«To κρυφό σχολειό»
24/03/2019 15:46
Του Κωνσταντίνου Τριανταφυλλάκη
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

«To κρυφό σχολειό»

Φοιτητής, το 1982, πήγαμε οδικώς με κάτι φίλους από τη Νέα Υόρκη, στο Nashville του Τennessee, για να δούμε το Παρθενώνα, που κοσμεί την «Αθήνα του Νότου» και κτίστηκε το 1897 για να τιμηθεί η εκατοστή επέτειος από την ίδρυση της πόλης.

Μετά την περιήγηση, καθίσαμε για φαγητό σε μια Dinner. Παραγγείλαμε κάτι triple-deck cheeseburger και χαζολογούσαμε, όταν η bombshell ξανθιά σερβιτόρα έκανε τη… φοβερή διαπίστωση. «You are not speaking English! And what language is this?” ρώτησε, όλο νάζι.

«Greek», βιαστήκαμε να απαντήσουμε όλοι μαζί. «Oh really! Our chef is from… Greek!”

Σε λίγο εμφανίστηκε ένας θεόρατος τύπος με κάτασπρα μαλλιά και ένα τεράστιο μουστάκι.

«Εσείς μωρέ κοπέλια είστε από την πατρίδα;» μου λέει η κουζουλή.

Μείναμε με τα burger στα χέρια.

“Take the μαλακίες, μωρή. They πατρίδα. I cook real food!».

Έσπρωξε τα πιάτα από το τραπέζι και η σερβιτόρα τα μάζεψε αγχωμένη. Ύστερα, μας οδήγησε στην άκρη του εστιατορίου, σ’ έναν κλειστό χώρο. Τέσσερα άτομα καθίσαμε σε μια τεράστια ροτόντα για 10! Δυο ζευγάρια από τα διπλανά τραπέζια τα έβγαλε έξω, σχεδόν με το ζόρι, και τη δικαιολογία ότι είχε «VIP guests». Μας έριξαν μια ματιά, όλο φθόνο. Σιγά τους VIP!

«Για μπακούρια σας κόβω; Φοιτητές; Θα έχετε καιρό να φάτε πράμα. Τι τραβάει η ψυχή σας;» Αλληλοκοιταχθήκαμε, χωρίς να μιλήσει κανένας.

«Κρίνετε μωρέ, τι θέλετε; Εγώ κάνω κουμάντο εδώ και δε βλέπω πατριώτες κάθε μέρα! Ο.Κ. Θα σας στείλω κάτι μεζέδες για αρχή και θα δώ τι άλλο μπορώ να κάνω, που κοντεύετε να ρέψετε από την πείνα!». Χάθηκε στη κουζίνα.

Σε λίγο ήρθε η ξανθιά σερβιτόρα, μαζί με τρείς βοηθούς, και γέμισαν το τραπέζι με πιατάκια, πιάτα και πιατέλες! Έφταναν για ένα …λόχο!

Μετά από μισή ώρα περίπου, εμφανίστηκε ο Σήφης με μια τεράστια μπουκάλα ρακί στο ένα χέρι και μια κρητική λύρα στο άλλο.
Αρχίσαμε τις ρακές και τα ριζίτικα! Όταν ήρθε στο κέφι αυτοσχεδίαζε και ματινάδες! Γράφεις βιβλίο ολόκληρο με την ιστορία του! Και ήξερε τον «Ερωτόκριτο» απ’ έξω!

Κατά τις πέντε το απόγευμα, λες και τον κτύπησε κεραυνός, αφήνει τη λύρα, σηκώνεται, σουλουπώνεται. «Θα λείψω για καμιά ώρα. Μη το κουνήστε ρούπι. Θα γυρίσω». Και εξαφανίστηκε.

Ρώτησα μια ηλικιωμένη σερβιτόρα. Ήταν διστακτική, αλλά με τα πολλά την έπεισα. Με οδήγησε, αθόρυβα, στο υπόγειο. Έμεινα άφωνος. Σ' ένα μικρό χώρο είχε τέσσερα θρανία. Στον ένα τοίχο κρεμόταν ένας μαυροπίνακας, όπου ήταν γραμμένες με λευκή κιμωλία μερικές ελληνικές λέξεις και κάποιες σύντομες προτάσεις. Το τμήμα αποτελούσαν 5 μαθητές, όλοι μαύροι.

Τους μάθαινε ελληνικά!

Δεν ήθελα να διακόψω με τέτοια ιερή στιγμή και απομακρύνθηκα προσεκτικά, για να μη με πάρει είδηση. Η σερβιτόρα μου αποκάλυψε ότι κάνει αυτή τη δουλειά πέντε-έξη χρόνια τώρα.

«Και πώς έπεισε τα παιδιά να μάθουν ελληνικά;»

Γέλασε. «Είναι πολύ απλό. Τους αφήνει να φάνε ό,τι θέλουν και τους δίνει και από μια μερίδα για το σπίτι! For a poor family that some kind of a deal!”

Όταν τελείωσε το μάθημα, ήρθε με νέα πιάτα, αλλά στο μεταξύ είχαμε φάει του σκασμού και έτσι συσκεύασε τα φαγητά για το ταξίδι της επιστροφής στη Νέα Υόρκη. Καθώς τον αποχαιρετούσαμε, με κράτησε παράμερα. «Σε πήρε το μάτι μου που κατέβηκες. Ντράπηκα να σας το πώ καθότι εσείς είστε γραμματιζούμενοι, ενώ εγώ μόλις και με το ζόρι έμαθα κάτι κολλυβογράμματα σ’ ένα νυχτερινό….»

«Και τι μαθαίνετε στα παιδάκια;»

«Δεν υπάρχει άνθρωπος να μιλήσω ελληνικά! Φοβήθηκα ότι θα τα ξεχάσω! Έτσι μάζεψα τα παιδάκια, μου έστειλαν από την πατρίδα κάτι παλιά αναγνωστικά και ένα βιβλίο ιστορίας. Και μαθαίνουμε μαζί! Εδώ έχουν τον Παρθενώνα και ξέρουν για την Ελλάδα! Προσπαθώ να τους μάθω και πεντοζάλη, αλλά δεν τόχω ακόμα! Αλλά που θα πάει!»

Ο Σήφης, ούτε πτυχία απένειμε, ούτε βαθμούς έδινε, ούτε τάξεις είχε, ούτε πρόγραμμα! Έφτιαξε ένα «κρυφό σχολειό», στο υπόγειο του εστιατορίου του.

Δεν ήθελε να ξεχάσει την προγονική του γλώσσα. Το θεωρούσε υποχρέωση «να μη χαθεί η λαλιά μας» για αυτό και τη μάθαινε στα παιδάκια.