Οι γυναίκες - θρύλοι του 1821!!!..
25/03/2019 15:30
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Οι γυναίκες - θρύλοι του 1821!!!..

1. Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: η μπουρλοτιέρισσα της Φιλικής Εταιρείας (1771-1825)

Γυναίκα δυναμική, καπετάνισσα ανεξάρτητη, που άφησε άφωνη όλη την Ευρώπη με τα κατορθώματά της. Υδραία η ίδια, μεγάλωσε με τον χνώτο της θάλασσας και εκδήλωσε από νωρίς την αγάπη της για τα πλοία και τα ταξίδια. Είχε χαρακτήρα ανεξάρτητο, δυναμικό, αγωνιστικό και για τον λόγο αυτόν την αποκαλούσαν θηλυκό Κολοκοτρώνη.

Ήταν καπετάνισσα όμως όχι μόνο στα πλοία, αλλά και στη ζωή της, που ήταν μυθιστορηματική.Γεννήθηκε ορφανή από πατέρα, έμεινε δύο φορές χήρα και με μεγάλη περιουσία την οποία διαχειρίστηκε με πολλή ευστροφία και κατάφερε να την αυξήσει. Γεύτηκε συχνά το φθόνο των συμπατριωτών της και γι’ αυτό αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες, τις οποίες πάντα ξεπερνούσε.
''Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες προφορικές μαρτυρίες, το 1819 στην Κωνσταντινούπολη μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης από τους πρώτους συμμετείχε ενεργά, προσφέροντας χρήματα και πολεμοφόδια και διαθέτοντας τα πλοία της στην υπηρεσία του Αγώνα.

Η μεγαλύτερη απώλεια για την Μπουμπουλίνα ήταν ο θάνατος του πρωτότοκου γιου της (από τον πρώτο της γάμο) Γιάννου Γιάννουζα, στα τέλη Απριλίου του 1821,σε μια συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από το Άργος.

Η ίδια έλαβε μέρος με το πλοίο της «Αγαμέμνων» στην πολιορκία του Ναυπλίου και μετά την απελευθέρωσή του εγκαταστάθηκε εκεί σε οίκημα που της παραχώρησε η επαναστατική κυβέρνηση. Το Σεπτέμβριο του 1821 βρέθηκε στο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη και μπήκε από τους πρώτους στην πόλη.

Ο πρωταγωνιστικός της ρόλος δεν την άφησε αμέτοχη στις εμφύλιες διαμάχες, κατά τις οποίες υποστήριξε τους στρατιωτικούς και το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει, μετά το γάμο της κόρης της Ελένης Μπούμπουλη με τον Πάνο Κολοκοτρώνη.
Η φιλοπατρία υπερίσχυσε όλων των άλλων συναισθημάτων της, δηλαδή της πικρίας της από τις έριδες των πολιτικών και την έκβαση του αγώνα. Και ενώ έκανε πάλι προετοιμασίες, για να πάρει μέρος στο αγώνα εναντίον του Ιμπραήμ, ήρθε το αναπάντεχο τέλος της.

Η ηλιοκαμένη κόρη της θάλασσας έπεσε νεκρή από σπετσιώτικο βόλι, στις 22 Μαΐου 1825,στο σπίτι του πρώτου της άνδρα, του Γιάννουζα. Αιτία; Μια λογομαχία της με άτομα από την οικογένεια της Κούτση Ευγενίας, αγαπημένης του γιου της Μπουμπουλίνας. Άδοξο και τραγικό λοιπόν το τέλος αυτής της γυναίκας που μέσα της ξεχείλιζε, πιο ισχυρή από όλα τα άλλα, η αγάπη της για την πατρίδα.'' (3gymeg3clhistory.blogspot.com- Γ' Γυμνάσιο Μεγάρων)

2. Μαντώ Μαυρογένους (1796-1840)

Ανιψιά του Νικόλαου Μαυρογένη, δραγουμάνου (διερμηνέα) του στόλου και μετέπειτα ηγεμόνα της Βλαχίας. Γεννημένη στην Τεργέστη, όπου ήταν εγκατεστημένος ο πατέρας της (μέλος της Φιλικής Εταιρείας), μυήθηκε από νωρίς σ' αυτήν (1820).

Πέρα από μεγάλη περιουσία και αριστοκρατική, εύθραυστη ομορφιά, η ίδια διέθετε πλούσια δυτική παιδεία (συμπεριλαμβανομένης της γλωσσομάθειας: Γαλλικά, Ιταλικά, Τουρκικά), που της επέτρεπε να επηρεάζει υπέρ της Ελλάδας την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.

Οι επιστολές της, λ.χ, προς τις Παριζιάνες και τις Αγγλίδες για τα δίκαια των επαναστατημένων Ελλήνων είχαν γίνει θέμα συζήτησης και συγκίνησαν πολύ κόσμο. Στις Ευρωπαίες φίλες της η Μαντώ εκμυστηρευόταν, μεταξύ των άλλων: ''Λαχταρώ μια ημέρα μάχης, όπως εσείς λαχταράτε μια μέρα χορού...''

Ας σημειωθεί ότι οι ξένοι ιστορικοί και περιηγητές της εποχής εξήραν τη συμμετοχή της στα πεδία των μαχών, ενώ οι Έλληνες ιστορικοί του 19ου αι. την αγνόησαν παραδόξως. ‟Είναι απορίας άξιον, έγραφε το 1890 ο Julew Blancard, πώς μια τέτοια γυναίκα ελησμονήθη εντελώς από όλους τους Έλληνες ιστορικούς.”

''Το 1820 η Μαντώ Μαυρογένους ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Τήνο και τη Μύκονο, πατρίδα της μητέρας της. Διέθεσε όλη την πατρική περιουσία στον απελευθερωτικό αγώνα, ενώ έλαβε και η ίδια μέρος σε πολλές επιχειρήσεις.

