Πιάσε με, αν μπορείς!.. Κλέφτες και Αστυνόμοι στην Αθήνα...
07/04/2019 17:51
Της Κρινιώς Καλογερίδου​​
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Πιάσε με, αν μπορείς!.. Κλέφτες και Αστυνόμοι στην Αθήνα...

Ο κύριος που μου τράβηξε την προσοχή στη γωνία, στον πεζόδρομο της Βουκουρεστίου, δεν ήταν τύπος συνηθισμένος, αλλά βγαλμένος απ' τις σελίδες μιας άλλης εποχής. Έδειχνε εξηντάρης, όμως μπορεί να ήταν και μεγαλύτερος, γιατί φαινόταν καλοζωισμένος και αρχοντάνθρωπος! Είχε συμπαθητικό πρόσωπο, καλοχτενισμένα μαλλιά που ασήμιζαν εδώ κι εκεί τη γκρίζα γοητεία τους, κοστούμι ατσαλάκωτο στο ίδιο χρώμα και γιλέκο εσωτερικό σε κόκκινο, με μικρή τσέπη στ' αριστερά απ' όπου προεξείχε ένα ρολόι στερεωμένο με αλυσίδα.

Το βλέμμα μου γλίστρησε στην κονκάρδα-καρφίτσα του πουκαμίσου του, στη θέση της γραβάτας, κι ύστερα έφερε ένα γύρο στο γραφικό πλακόστρωτο, πριν πάω να καθίσω για έναν καφέ. Εκείνη την ώρα πηγαινοέρχονταν αρκετοί άνθρωποι στο δρόμο, άλλοι για την απογευματινή τους βόλτα κι άλλοι για να χαζέψουν τις βιτρίνες των καταστημάτων.

Στο διπλανό ζαχαροπλαστείο, που είχε τραπεζάκια έξω, ένα ζευγάρι συζητούσε κοντά μου πίνοντας τον καφέ του. Είχα τελειώσει κι εγώ τον δικό μου κι ετοιμαζόμουν να σηκωθώ αφήνοντας τα χρήματα στο τραπέζι, όταν ξαφνικά άκουσα κάποιον να καλεί σε βοήθεια και, σχεδόν, ταυτόχρονα ένα σφύριγμα παρατεταμένο κάπου κοντά.

Πετάχτηκα μ' ένα ρίγος απ' τη θέση μου στρέφοντας το έκπληκτο βλέμμα μου στη γωνία όπου είχα συναντήσει τον παράξενο κύριο, όμως δε μπόρεσα να τον ξεχωρίσω μέσα στον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί και φαινόταν αναστατωμένος.

Την ίδια ακριβώς στιγμή είδα να κατεβαίνει τρεχάτη απ' τον παράδρομο που κατέληγε στον κεντρικό δρόμο μια ομάδα αστυνομικών. Κάποιοι απ' αυτούς περιέζωσαν με μαύρη κορδέλα ένα κτίριο με πολλά καταστήματα και γραφεία αφήνοντας να περάσουν μέσα δυο τρεις μόνο συνάδελφοί τους με προτεταμένα τα όπλα τους. Οι υπόλοιποι κατευθύνθηκαν προς ένα κατάστημα κοσμημάτων απ' όπου ακούγονταν αναστεναγμοί και φωνές.

Πλησίασα με αγωνία τη διασταύρωση, ψάχνοντας με το βλέμμα μου τον αρχοντάνθρωπο που με είχε εντυπωσιάσει. Είχε εξαφανιστεί!..

- Μα τι έγινε; Τι συμβ..., άρχισα να λέω φοβισμένη, μα πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη φράση μου, με διέκοψε ένας παρατεταμένος συριγμός, που μ' έκανε να συγκρατηθώ και να σταματήσω.

- Σσσσ...

