισμός παρατείνει τον χρόνο που τα αερολύματα παραμένουν στον αέρα.

Παρόμοια, έχει βρεθεί και για τον ιό της γρίπης ή άλλους ιούς του αναπνευστικού. Αυτά τα δεδομένα παρέχουν ένα χρήσιμο θεωρητικό πλαίσιο για τη μελέτη της μετάδοσης μέσω αεροζόλ, αλλά είναι λιγότερο σαφές σε τι ποσοστό συμβαίνουν μεταδόσεις μέσω αερολυμάτων. Το δεδομένο ότι η ομιλία και ο βήχας μπορούν να δημιουργήσουν αερολύματα ή ότι είναι δυνατόν να ανακτηθεί ιικό RNA από τον αέρα δεν αποδεικνύει ότι οι μεταδόσεις μπορούν να συμβούν μέσω αυτής της οδού. Η μετάδοση εξαρτάται, επίσης, από το είδος της έκθεσης, τη συγκέντρωση του ιού, τη διάρκεια της έκθεσης, καθώς τη φυσική άμυνα του ξενιστή.

«Τα δεδομένα αναφορικά με το ποσοστό των μεταδόσεων σε πληθυσμούς δεν υποστηρίζουν ότι η μετάδοση συμβαίνει μέσω αερολυμάτων μεγάλης εμβέλειας. Πρώτον, ο βασικός αριθμός αναπαραγωγής (R0) πριν την εφαρμογή περιοριστικών μέτρων έναντι του SARs-CoV-2 εκτιμήθηκε περίπου 2,5, που σημαίνει ότι κάθε άτομο με COVID-19 μολύνει κατά μέσο όρο 2 έως 3 άλλα άτομα. Αυτός ο αριθμός είναι παρόμοιος με τη γρίπη και είναι αρκετά μικρότερος σε σχέση με ιούς, που είναι γνωστό ότι εξαπλώνονται μέσω αερολυμάτων, όπως η ιλαρά που έχει R0 περίπου ίσο με 18. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα περισσότερα άτομα με COVID-19 είναι μεταδοτικά για περίπου μία εβδομάδα, το R0 μεταξύ 2 και 3 είναι αρκετά μικρό, δεδομένου του μεγάλου αριθμού επαφών που έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι σε διάστημα περιόδου 7 ημερών. Αν η μετάδοση συμβαίνει αερογενώς, τότε ή η ποσότητα του SARS-CoV-2 που απαιτείται για μετάδοση είναι σημαντικά μεγαλύτερη από ό,τι η ιλαρά ή τα αερολύματα δεν είναι ο κυρίαρχος τρόπος μετάδοσης», τονίζουν οι καθηγητές.

Όπως προσθέτουν, μόνο το 5% των στενών επαφών τεκμηριωμένων κρουσμάτων μολύνθηκε με τον ιό, με τα ποσοστά μεταδόσεων να εξαρτώνται από το είδος της επαφής. Ο κίνδυνος ήταν υψηλότερος για τα μέλη που κατοικούσαν κάτω από την ίδια στέγη και τα ποσοστά μετάδοσης κυμάνθηκαν μεταξύ 10% και 40%.

Το ποσοστά μεταδόσεων σε επαγγελματίες υγείας που φροντίζουν ασθενείς με COVID-19 και ανέφεραν χρήση μόνο προστατευτικής μάσκας ή κανενός προστατευτικού μέσου, ήταν επίσης χαμηλά (χαμηλότερα από 3%). Οι λίγες μεταδόσεις στους επαγγελματίες υγείας αφορούσαν διαδικασίες δημιουργίας αερολύματος ή παρατεταμένη έκθεση με ελλιπή χρήση μάσκας.

Οι τεκμηριωμένες περιπτώσεις αερογενούς μετάδοσης αφορούσαν άτομα που συμμετείχαν σε χορωδία ή σε χώρους εστιατορίων ή μεταξύ εργαζομένων που μοιράζονταν γραφεία σε κλειστούς εσωτερικούς χώρους. Ωστόσο, λόγω της χαμηλής τιμής του R0, αυτά τα περιστατικά αποτελούν εξαίρεση παρά τον κανόνα. Από την άλλη πλευρά, δεν θα πρέπει να υποεκτιμάται η δυνατότητα ταχείας εξάπλωσης των ιών σε ομάδες πληθυσμού σε κλειστούς χώρους με πολλαπλούς τρόπους μετάδοσης.

«Συμπερασματικά, η τρέχουσα γνώση μας για τον κορονοϊό δεν μας επιτρέπει να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τους τρόπους μετάδοσης. Οι επιστημονικές ενδείξεις συγκλίνουν στο ότι η αερογενής μετάδοση δεν είναι πολύ πιθανή σε καλά αεριζόμενους χώρους. Αυτό -στην πράξη- μεταφράζεται ότι η τήρηση της φυσικής απόστασης (>2 μέτρων) ή η χρήση μάσκας προστασίας (υφασμάτινης ή ιατρικής) ή προσωπίδας, όταν δεν είναι εφικτή η τήρηση των αποστάσεων, αποτελεί επαρκή πρακτική για την ελαχιστοποίηση των μεταδόσεων SARS-CoV-2. Παράλληλα μέτρα είναι η υγιεινή των χεριών, ο επαρκής καθαρισμός του περιβάλλοντος και ο σωστός αερισμός των εσωτερικών χώρων. Η πιθανότητα αερογενούς μετάδοσης δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς, ιδιαίτερα σε περιβάλλον παροχής φροντίδας σε ασθενείς ή σε ύποπτα κρούσματα COVID-19. Ωστόσο, οι ενδείξεις κλείνουν ότι η μετάδοση με βάση το αερολύματα μεγάλης εμβέλειας δεν αποτελεί τον κυρίαρχο τρόπος μετάδοσης SARS-CoV-2», καταλήγουν οι δύο καθηγητές.

Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