Με τη λήξη της επανάστασης εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και τιμήθηκε, με διάταγμα του Καποδίστρια, για τις υπηρεσίες της με μια μικρή σύνταξη και το βαθμό της αντιστράτηγου. Μετά τη δολοφονία του (1831) αναγκάστηκε - ύστερα από τον άτυχο έρωτα της με το Δημήτριο Υψηλάντη και την έντονη πολεμική του Κωλέττη - να επιστρέψει στη Μύκονο.

Φτωχή, έχοντας δωρίσει την τεράστια περιουσία της στον αγώνα, η Μαντώ Μαυρογένους κατέφυγε κοντά στους συγγενείς της στην Πάρο, όπου πέθανε από τυφοειδή πυρετό''. (pronews.gr)

Σύγκριση με την Μπουμπουλίνα

Ως γυναίκα η Μαντώ ήταν το αντίθετο της Μπουμπουλίνας: λεπτή, λυγερόκορμη, με λεπτεπίλεπτα χαρακτηριστικά και ευρωπαϊκούς τρόπους συμπεριφοράς. Αντίθετα η Υδραία καπετάνισσα είχε αδρά χαρακτηριστικά, ήταν αντικομφορμίστρια, με αγέρωχη συμπεριφορά, που παρέπεμπε σε άντρα. Τα κοινά τους σημεία ήταν οι μεγάλες περιουσίες τους, η μαχητικότητά τους για την ανεξαρτησία της Ελλάδας και η φλογερή πίστη τους στο ιδανικό της ελευθερίας.''

3. Σουλιώτισσες

''Οι σχέσεις των φύλων στο περήφανο και αδούλωτο Σούλι ήταν διαφορετικές απ' ό,τι στην υπόλοιπη Ελλάδα. Θύμιζαν τη θέση της γυναίκας στην αρχαία Σπάρτη. Οι άντρες σέβονταν τις γυναίκες τους και συχνά ζητούσαν τη γνώμη τους, ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιστάσεις. Οι σεβαστότερες απ' αυτές αναλάμβαναν το ρόλο του διαιτητή σε διαμάχες μεταξύ των ανδρών. Αντίθετα, ουδέποτε άνδρες ανακατεύονταν σε γυναικείους καβγάδες.

Μερικές καπετάνισσες έπαιρναν μέρος στα στρατιωτικά συμβούλια, όπου οι γνώμες τους υπολογίζονταν όσο και των καπεταναίων. Στο σπίτι, τέλος, οι γυναίκες ήταν οι αδιαμφισβήτητες αφέντρες. Οι Σουλιώτισσες, πέρα από το νοικοκυριό, έπαιρναν όλες μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, όπου ο ρόλος τους ήταν, σε πρώτη φάση, εφεδρικός και βοηθητικός.

Όταν όμως οι περιστάσεις το απαιτούσαν, οι γυναικείες εφεδρείες ρίχνονταν στη μάχη, άλλοτε κατρακυλώντας βράχους πάνω στον εχθρό, άλλοτε περιβρέχοντάς τον με καυτά βόλια, άλλοτε ορμώντας μπροστά με το σπαθί στο χέρι.

Ο «Χορός του Ζαλόγγου» (παραμονές Χριστουγέννων 1803) αποτελεί, άλλωστε, αιώνιο σύμβολο για τη γυναίκα που προτιμά το θάνατο από την ατίμωση και τη δυστυχία. Τη γυναίκα-ηρωίδα που «της Ελευθερίας ο έρως» τη σπρώχνει να θυσιάσει τον εαυτό της και τα παιδιά της, να αποχαιρετήσει παντοτινά «τη γλυκιά ζωή» και τη «δύστυχη πατρίδα».

«Στη στεριά δε ζει το ψάρι ούτ’ ανθός στην αμμουδιά / κ’ οι Σουλιώτισσες δε ζούνε μέσ’ τη μαύρη τη σκλαβιά». Η πρώτη σέρνει το χορό, φτάνοντας στο χείλος του γκρεμού, πηδάει και χάνεται στα βάθη του. Την ακολουθούν με τον ίδιο τρόπο, πάντα τραγουδώντας και χορεύοντας, η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη… Γύρω ακούγεται το μουγκρητό του ανέμου, που στροβιλίζει το χιόνι κι ανακατεύεται με το τραγούδι.

Την ίδια χρονική στιγμή (Δεκ. 1803), η Δέσπω Σέχου-Μπότση, σύζυγος του Γιωργάκη Μπότση, κυνηγημένη από τους Τουρκαλβανούς, μετά τη συνθηκολόγηση του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες, οχυρώθηκε με τις κόρες, τις νύφες και τα εγγόνια της στον πύργο του Δημουλά στη ''Ρηνιάσα'' και ύστερα από σθεναρή αντίσταση ανατίναξε τον πύργο, για να μην παραδοθούν στον εχθρό.

Ας διαβάσουμε ένα δημοτικό τραγούδι που εξυμνεί την ανδρεία της.

Σ' αυτό η Δέσπω, μαζί με τις κόρες, τις νύφες και τα εγγόνια της, κλείστηκε στον πύργο του Δημουλά και αντιστέκεται ηρωικά στους επιδρομείς:

5

Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;
Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι,
η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ' αγγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο.

10

«Γιώργαινα, ρίξε τ' άρματα, δεν είν' εδώ το Σούλι.
Εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων.
- Το Σούλι κι αν προσκύνησε, κι αν τούρκεψεν η Κιάφα,
η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκανε, δεν κάνει»,
Δαυλί στο χέρι νάρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:

«Σκλάβες Τούρκων μη ζήσομε, παιδιά μ', μαζί μου ελάτε».
Και τα φυσέκια ανάψανε κι όλοι φωτιά γενήκαν.

Από τις Σουλιώτισσες ξεχώρισαν άλλες δυο, οι οποίες υπήρξαν οι διασημότερες από τις άλλες, καταφέρνοντας να περάσουν τα ονόματά τους στο δημοτικό τραγούδι κι από εκεί στη σφαίρα του θρύλου. Η Μόσχω Τζαβέλα, σύζυγος του Λάμπρου, κατέχει τον τίτλο της «γυναίκας του Σουλίου».