Γύρισα ξαφνιασμένη να δω αυτόν που μου επέβαλε το σιωπητήριο. Ήταν ένας συμπαθητικός ηλικιωμένος άντρας με αξιοπρεπή εμφάνιση και γυαλιά. Τον πλησίασα για να τον ρωτήσω παίρνοντας θάρρος απ' το φιλικό νεύμα του. Με τράβηξε απ' το μπράτσο πιεστικά και μου έδειξε, με προτεταμένο τον δείκτη του δεξιού του χεριού, προς το μέρος της Σήμανσης, που έπαιρνε αποτυπώματα απ' το γειτονικό χρυσοχοείο.

- Όλα έγιναν αστραπιαία!.., είπε ταραγμένος. Είδα τον κλέφτη που έκλεψε τα κοσμήματα και τα ρολόγια του φίλου μου. Ήταν παρέα με κάποιον άλλον, εκείνον που έκλεψε τον κύριο που περίμενε στη γωνία. Του πήρε, λένε, μια χρυσή καδένα με ρολόι και μια καρφίτσα-κονκάρδα...

- Ααα, τον καημένο!.. Αυτός ήταν που φώναζε ''βοήθεια''; Πού να το φανταστώ... , έκανα ξεψυχισμένα. Τον είχα προσέξει κι εγώ, γιατί ήταν καλοντυμένος!.. Μα... πού είναι τώρα; Τι απέγινε;

- Τον πήγαν στην Ασφάλεια οι αστυνόμοι που ήρθαν ειδοποιημένοι, μου είπε ο ηλικιωμένος και, ρίχνοντας μια ματιά βιαστική στο ρολόι του, με χαιρέτησε και απομακρύνθηκε.

Έκανα να φύγω κι εγώ, όμως άκουσα πίσω μου επιφωνήματα και γύρισα να δω τι συμβαίνει. Η Αστυνομία είχε πιάσει τους κλέφτες και τους έφερνε προς το μέρος μας, όπου ήταν παρκαρισμένο ένα περιπολικό για τη μεταφορά τους. Ο κόσμος έπεσε να τους φάει, αλλά το νεύμα του επικεφαλής αστυνομικού τους συγκράτησε και περιορίστηκαν σε βρισιές και λοιδορίες...

Τους παρατηρούσα κι εγώ, στριμωγμένη μέσα στον κόσμο. Κάποια στιγμή, καθώς περνούσαν σκυμμένοι από μπροστά μου, ο ξένος σήκωσε το κεφάλι του και τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Ένα σύγκρυο με κυρίεψε ξαφνικά, που έσφιξε την καρδιά μου από φόβο. Τα μάτια του ορθάνοιχτα, χωρίς λάμψη κι αισθήματα, με κοίταξαν για δευτερόλεπτα και με προσπέρασαν παγωμένα.

Ο χρυσοχόος, που στάθηκε τυχερός γιατί του επέστρεψαν τα κλοπιμαία, έτρεξε πίσω τους φωνάζοντας, αλλά τον αγρίεψε ο επικεφαλής και έκανε πίσω. Μόνο το σκυλί του ξέφυγε κι έτρεξε πίσω τους λίγα μέτρα γαβγίζοντας λυσσασμένα. Το πλησίασα αυθόρμητα, για να το χαϊδέψω, όμως έβγαλε ένα γρύλισμα ξαφνικό και κάθισε στη ρίζα ενός δέντρου κοιτώντας με λυπημένα, σαν να πονούσε.

- Τζακ, έλα εδώ!.., του φώναξε τ' αφεντικό του πλησιάζοντας.

Το ζώο κούνησε την ουρά του, μα δε σάλεψε. Τότε παρατηρήσαμε όλοι ότι ήταν χτυπημένο στο ένα του πόδι!..

- Το κλώτσησε αυτός ο άθλιος φεύγοντας!.., είπε έξω φρενών το αφεντικό του δείχνοντας τον έναν από τους δύο, που έμπαιναν στο περιπολικό της αστυνομίας εκείνη την ώρα.

