Της πιτζάμας το (αποτυχημένο) πραξικόπημα
24/02/2019 22:30
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Της πιτζάμας το (αποτυχημένο) πραξικόπημα

Σύνοψη προηγούμενων επεισοδίων: Με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967, καταλύθηκε η Δημοκρατία, δεν έγιναν οι εκλογές που είχαν προκηρυχθεί και μπήκαμε στον γνωστό “γύψο” επταετίας.

Αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι το κίνημα που έκανε καριέρα στον Τύπο της εποχής ως “πραξικόπημα της πιτζάμας”, η αποτυχία του οποίου οδήγησε στη μη διακοπή της πορείας προς τη δημοκρατική ομαλότητα και σε όλο αυτό που σχηματικά σήμερα ονομάζουμε “Μεταπολίτευση”. Γιατί όμως το ονομάστηκε έτσι;

Ο “νονός” του γεγονότος ήταν ο τότε Υπουργός Εθνικής Άμυνας, Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, καθώς οι επίδοξοι πραξικοπηματίες συνελήφθησαν την ώρα που κοιμούνταν στα σπίτια τους.

Αρχηγόπουλο της συνωμοσίας ήταν ο προφυλακισμένος τότε στον Κορυδαλλό τέως δικτάτορας Δημήτριος Ιωαννίδης.

Επτά μήνες μετά τη μεταπολίτευση της 23ης Ιουλίου 1974, το δημοκρατικό καθεστώς είχε αρχίσει να πατάει καλύτερα στα πόδια του,μετά τα πρώτα αμφίβολα βήματα.

Το Πολιτειακό είχε λυθεί υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας και η χώρα είχε αποκτήσει δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Όμως, τα «σταγονίδια», όπως αποκαλούσε ο Αβέρωφ τα κατάλοιπα της χούντας μέσα στο στράτευμα, τα είχαν πάρει άγρια στο κρανίο με τη Δημορατία.

Στις 17 Ιανουαρίου του 1975 η Βουλή ενέκρινε το ιστορικό Δ΄ Ψήφισμα, με το οποίο διαδήλωνε ότι «η δημοκρατία δικαίω ουδέποτε κατελύθη», χαρακτήριζε ως πραξικόπημα την κατάλυση της δημοκρατίας στις 21 Απριλίου 1967 (και όχι ως επανάσταση που παράγει δίκαιο) ανοίγοντας το δρόμο για την ποινική δίωξη των πρωταιτίων της δικτατορίας.

Αμέσως μετά την έκδοση του ψηφίσματος, προφυλακίστηκαν τα ηγετικά στελέχη της Χούντας, Γεώργιος Παπαδόπουλος, Στυλιανός Παττακός, Νικόλαος Μακαρέζος, Δημήτριος Ιωαννίδης, Μιχαήλ Ρουφογάλης, Ιωάννης Λαδάς, Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος και Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος.

Αυτή φέρεται να ήταν η αφορμή για μια ομάδα πιστών στον Ιωαννίδη αξιωματικών να κινηθούν κατά της νομίμως εκλεγμένης κυβέρνησης.

Η συνωμοτική κίνηση έγινε γνωστή το απόγευμα της 24ης Φεβρουαρίου του 1975 με κυβερνητική ανακοίνωση, αφού οι φήμες είχαν φουντώσει από το μεσημέρι της ίδιας ημέρας.

Σε πρώτη φάση συνελήφθησαν 37 αξιωματικοί, οι οποίοι τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, ενώ σε σύντομο χρονικό διάστημα αποστρατεύθηκαν άλλοι 200 ανώτατοι και ανώτεροι αξιωματικοί.

Η συνωμοσία των Ιωαννιδικών αξιωματικών αποκαλύφθηκε από ένα δίκτυο νομιμοφρόνων αξιωματικών, που είχε αναπτύξει μέσα στο στράτευμα ο Αβέρωφ, αμέσως μετά την μεταπολίτευση. Η ευκολία με την οποία εξαρθρώθηκε το κίνημα και η ανάμιξη ενός περιορισμένου αριθμού αξιωματικών, δείχνει ότι ο έλεγχος της κυβέρνησης επί του κρατικού μηχανισμού και του στρατεύματος ήταν σε υψηλό επίπεδο.

Το ποινικό σκέλος της υπόθεσης ανέλαβε κλασικά η Στρατιωτική Δικαιοσύνη.

Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης διαπιστώθηκε ότι στόχος των κινηματιών δεν ήταν η ανατροπή του Καραμανλή, αλλά η άσκηση πίεσης στην κυβέρνησή του να παύσει τη δίωξη εθνικοφρόνων πολιτών, να μειώσει τη δραστηριότητα του ΚΚΕ, να επαναφέρει την Ελλάδα στο ΝΑΤΟ και να αποφυλακίσει τους προφυλακισθέντες πρωταιτίους του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου.

Έχει υποστηριχθεί δηλαδή ότι επρόκειτο για ένα είδος προνουντσιαμέντου και όχι για ένα τυπικό πραξικόπημα.

Ίσως βέβαια αυτό να ήταν η δικαιολογία για να πέσουν στα μαλακά οι πραξικοπηματίες.

Άλλοι πάλι έχουν αντίθετα υποστηρίξει πως το πραξικόπημα ήταν “σικέ” προκειμένου να εδραιωθεί το δημοκρατικό καθεστώς.

Ο σχεδιασμός των κινηματιών περιελάμβανε την κατάληψη του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Τεθωρακισμένων, την απομόνωση του αεροπορικού στρατηγείου και την κατάληψη του στρατηγείου της Στρατιάς στη Λάρισα, καθώς και τον περιορισμό των διοικητών ορισμένων νευραλγικών στρατιωτικών μονάδων.

Ως χρόνο δράσεως οι κατηγορούμενοι είχαν προσδιορίσει το διάστημα μεταξύ 23 Φεβρουαρίου και 8 Μαρτίου του 1975.

Τελικά, σε δίκη ενώπιον του Στρατοδικείου Αθηνών, με τη βασική κατηγορία της ένωσης προς στάση, παραπέμφθηκαν οι 21 από τους 37 συλληφθέντες. Η δίκη ξεκίνησε στις 21 Ιουλίου και ολοκληρώθηκε με την έκδοση της απόφασης στις 10 Αυγούστου του 1975. 14 καταδικάσθηκαν σε ποινές φυλάκισης από 4 έως 12 χρόνια, ενώ οι 7 αθωώθηκαν.

Οι ποινές θεωρήθηκαν επιεικείς από τον Τύπο της εποχής, δεδομένου ότι για το αδίκημα της ένωσης προς στάση προβλεπόταν τότε ακόμη και η ποινή του θανάτου. Με τα τωρινά δεδομένα αυτά που εντυπωσιάζει είναι ο ελάχιστος χρόνος μεταξύ των αδικημάτων και της δίκης.

Λίγους μήνες αργότερα έγινε και η κατ’ έφεση δίκη ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών (12 – 22 Ιανουαρίου 1976) και στους 14 καταδικασθέντες πρωτόδικα επιβλήθηκαν μειωμένες ποινές. Η δίκη είχε διαχωρισθεί για τους εν αποστρατεία αξιωματικούς Δημήτριο Ιωαννίδη και Δημήτριο Παπαποστόλου, οι οποίοι δικάσθηκαν από πολιτικό δικαστήριο και καταδικάσθηκαν αντίστοιχα σε κάθειρξη δεκατεσσάρων και δέκα ετών.

Η αυλαία του αποτυχημένου «πραξικοπήματος της πιτζάμας» έπεσε στις 27 Απριλίου του 1977, όταν πέντε από τους επίδοξους πραξικοπηματίες (Λαμπούσης, Ρετζέπης, Μπόλαρης, Αντωνόπουλος και Θανόπουλος) αποβλήθηκαν από το σώμα των αξιωματικών και μετέπεσαν στην τάξη του απλού στρατιώτη. Οι υπόλοιποι είχαν ήδη αποστρατευτεί.

Μπήκε έτσι ένα τέλος στα “απόνερα” της επταετίας, στα περιβόητα “σταγονίδια” κατά τον προσφιλή τίτλο των εφημερίδων της εποχής.

Κι όσο κι αν αυτή τη στιγμή εν πολλοίς βιώνουμε τις συνέπειες της άφρονος οικονομικής πολιτικής των Κυβερνήσεων της Μεταπολίτευσης και όλων των “όμορφων” και πολυδαίδαλων διαπλοκών, η περίοδος αυτή δεν παύει να χαρακτηρίζεται από σταθερότητα, δημοκρατικές διαδικασίες και εμπέδωση των ατομικών ελευθεριών, όσο ποτέ άλλοτε στην νεοελληνική Ιστορία.

Πηγή: emo.gr