Ήταν η πρώτη και μεγαλύτερη ηρωίδα του Σουλίου. Με βαριά καρδιά έδωσε στο χέρι του αιμοβόρου Αλή Πασά τον πρωτότοκο γιο της Φώτο, για θυσία, και έβαλε πάνω από τον ίδιο της το γιο την αγάπη της για την πατρίδα. «Το παιδί μου είναι παιδί του Σουλίου και σα γλιτώσει το Σούλι γλιτώνει και το παιδί μου», είπε χαρακτηριστικά στον πασά.

Είναι ενδεικτική η διάθεση της αυτοθυσίας της για την πατρίδα και στο παρακάτω συμβάν:

«Τρακόσες Σουλιώτισσες άδραξαν τ’ άρματα και χίμηξαν μπροστά με τη Μόσχω. Απάνω τους φώναζε η μια στην άλλη, απάνω τους, τι τα κοιτάμε τα σκυλιά; Αυτές δεν ήταν γυναίκες, μα μαινάδες. Ξεμαλλιασμένες ή ουρλιάζοντας με γυμνωμένα τα σπαθιά στα χέρια χύθηκαν να φάνε τους οχτρούς.

Οι Αληπασαλίδες, άμα τις είδαν να ροβολάνε κατά πάνω τους, τις άρχισαν στις βρισιές και στα αισχρόλογα. Τότες η Μόσχω η Τζαβέλαινα, μπροστά στον θάνατο, σηκώνει τα φουστάνια της και δείχνοντας τ’ απόκρυφά της φωνάζει: Να ωρέ Τούρκοι, ελάτε αν σας κιοτάει!». Οι Αλβανοί μπροστά σε αυτό το θέαμα των μαχόμενων γυναικών έμειναν κατάπληκτοι, πανικοβλήθηκαν. Έριξαν τα όπλα κάτω για να είναι ελαφρότεροι και το ‘βαλαν στα πόδια.

Η Μόσχω τους καταδιώκει, τρέχει προς τον πύργο που τον υπεράσπιζε ο ανιψιός της Κίτσος Τζαβέλας, τον βλέπει νεκρό. Η Μόσχω σκύβει, τον φιλάει, βγάζει την ποδιά της, του σκεπάζει το πρόσωπο και συνεχίζει την καταδίωξη. Ανάμεσα στις γυναίκες είναι και η Σόφω η κόρη της Τζαβέλαινας.

Ο Αλή Πασάς ντροπιασμένος καβαλάει το άτι του και φεύγει στα Γιάννενα. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης απαθανάτισε τη σκηνή της φυγής στους στίχους του:

Η φυγή

«Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! Ὁμὲρ Βριόνη,
τὸ Σούλι ἐχούμησε καὶ μᾶς πλακώνει.
Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! ἀκοῦς, σουρίζουν
ζεστὰ τὰ βόλια τους, μᾶς φοβερίζουν.

»Γιὰ ἰδές, σὰ δαίμονες μᾶς πελεκᾶνε!
Κάτου ἀπ᾿ τὸ βράχο τους πῶς ροβολᾶνε!
Δὲς τὰ κεφάλια μας, δὲς τὰ κουφάρια
κυλᾶνε ἀνάκατα σὰν νά ῾ν᾿ λιθάρια.

»Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! Ἀκοῦς πῶς σκούζουν!
Οἱ λύκοι φθάσανε, ρυάζονται, γρούζουν.
Ἄνοιξ᾿ ἡ κόλαση καὶ μοῦ ξερνάει
τὸν μαῦρον κόσμο της γιὰ νὰ μὲ φάει.

»Βριόνη, πρόφθασε· ἀκόμη ὀλίγο,
κι ἀπὸ τὰ νύχια τους δὲ θὰ ξεφύγω.
Τ᾿ ἄλογο!... Γνώρισα τὴ φουστανέλα
τοῦ ἐχθροῦ μου τ᾿ ἄσπονδου Λάμπρου Τζαβέλα.

»Δὲν τόνε βλέπετε, σὰ Χάρος φθάνει
ψηλ᾿ ἀνεμίζοντας τὸ γιαταγάνι.
Νιώθω τὸ χέρι του μὲς στὴν καρδιά,
ποὺ πάει σπαράζοντας τὰ σωθικά.

»Ἀνεμοστρόβιλος, θεοποντή,
ὅλα σὰ σίφουνας θὰ καταπιεῖ.
Τὸ μάτι ἐπάνω μου ἄγρια στυλώνει,
μαχαίρι δίκοπο μέσα μου χώνει.

»Κρύο τὸ σίδερο χωνεύει, σφάζει.
Ἀκοῦτε, ἀκοῦτε τον πῶς μοῦ φωνάζει.
Νιώθω τὸ χνότο του φωτιὰ ζεστό,
πὄρχετ᾿ ἐπάνω μου σὰ νά ῾ναι φιό.

»Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο, Ὀμὲρ Βριόνη.
Ὁ ἥλιος ἔπεσε, νύχτα σιμώνει...
Ἄστρα, λυτρῶστε με· αὐτὴ τὴ χάρη
ζητάει ὁ Ἀλήπασας, πιστὸ φεγγάρι...»

Μια άλλη γυναίκα φυσιογνωμία που ξεχώρισε ήταν η Χάιδω Γιαννάκη Σέχου. Το όνομά της είχε πρωτακουστεί στον πόλεμο του 1792, όπου ο ηρωισμός της , μας πληροφορούν ξένοι διπλωμάτες την εποχή εκείνη στην κατεχόμενη Ελλάδα, προκαλούσε το σεβασμό και το θαυμασμό των συμπατριωτών της.