Η γλώσσα του κόσμου είχε αρχίσει να λύνεται, εντωμεταξύ, και οι φωνές του, που είχαν σαν κύριο στόχο την κυβέρνηση και το ''Υπουργείο προστασίας του πολίτη'', έπαιρναν την ανηφόρα της έντασης ανοίγοντας μια συζήτηση γύρω από την ''ακοίμητη'' πόλη, το γκέτο των Εξαρχείων με τα αιματηρά περιστατικά, την κατάσταση στη Χαριλάου Τρικούπη, στο Μετσόβιο και την ΑΣΟΕ, τις γειτονιές με τα κρούσματα βίας στο Κέντρο και τον τραγέλαφο των αναρχικών και των κουκουλοφόρων, που αναστάτωναν καθημερινά την Αθήνα.

Το μόνο θετικό σχόλιο που ακούστηκε ήταν για την ανακοίνωση της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδας, που έκανε λόγο για ''άβατα εκκολαπτήρια έκνομων ενεργειών'' στηλιτεύοντας την κρατική αδράνεια στην αντιμετώπιση εγκληματικών ενεργειών και την πάταξη της παραβατικότητας σε περιοχές της Αθήνας, μετά την ένοπλη επίθεση που δέχτηκε την περασμένη Πέμπτη (4-4-2019) κλιμάκιο του Λιμενικού στα Εξάρχεια.

- Τι έγινε, βρε παιδιά, πότε έγινε αυτό και δεν το 'μαθα; ρώτησε έντρομη μια περαστική κυρία, που σταμάτησε για να ακούσει τι συζητιόταν.

Μια άλλη κυρία, νεότερη, την πήρε απ' τους ώμους και της εξήγησε με απλά λόγια το παρ' ολίγο δραματικό γεγονός. Μια ομάδα, λέει, σαράντα περίπου ατόμων είχε επιτεθεί με καλάσνικοφ κι άλλα πιστόλια στους αστυνομικούς και τον εισαγγελέα που προΐστατο των ερευνών στα Εξάρχεια. Ένας απ' τους λιμενικούς δέχτηκε επίθεση με μαχαίρι στο πόδι και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, χωρίς ευτυχώς να κινδυνεύει η ζωή του...

- Όλα ξεκίνησαν, ξέρετε, απ' το κυνήγι ενός Σύριου για ναρκωτικά, που τον συνέλαβε το Λιμενικό..., μπήκε στη μέση ένας περαστικός, που άκουσε την αφήγηση.

- Θέλαμε δε θέλαμε γίναμε Αφγανιστάν και Αλβανία με τους ανίκανους που μας κυβερνάνε..., μουρμούρισε περίλυπος ένας ηλικιωμένος.

- Καλά, θα πρέπει να είναι τρελός κανείς για να κυκλοφορήσει το βράδυ στα Εξάρχεια. Όλοι οι παραβατικοί κάνουν πάρτι..., συμφώνησα.

- Μόνο το βράδυ; είπε αναστενάζοντας μια γυναίκα φορτωμένη με ψώνια. Για τόλμα να περάσεις τη μέρα τη Θεμιστοκλέους και Ερεσού και τα λέμε...

- Σε τέτοιες περιπτώσεις οι κακοποιοί έχουν για κάλυψη γυναίκες..., πρόσθεσε πλησιάζοντας ένας νεαρός άντρας. Και δεν είναι μόνο τα Εξάρχεια που έχουν μετατραπεί σε άντρο παρανομίας. Είναι και η Πετρούπολη, η Φυλή, η Αγία Βαρβάρα και τα Άνω Λιόσια, που σε τακτά διαστήματα μετατρέπονται σε ''φαρ ουέστ'' της Αθήνας. Οι κάτοικοι κι οι επαγγελματίες των περιοχών αυτών έχουν μετατρέψει τα σπίτια τους σε φρούρια, αλλά δεν τους διασφαλίζει τίποτα και κανένας στο ανύπαρκτο κράτος που ζούμε... Και μη χειρότερα, δηλαδή..., κατέληξε αποκαρδιωμένος.