Πρώτη έτρεχε στη μάχη, συχνά δίπλα στους άντρες, συχνότερα μπροστά απ’ αυτούς. Η ηρωίδα αυτή άγγιξε το απόγειο της δόξας της στη δραματική τριετία 1800-1803, οπότε «καμιά γυναίκα δεν αναδείχθηκε όσο η Χάιδω», βεβαιώνει ο Γερμανός Μπαρτόλντι.'' (hellasforce.com // ellhnografos blogspot.com)

4. Μεσολογγίτισσες

''Αξιοθαύμαστο θάρρος έδειξαν και οι Μεσολογγίτισσες «ελεύθερες πολιορκημένες», οι οποίες σε όλη τη διάρκεια της μακράς πολιορκίας του προπυργίου της δυτικής Ελλάδας βοήθησαν με κάθε τρόπο στην άμυνα: μεταφορά υλικών για τα οχυρωματικά έργα, περίθαλψη των ασθενών και τραυματιών.

Φιλέλληνες πολεμιστές του Μεσολογγίου, όπως ο Αύγουστος Φαμπρ και άλλοι, έχουν αποθανατίσει ατέλειωτες σκηνές βομβαρδισμών με θύματα γυναίκες, όπως εκείνη με τις έξι φίλες που περπατούσαν μαζί και μια οβίδα έσκασε στα πόδια τους, σκοτώνοντας ή τραυματίζοντας και τις έξι. Ή εκείνη με το αίμα μιας πληγωμένης μητέρας να βρέχει τα πτώματα των εννέα κοριτσιών της, τα οποία κείτονταν γύρω της.

Οι Μεσολογγίτισσες όχι μόνο δε δείλιασαν, αλλά αντίθετα εμψύχωναν τους μαχητές και τους παρακινούσαν να αγωνιστούν ως το τέλος. Κι όταν αποφασίστηκε η ηρωική έξοδος (10 Απριλίου 1826), μετά το φοβερό λιμό, ακολούθησαν πολλές γυναίκες με αντρική ενδυμασία, κρατώντας από το ένα χέρι το σπαθί και από το άλλο το μωρό τους, ενώ οι άοπλες μπήκαν στη μέση της φάλαγγας μαζί με τα παιδιά τους. Αυτές οι γυναίκες είχαν την ίδια φρικτή τύχη, όπως και οι άνδρες της Εξόδου, κατά τη γνωστή φοβερή σύγχυση που επικράτησε, και όσες κατάφεραν να γυρίσουν στην πόλη αυτοκτόνησαν, σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν.
Από ότι ξέρουμε από τις τόσες ηρωίδες του Μεσολογγίου λίγα ονόματα διέσωσε η ιστορία για τις ηρωικές πράξεις τους.
Μια από τις γυναίκες του Μεσολογγίου ήταν και η Αλεφαντώ. Η ενδυμασία προσιδίαζε αυτής των αντρών. Αψηφούσε τους κινδύνους, τις κακουχίες και τις στερήσεις.

Αντίθετα, εμψύχωνε τους άνδρες στον αγώνα και θυσίασε τη ζωή της για την ελευθερία και την τιμή της. Εκτός από αγωνίστρια, ήταν σύζυγος και μητέρα. Ο σύζυγός της σκοτώθηκε το Μάιο του’21 και νεαρά τότε η Αλεφαντώ έμεινε χήρα με μια μικρή κόρη. Όταν έγινε η έξοδος, συνελήφθη μαζί με την κόρη της και για πολλά χρόνια είχε μαρτυρική ζωή''. (hellasforce.com // ellhnografos blogspot.com)

5.Χιώτισσες ''Οι γυναίκες της Χίου, σύμφωνα με περιηγητές της εποχής, ήταν «ωραίες και αβρές», με «ευγενική συμπεριφορά, ιδιαίτερα απέναντι στους ξένους». «Πουθενά αλλού οι γυναίκες δεν απολαμβάνουν τόση ελευθερία κι ωστόσο καμιά κατάχρησή της δεν παρατηρείται. Εργάζονται και τραγουδάνε. Τα σκάνδαλα είναι σπάνια».

Οι σφαγές στο νησί (1822) εμπνέουν το Γάλλο ζωγράφο Ντελακρουά, που στο γνωστό του πίνακα αποτυπώνει όλη τη φρίκη αυτής της τραγωδίας. Από τους 100.000 κατοίκους στο νησί έμειναν λιγότεροι από 2000. «Χιλιάδες γυναίκες , κορίτσια κι αγόρια πουλιόνταν κάθε μέρα στο παζάρι. Πολλά από αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα αυτοκτόνησαν κατά τη μεταφορά. Βλέπεις γυναίκες να μη δέχονται τροφή, μ’ όλο που μαστιγώνονταν, για να πεθάνουν από την πείνα», ανέφερε ο Άγγλος πρόξενος στη Σμύρνη Francis'' (hellasforce.com // ellhnografos blogspot.com)

6. Σταυριάνα Σάββαινα(Γράφει η ''Ἑλληνίς'')

'' Μέ κάθε θυσία τό Βαλτέτσι πρέπει νά πέσει στά χέρια τῶν Ἑλλήνων, ν’ ἀνοιχθεῖ ὁ δρόμος γιά τήν κατάληψη τῆς Τριπολιτσᾶς. Οἱ δυσκολίες ἀνυπέρβλητες, οἱ ἐλλείψεις τεράστιες. Μόνο 2.300 Ἕλληνες μέ λιγοστά πολεμοφόδια ἀντιπαλαίουν μέ τόν πανίσχυρο Ὀθωμανό, πού διαθέτει ἄφθονα ὅπλα καί 12.000 τακτικό στρατό.
Ὀχυρωμένοι στά τέσσερα λιθόκτιστα ταμπούρια τους καί στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ ὁ Κυριακούλης Μαυρομιχάλης μέ χίλιους ἄνδρες καρτερεῖ τόν ἐχθρό. Καί νά, τά ξημερώματα τῆς 12ης Μαΐου 1821, κατευθύνεται ὁρμητικά πρός τό Βαλτέτσι τό τουρκικό πεζικό, ἱππικό καί πυροβολικό. Χωρισμένοι σέ πέντε φάλαγγες, κυκλώνουν τήν περιοχή.

Βάλλονται οἱ ἑλληνικοί προμαχῶνες ἀπό τά ἐχθρικά πυρά. Πῶς οἱ χθεσινοί ραγιάδες, πού «Τοῦρκον ἤκουαν καί ἔτρεμαν», κατά τόν ἱστορικό Σπ. Τρικούπη, μεταβλήθηκαν μέ μιᾶς σ’ ἀτρόμητα λιοντάρια; Πῶς παλεύουν ἐπιδέξια μέ τά στίφη τοῦ Κεχαγιάμπεη;

Μά κάτι ἀξιοπρόσεκτο τραβᾶ τό ἐνδιαφέρον καί συναρπάζει τή γραφίδα τοῦ ἱστορικοῦ. Μέσα σ’ ἐκεῖνο τό χαλασμό τῶν ἐκπυρσοκροτήσεων, στήν ἀντάρα τῆς μάχης ὅπου τά βόλια θερίζουν, μιά γυναικεία μορφή προβάλλει. Σάν ἐλάφι τρέχει ἀπό τό ἕνα ὀχυρό στό ἄλλο κι ἐνισχύει τούς Ἕλληνες μέ φυσίγγια καί πυρίτιδα.

Ἔκθαμβοι μένουν οἱ πολεμιστές ἀπό τό παράτολμο τῆς ἡρωίδας. «Μόνη ἐτόλμα συνεχῶς ἐξέρχεσθαι ἀπό τοῦ ἑνός εἰς τόν ἄλλον προμαχῶνα καί διανέμειν πυριτοβολάς, ὅπου ἡ ἀνάγκη ἐκάλει. Ἦν δέ αὕτη ἀναστήματος ὑψηλοῦ, ἐξαισίας γενναιοψυχίας…», ὑπογραμμίζει ὁ Ἰ. Φιλήμων. Τί κι ἄν καταφθάνουν ὡς ἀετοί ὁ «Γέρος τοῦ Μωριᾶ», ὁ Πλαπούτας, ὁ Κανέλλος μέ τά στρατεύματά τους;

Ὅλη τή νύχτα, κάτω ἀπό τό φεγγαρόφωτο, ἡ ριψοκίνδυνη γυναίκα τά δίνει ὅλα γιά τήν πατρίδα, γιά ἕνα λεύτερο Βαλτέτσι.
23 ὁλόκληρες ὧρες κράτησε ὁ ἐπίμονος ἀγώνας. Ντροπιασμένος ὁ Κεχαγιάμπεης ἀποχωρεῖ μέ τά λείψανα τοῦ στρατοῦ του. Ἠχοῦν θριαμβευτικά τά νικητήρια σαλπίσματα τῆς μάχης μέ τά βροντώδη λόγια τοῦ Θ. Κολοκοτρώνη:

«Ἕως ὅτου τό γένος μας στέκει, αἱ ἡμέραι τῆς νίκης τοῦ Βαλτετσίου θά δοξάζωνται, διότι ἦτο ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος». Καί παραγγέλλει νά νηστεύσουν ὅλοι τή νικηφόρα ἐκείνη μέρα -τήν Παρασκευή-, ἀναπέμποντας δοξολογίες κι εὐχαριστίες στόν Θεό, πού σπλαχνίσθηκε τό πολύπαθο γένος καί τοῦ χάρισε θρίαμβο λαμπρό.
Στ’ ἀλήθεια, ποιά νά ᾿ναι αὐτή ἡ λεβεντογυναίκα, πού προκάλεσε μέ τήν ἀξιοσύνη της κατάπληξη στούς μαχητές; Μιά χήρα Σπαρτιάτισσα εἶναι, ἡ Σταυριάνα Σάββαινα. Εἶχε παντρευτεῖ ἕνα ἐξαιρετικό παλληκάρι ἀπό τή Σπάρτη, πρόκριτο καί μέλος τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας, τόν Σάββα. Δυστυχῶς τόν ἔχασε πρόωρα. Μόλις ἄναψε ἡ Ἐπανάσταση κι ἔμελλε νά ὑλοποιήσει τά ὄνειρά του γιά τή λευτεριά τοῦ Ἔθνους, οἱ Ἀγαρηνοί τόν ἀπαγχόνισαν στό Μυστρᾶ.

Μά τό φαρμάκι τῆς χηρείας δέν καταβάλλει τίς δυνάμεις τῆς συντρόφου του. Ἡ Πατρίδα κινδυνεύει, ἔχει τήν ἀνάγκη της. Μιά τολμηρή ἰδέα στριφογυρίζει στό ἀνήσυχο μυαλό της: Θά πάρει στόν πόλεμο τή θέση τοῦ ἄνδρα της.
Δίχως ἄλλη καθυστέρηση ρίχνεται στήν ἐκτέλεση τοῦ σχεδίου της. Πνίγει τό μητρικό της φίλτρο, ἀναθέτοντας στήν ἀδελφή της τή φροντίδα τῶν ἀνήλικων παιδιῶν της. Δέν κατατρύχεται μέ ἄλλες ἐκκρεμότητες. Προέχει τό χάραμα τῆς λευτεριᾶς.

Μαζί μέ ἄλλες πατριώτισσες κατατάσσεται στό Σῶμα τοῦ φίλου τοῦ ἄνδρα της, τοῦ Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Ἀπό τότε, «ἄλλοτε στό βοηθητικό τμῆμα κι ἄλλοτε στό μάχιμο», δίνει δυναμικό τό «παρών» της σέ πολλές καί σκληρές μάχες. Σάν Ἀμαζόνα ρίχνεται στή φωτιά τοῦ πολέμου. Καί γράφει χρυσή ἱστορία στό Βαλτέτσι, στά Τρίκορφα, στήν Εὔβοια, στόν Πέτα, στή Βέργα τοῦ Ἁλμυροῦ.