- Τα χειρότερα ήρθαν, τα ζούμε!.., φώναξε ένας κύριος που τον φώναζαν όλοι ''γιατρό'' και συνέχισε σε δραματικό τόνο. Έφτασαν οι κουκουλοφόροι να κλέβουν τα σπίτια και τα μαγαζιά της Αθήνας φορώντας αλεξίσφαιρα γιλέκα, την ώρα που οι αστυνομικοί δεν έχουν να αγοράσουν τα δικά τους... Το κράτος, βλέπεις, δεν μπορεί να τους τα εξασφαλίσει, κι ας κινδυνεύει η ζωή τους καθημερινά. Μπορεί όμως να χρυσοπληρώνει τους ημετέρους του, που μπαίνουν απ' το παράθυρο σε δημόσιες θέσεις...

- Πάντα ήμασταν μπανανία στο θέμα αυτό, αλλά στα τέσσερα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ ζήσαμε το πιο βίαιο πισωγύρισμα στη σύγχρονη ελληνική ιστορία..., είπε ένας ακόμη άντρας πλησιάζοντας. Ισοπέδωσαν κυριολεκτικά κάθε έννοια τάξης και ασφάλειας πλήττοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος...

- Έχεις δίκιο... Έχεις δίκιο..., τον διέκοψαν φωνάζοντας όλοι κι ύστερα τον άφησαν να συνεχίσει.

- Εγώ που γεννήθηκα πριν πενήντα σχεδόν χρόνια εδώ, δε θυμάμαι να είδα τόση απελπισία στον κόσμο για την κατάσταση που βιώνει μ' αυτούς της Αριστεράς... Απ' τη μια τα αφύλακτα σύνορα στο Αιγαίο, γιατί ''η θάλασσα δεν έχει σύνορα'' κι από την άλλη οι επικίνδυνες ιδεοληψίες των κυβερνώντων στα θέματα της ασφάλειας τίναξαν στα ύψη την εγκληματικότητα, με αποτέλεσμα αυτήν την πρωτοφανή κατάσταση ανομίας..., κατέληξε ο γιατρός αγανακτισμένος.

- Θυμάμαι ένα παιχνίδι που παίζαμε παλιά..., είπε αναστενάζοντας ο ζαχαροπλάστης. Το λέγαμε ''κλέφτες και αστυνόμοι'' • θα το παίξατε, σίγουρα, όλοι σας...

- Ααα, ναι, βέβαια..., συμφώνησαν οι παρευρισκόμενοι άντρες και τον άφησαν να συνεχίσει.

- Ε, λοιπόν, πού να φανταζόμασταν τότε ότι θα το ζούσαμε στην καθημερινή μας ζωή, όχι με νεροπίστολα, αλλά με κανονικά όπλα..., κατέληξε ο ιδιοκτήτης του ζαχαροπλαστείου κουνώντας το κεφάλι απογοητευμένος.

- Μα τι λες τώρα..., φώναξε ένας λαχειοπώλης χαμογελώντας. Εγώ έτυχε να πουλάω λαχεία στις 18 του περασμένου μήνα στα ''λουλουδάδικα'' στη Βουλή, τη μέρα που έκαναν τα παιδιά την πορεία για το νομοσχέδιο Γαβρόγλου. Ε, αυτό που είδα, σας λέω, ήταν μοναδικό και δε θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου...

- Τι είδες; Τι; φώναξαν όλοι με μια φωνή και τον πλησίασαν για να ακούσουν καλύτερα.

- Την ώρα της διαδήλωσης έφυγαν απ' το κέντρο της μαθητικής πορείας καμιά δεκαριά κουκουλοφόροι και άρχισαν να ρίχνουν μολότοφ στις δυνάμεις των ΜΑΤ. Βροχή από μολότοφ, σας λέω... Τις πέταγαν με μια δύναμη τρομερή, κι ας ήταν παιδιά οι περισσότεροι. Κάποια στιγμή, λοιπόν - την ώρα που η βροχή απ' τα φλογοβόλα έφτασε στη μεγαλύτερη ένταση, έτσι που να νομίζεις πως είσαι στην Κόλαση - βλέπω δυο πιτσιρικάδες να ''παίζουν'' τους ''κλέφτες'' βάζοντάς τα μ' έναν άντρα των ΜΑΤ που προσπαθούσε να τους συλλάβει. Όμως αυτοί δεν πιάνονταν με τίποτε και τον φοβέριζαν κι από πάνω.

- Θα σε κάψουμε, μπάτσε, του έλεγαν και κάποια στιγμή ο μικρότερος, που είχε κάψει εντωμεταξύ κάνα δυο αυτοκίνητα προηγουμένως, στριφογύρισε ένα γκαζάκι στα χέρια του και κοιτώντας τον διώκτη του τον προκαλούσε:

- Έλα, πιάσε με, αν μπορείς!.., του φώναζε. Πιάσε με!... Πιάσε με!..

- Εκείνος τον πλησίασε κάποια στιγμή, αλλά ο μικρός τού πέταξε το γκαζάκι στα πόδια, για να τον σταματήσει..
Ο θόρυβος ήταν τρομερός, δεν το συζητώ και ευτυχώς που πρόλαβαν οι αστυνομικοί της ασφάλειας και έσβησαν τη φωτιά με τους πυροσβεστήρες των αυτοκινήτων τους...

- Ααα, τότε ήσουν τυχερός που τη γλίτωσες..., είπε χαμογελώντας ο ζαχαροπλάστης.

- Τώρα που το λες, ναι..., ήμουν τυχερός, γιατί μπορεί να μ' έβρισκε καμιά αδέσποτη, όμως - από την άλλη - ήταν μοναδική η εμπειρία που έζησα με τον πιτσιρικά και τον αστυνόμο..., είπε κουνώντας το κεφάλι του ο λαχειοπώλης και γύρισε να φύγει.

Το ίδιο κάναμε και οι υπόλοιποι, με σκυμμένα κεφάλια από το βάρος των όσων ακούσαμε και βιώσαμε. Είχε αρχίσει ήδη να σουρουπώνει. Οι δρόμοι της Βουκουρεστίου γέμισαν από φώτα και χρώματα, που ξεχύνονταν σαν πολύχρωμη αύρα τριγύρω προκαλώντας ένα μουρμουρητό θαυμασμού απ' τον κόσμο που κάθονταν στα τραπεζάκια των καφενείων.

Σήκωσα το κεφάλι μου στον ουρανό ακούγοντας τον βόμβο ενός αεροπλάνου. Ο ήλιος πήγαινε γοργά προς τη δύση του βάφοντάς τον σε μενεξελί αποχρώσεις που λίγο πριν φτάσουν στο γέρμα του, πίσω απ' τον Υμηττό, τον εξαΰλωναν με παραδεισένια ιριδίσματα σε μουντό πένθιμο μωβ χρώμα.

Μια παρέα νεαρών έκαναν skating στον πεζόδρομο ξεκουφαίνοντας τον κόσμο.

- Τι παιδιά..., σκέφτηκα εκνευρισμένη, όμως την ίδια κιόλας στιγμή ήρθε στον νου μου, εντελώς απροσδόκητα, η εικόνα του πιτσιρικά με το φλογοβόλο και η πρόκληση προς τον άντρα που τον καταδίωκε:

- Πιάσε με αν μπορείς!.., ψιθύρισα μειδιώντας, μα η φωνή μου έφτασε στα αυτιά μου βραχνή, σχεδόν αποκρουστική...

- Ταξί!.. Ταξί!.., φώναξα παραζαλισμένη και, πνίγοντας στο μυαλό μου τη σκηνή που με πλήγωσε, μπήκα σαν κυνηγημένη στο πρώτο που βρήκα μπροστά μου, για να γλιτώσω...