Σάν ἄρχισε νά γλυκοχαράζει ἡ λευτεριά, κι ὁ Ἀγώνας κόπασε, ἡ Σταυριάνα ἀποστρατεύεται μέ τό βαθμό τοῦ ταγματάρχη.
Κι αὐτή τή μεγαλόψυχη γυναίκα, πού ἡ Ἐπανάσταση τῆς στοίχισε ἀκριβά, τό χαμό τοῦ συζύγου της, τή μακροχρόνια ἀπουσία ἀπό τά τρυφερά της βλαστάρια· αὐτή πού ἀψήφησε περιπέτειες καί κονταροχτυπήθηκε μέ τό θάνατο· αὐτή πού γιά χάρη τῆς Πατρίδας ἀπό ἀρχόντισσα ἔγινε φτωχή, τή συναντοῦμε στό Ναύπλιο σ’ ἕνα λιτό σπιτάκι ξεχασμένη, περιθωριοποιημένη.

Τώρα πού ἡ Ἑλλάδα ἀρχίζει νά ὀρθοποδεῖ καί νά βρίσκει τό ρυθμό της, ἡ πρόμαχος τῆς ἐλευθερίας δέν τιμᾶται ὅπως τῆς ἀξίζει. Κανένας δέν νοιάζεται νά τῆς χορηγηθεῖ μιά σύνταξη γιά τίς ὑπηρεσίες πού προσέφερε. Καί τήν ἔχει τόσο ἀνάγκη! Παρ’ ὅλο πού νιώθει κατάκοπη ἀπό τίς πολεμικές ἐπιχειρήσεις, ἀναγκάζεται νά σφίξει τίς δυνάμεις της καί νά ριχτεῖ στή δουλειά, γιά νά ἐξασφαλίσει λίγους πόρους.

Δίπλα στό σπίτι της λειτουργεῖ τό Γυμνάσιο τοῦ Ναυπλίου.

Πολλές φορές στά διαλείμματα ζωηροί μαθητές συνηθίζουν νά καταφεύγουν στή δική της αὐλή -πού τήν ἀποκαλοῦν συνθηματικά «Φωμεῖον»-, γιά νά καπνίσουν κρυφά. Λέγεται πώς, ὅταν ἡ Σταυριάνα συνελάμβανε κάποιον καπνιστή, «δέν ἐδίσταζε νά καταφέρῃ ἐπί τῆς ράχεώς του τήν ὀζώδη βακτηρίαν της», τό γεμάτο ρόζους μπαστούνι της.

Μέ νωπές ἀκόμη πάνω της τίς πληγές τοῦ πολέμου, ὅταν συνέρχεται στό Ἄργος τόν Αὔγουστο τοῦ 1829 ἡ Δ΄ Ἐθνοσυνέλευση, ζητᾶ μέ μία ἀναφορά της νά τῆς δοθεῖ κάποια σύνταξη. Πραγματικά, ὁ κυβερνήτης Ἰ. Καποδίστριας ἀνταποκρίνεται στό δίκαιο αἴτημά της. Δυστυχῶς, ἡ κυβέρνηση τοῦ Ὄθωνα διακόπτει τήν ἐνίσχυση.

Μές στήν πίκρα της, βάλσαμο τῆς εἶναι ἡ χρηματική βοήθεια πού μέ τή θέλησή τους τῆς προσφέρουν παλιοί συναγωνιστές. Χάρη στίς δικές της ἀκάματες προσπάθειες τά παιδιά της κατατάσσονται στό «Ὁπλοστάσιον», στό ἐργοστάσιο κατασκευῆς ὅπλων. Μπορεῖ φτωχά κι εὐτελῆ νά εἶναι τά ἔπιπλα τοῦ σπιτιοῦ της, ἀλλά στούς τοίχους λάμπουν κρεμασμένα τ’ ἀκριβά της στολίδια. Εἶναι τ’ ἀχώριστα ὅπλα της. Καί τί δέν ἀνασταίνουν στή μνήμη της ἀπό τό ἔνδοξο παρελθόν!

Πονοῦμε, ἀγαπημένη μας ἡρωίδα, διότι δέν σέ τιμήσαμε ὅπως σοῦ ταίριαζε. Σφίγγεται ἡ καρδιά μας, διότι δέν σοῦ χαρίσαμε ἀνέμελα γεράματα, ἀφοῦ ἀναγκαζόσουν ν’ ἀποκτᾶς τό ψωμί σου μέ τά ἔργα τῶν χειρῶν σου. Φαινόσουν ἐξωτερικά μιά σκελετωμένη γριούλα πού ἀργόσβηνε.

Ἀκτινοβολοῦσες ὅμως ὁλόκληρη, διότι ἤσουν στολισμένη μέ τό ἀμάραντο στεφάνι τῆς δόξας. Στό διάβα σου μηνοῦσες τ’ ἀστραφτερά σου παράσημα, τή λεβεντιά κι ἀνιδιοτέλειά σου, τή φιλοπατρία κι αὐταπάρνησή σου, τή φιλοπονία καί καρτερία σου!..''

7. Δόμνα Βισβίζη

''Μια από τις Θρακιώτισσες ηρωίδες γυναίκες που αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στον αγώνα για την απελευθέρωση του έθνους και προσέφερε και όλη την περιουσία της υπήρξε και η εξ Αίνου Ανατολικής Θράκης καταγόμενη Δόμνα Βισβίζη.

Αφιερώθηκε εις την Μεγάλη ιδέα της Φιλικής Εταιρείας, εις την οποία μυήθηκε μετά τον σύζυγό της Χατζηαντώνη Βισβίζη, ξόδεψε για τον αγώνα και τον τελευταίο οβολό της, δια τη συντήρηση του πλοίου της ως ετοιμοπόλεμου και μάχιμου και όταν δεν μπορούσε η ίδια να το συντηρήσει, το προσέφερε και αυτό στον αγώνα.

Η Δόμνα Βισβίζη γεννήθηκε στην Αίνοτο 1783. ήταν παντρεμένη με τον αγωνιστή Χατζη-Αντώνη Βισβίζη που ήταν μυημένος στην Φιλική Εταιρεία. Ο Βισβίζης διοικούσε το μπρίκι του την «Καλομοίρα» και συμμετείχε στην Ελληνική Επανάσταση .

Η Δόμνα και τα πέντε παιδιά τους τον ακολουθούσαν πάντα στις πολεμικές επιχειρήσεις Η Δόμνα Βισβίζη απέκτησε πολλές εμπειρίες και έτσι όταν σκοτώθηκε ο σύζυγος της συνέχισε με ανδρεία και ηρωισμό ως καπετάνισσα της «Καλομοίρας» διαθέτοντας όλη της την περιουσία για την συντήρηση του πλοίου.

Επί τρία χρόνια 1821-1823 πρόσφερε τις υπηρεσίες της σε όλα τα ελληνικά πελάγη . Το 1823 παραχώρησε το πλοίο στην ελληνική διοίκηση για να μετατραπεί σε πυρπολικό και αποσύρθηκε από την ενεργό δράση . Με την «Καλομοίρα» πυρπολήθηκε από τον Πιπίνο στον Τσεσμέ η τουρκική φρεγάτα στην οποία βρίσκονταν το θησαυροφυλάκιο του σουλτανικού στόλου.

Η Δόμνα έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής της στο Ναύπλιο , την Ύδρα και την Σύρο. Το τέλος της; Πέθανε εγκαταλειμμένη, πτωχή και λησμονημένη. Μέσα από μια σειρά εγγράφων, αποσπάσματα των οποίων παρατίθενται, διαπιστώνει κανείς την αγωνία της Θρακιώτισσας αγωνίστριας για την επιτυχία του αγώνα, την μεγάλη προσφορά της αλλά και την ολοσχερή εγκατάλειψη από τηνπολιτεία. (''Πηγή: Θεόδωρος Ορδουμποζάνης, Εθνολογικό Μουσείο Θράκης)

Την πολεμική δράση και τον ηρωισμό της θρυλικής Αινίτισσας Καπετάνισσας Δόμνας Βισβίζη εξύμνησε η λαϊκή μούσα :

Πουλάκι πόθεν έρχεσαι, πουλάκι για αποκρίσου,

Μην είδες και μην άκουσες για την κυρά Δομνίτσα,

Την όμορφη, τη δυνατή, την Αρχικαπετάνα.

Πούχει καράβι ατίμητο και πρώτο μες` τα πρώτα,

Καράβι γοργοτάξιδο, καράβι τιμημένο,

Καράβι που πολέμησε στης Ίμπρος το μπουγάζι.

Και το πουλάκι στάθηκε και το πουλάκι λέει:

Την είδα, την απάντησα σιμά στο Αγιονόρος,

Τρεις μέρες επολέμαγε με δυο χιλιάδες Τούρκος.

Καράβια εδώ, καράβια εκεί, καράβια παρά πέρα

Και τούτη σαν τον αετό ώρμαγε και χτυπούσε

Δεξιά, ζερβά και ανάστροφα κι όπου βολούσσε ακόμα.

Κι άκουγες βόγγους δυνατούς και στεναγμούς μεγάλους

Κι άκουγες κλάματα πικρά, κατάρες στην κατάρα

Κι οι θάλασσες κοκκίνησαν σαν φέσια των αγάδων. '' (e-evros.gr, 2016)

ΚΡΗΤΗ

[ Εκτός από τις Σουλιώτισσες, τις Ναουσαίες, τις Μακεδόνισσες και τις Μεσολογγίτισσες, οι Μανιάτισσες (όπως η Σταυριάνα Σάββαινα και η Πανωραία Βοζίκη) και οι Κρητικές επέδειξαν απαράμιλλη ανδρεία και ανέπτυξαν ηρωικό ήθος. Στην κρητική επανάσταση του 1866, και πιο συγκεκριμένα στην πολιορκία της Μονής Αρκαδίου.

8. Χαρίκλεια Δασκαλάκη, η ατρόμητη Κρητικιά (Μονή Αρκαδίου, 1864)

Η ηρωίδα ήταν κόρη, σύζυγος και μητέρα αγωνιστών. Ο σύζυγός της, Μιχαήλ Δασκαλάκης, ήταν απόγονος του Δασκαλογιάννη. Και οι τρεις γιοι της έπεσαν σε μάχες του 1866. Πρωταγωνίστησε στην πολιορκία του Αρκαδίου.

Οι οπλαρχηγοί που βρίσκονταν στην μονή, προεξάρχοντος του ηγούμενου Γαβριήλ και, όπως λένε μερικοί, με τη σύμφωνη γνώμη της Χαρίκλειας Δασκαλάκη, η οποία συμμετείχε στα συμβούλια, αποφάσισαν να αντιταχθούν στην επίθεση του Μουσταφά Πασά μέχρις εσχάτων.

Την 8η Νοεμβρίου ο Μουσταφάς μετέφερε από το Ρέθυμνο πυροβόλο μεγάλης ολκής, για να καταρρίψει τη σιδερένια πύλη της μονής. Άρχισε ο κανονιοβολισμός. Η Χαρίκλεια Δασκαλάκη, κλεισμένη σε ένα κελί με το γιο της Κωνσταντίνο και άλλους πολεμιστές, πολεμούσε ακατάβλητη και εμψύχωνε με το θάρρος της τους άλλους.

Τρεις φορές έτρεξε και αναστήλωσε τη σημαία του οπλαρχηγού γιου της, την οποία κατέρριπταν ο σφαίρες του εχθρού. Τέλος, την τέταρτη φορά, αφού έσπασε το κοντάρι, δίπλωσε τη σημαία, τη φίλησε και την έκρυψε στην αγκάλη της.

Ενώ η ηρωίδα πυροβολούσε αδιάκοπα τους εχθρούς, ξαφνικά εχθρική σφαίρα πληγώνει το γιο της. «Για τόσο μικρό πράγμα!», του λέει η Χαρίκλεια. Η φωνή της μητέρας δίνει δύναμη και ζωή στο γιο της. Σηκώνεται, παίρνει το όπλο του και αρχίζει πάλι να πυροβολεί. Τα φυσίγγιά τους εξαντλούνται.

Η Δασκαλάκη, με απίστευτη ψυχραιμία και θάρρος, ανοίγει την πόρτα του κελιού, τρέχει κάτω από χαλάζι σφαιρών προς το πτώμα Τούρκου στρατιώτη. Παίρνει τα φυσίγγιά του και επανέρχεται. Από τους 950 πολιορκημένους στη Μονή γύρω στους 100 μόνο σώθηκαν.

Η ηρωίδα Δασκαλάκη σώθηκε και επέζησε. Ενώ συνελήφθη μαζί με το γιο της, ο οποίος φονεύθηκε από τους Τούρκους , η Χαρίκλεια κατόρθωσε να διαφύγει. Μετά την επανάσταση εμφανίστηκε στην Αθήνα, έδωσε πολύτιμες πληροφορίες για την πολιορκία του Αρκαδίου και την αυτοθυσία των πολιορκημένων.

9. Οι Πελοποννήσιες στον Αγώνα του 1821

''Στις ένοπλες συγκρούσεις των οικογενειών, όταν καιροφυλακτούσαν οι “χωσίες” σε κάθε στενωσιά και πίσω από κάθε βράχο, για να σκοτώσουν τον αντίπαλο, οι γυναίκες κυκλοφορούσαν ελεύθερα και κανείς δεν σκεφτόταν να τις πειράξει. Όμως οι γυναίκες δεν έμεναν αμέτοχες στους αγώνες. Στο ημερολόγιο του Μανιάτη γιατρού Παπαδάκη είναι μεγάλος ο αριθμός των γυναικών με τραύματα από πέτρα, στιλέτο ή μπατολιά (πυροβολισμό).

Ένας περιηγητής είδε στην Καρδαμύλη τις κοπέλες να αγωνίζονται στο λιθάρι και τη σκοποβολή. Κάποιος άλλος έγραψε στο βιβλίο του, πως μια γυναίκα για να του κάνει επίδειξη της ικανότητάς της στη σκοποβολή, του πρότεινε να βάλει το καπέλο του σε απόσταση περίπου 130 μέτρων για να το τρυπήσει, μα αυτός δεν δέχθηκε.

Η Κωνσταντίνα Ζαχαριά άρπαξε τα όπλα , για να εκδικηθεί , και ύψωσε σημαία στην κατοικία της! Οι γυναίκες φλέγονται από τις διηγήσεις της και την ακολουθούν στην κοιλάδα της Σπάρτης , εκεί διακηρύσσει την αναγέννηση της Ελλάδος ηγουμένη πεντακοσίων χωρικών.

Αφού ανάγκασε τους Τούρκους να κλειστούν στο φρούριο του Μιστρά , ανέρχεται τη ροή του ποταμού Ευρώτα μέχρι το Λεοντάριο , όπου ανατρέπει την ημισέληνο των τεμένων και πυρπολεί τον οίκον του Βοεβόδα , ο οποίος πέφτει από τις βολές της...''

10. Οι γυναίκες της Φιλικής Εταιρείας

H Ελισάβετ Υψηλάντη, η μητέρα των Υψηλάντηδων, αποκαλούνταν «Πρωτομάνα των Φιλικών» έρχεται πρώτη να χρηματοδοτήσει τον αγώνα που προετοιμάζεται. Στις 16/2/1821 στο αρχοντικό της συγκεντρώνονται οι Φιλικοί για να αποφασίσουν την στιγμή της εξεγέρσεως. Η ηθική και υλική συμβολή της Υψηλάνταινας είναι τόση, που ο Αλέξανδρος (Υψηλάντης) συγκινημένος λέει στους άλλους εταίρους: «-Γράψτε στο τέλος της διακήρηξης «φιλώ το χέρι της μητρός μου».

Την Μαριγώ Ζαραφοπούλα, την χρησιμοποίησαν πολλές φορές για μεταφορά πολύτιμων εγγράφων. Έδωσε πολλές φορές λεπτά στην Εταιρία της Πόλης, πήρε μυστικά απ’ τους Τούρκους και τα 'φερε στους Φιλικούς, έσωσε πατριώτες απ’ την προδοσία του Ασημάκη και φυγάδεψε στελέχη του αγώνα σε στιγμές κινδύνου. Όπως βεβαιώνουν οι πατριώτες Π. Μαυρομιχάλης και Δημ. Ορλώφ Εφυλακίσθη και εξωρίσθη ως λαβούσα μέρος εις την Εταιρεία.

Η Ευφροσύνη Νέγρη, λέει η συγγραφέας Παρρέν: « Ειργάσθη, προς διάδοσιν των κυοφορουμένων τότε φιλελευθέρων ιδεών και η αίθουσα της απετέλει το κέντρον των μυστικών συναθροίσεων των μεμυημένων ομογενών. Υπό τας μυροβόλους ανθοδέσμας των πολυτελών δοχείων, εκρύβοντο τα εγχειρίδια* και τα όπλα, τα οποία κρυφά και μεταξύ δύο φιλοφρονήσεων μετεβιβάζοντο εις τους ήρωας, οίτινες υπό τοιούτων γυναικών ενεθαρρύνοντο εις την ευγενή και μεγάλην απόφασιν να πληρώσωσι με το αίμα τους την ελευθερία της χώρας των»]. (Xalkidiki Politiki, blog)

Κρινιώ Καλογερίδου (επιμέλεια), επετειακό αφιέρωμα