Ο θάνατος του Ρήγα («ΟΙ ΜΑΥΡΟΛΥΚΟΙ» απόσπασμα)
24/03/2019 21:30
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Ο θάνατος του Ρήγα («ΟΙ ΜΑΥΡΟΛΥΚΟΙ» απόσπασμα)

Του Θανάση Πετσάλη Διομήδη

‟ ... Την άλλη μέρα, στο σχολειό, ο δάσκαλος λέει στα παιδιά:

- Κι ήρθε η σειρά του Ρήγα να τον πνίξουν. Γονάτισε ο μπόγιας να του λύσει τα ποδάρια. Μα ο Ρήγας είχε χέρια σιδερένια. Σηκώνει τη γροθιά του και τη χτυπάει κατακέφαλα του Τούρκου. Πάει ο Τούρκος. Αναποδογύρισε μεμιάς κι έμεινε ανάσκελα.

Μπήξανε τις κατάρες οι άλλοι τουρκαλάδες και δεν κοτούσανε να τον ζυγώσουν. Τότες ο αγάς προστάζει να τον βάλουνε στο σημάδι. Την ώρα που τον σημαδεύανε, την ώρα που τραβούσαν, ο Ρήγας τους κοιτάει και λέει; ''Εγώ έσπειρα, θα 'ρθει ταχιά η ώρα...''

Τα λόγια τα πήρε ο άνεμος, όχι να τα σκορπίσει, μόνο τα πήγε σ' όλες τις γωνιές, σ' όλες τις άκρες. Σ' ένα νησί ήταν δυο παιδιά, που τα 'χε δέσει η αγάπη. Κάθε βράδυ σμίγανε έξω απ' το χωριό, κρυφά σ' ένα καλύβι. Όμως το βράδυ που πρωτόμαθαν για το χαμό του Ρήγα, δεν τολμήσανε ν' αγκαλιαστούν.

Η νύχτα ήταν γλυκιά, ξαστερωμένη. Ο γρύλλος ύφαινε το δίχτυ του στη σιγαλιά. Τα δυο παιδιά καθόντανε σε μια πεζούλα, μπρος στο καλύβι. Λέξη δε λέγανε. Κοιτούσαν το χωράφι που ήταν άδειο, κοιτούσαν τον ουρανό που ήταν άδειος, κοιτούσανε το πέλαγο, άδειο ήταν κι εκείνο. Και δεν λέγανε λέξη. Συλλογίζονταν αυτά που είχαν ακούσει στο χωριό.

Με τα σμπάρια τον ρίξανε χάμω (τον Ρήγα). Αυτός όμως πρόφτασε κι είπε στα τούρκικα: ''Έτσι διαβαίνουν τα παλικάρια. Εγώ έσπειρα το σπόρο...'' Κι έπεσε. Και τον σηκώσανε τέσσερις, γιατί ήτανε βαρύς, θεριό, και τον πήγανε αντίκρυ, στον όχτο ενός ποταμού και του 'δεσαν κοτρόνα στο λαιμό και τον βουλιάξανε...

Και μόνο τα χέρια τους έσμιξαν τα δυο παιδιά όλη τη νύχτα. Κι από την πέρα τη στεριά - ως τρία μίλια πέρα - αναβοσβήσανε κάτι φωτιές πολύ ψηλά, βουνό ήταν, και δεν ήξερες αν άστρα αναβοσβήνουνε ή φωτιές, ως τα χαράματα.

Τσομπαναραίοι να 'ταν; Τσομπαναραίοι δεν ήτανε... Μον' ήταν ο παπα-Δανιήλ, που έκανε ολονυχτία στον Προφήτη-Λια, στο Μοναστήρι... Οι γυναίκες στριμωχτήκανε μέσα στην εκκλησιά, οι άντρες στέκουνε κάτω απ' το κυπαρίσσι που φυλάει τη θύρα, κι από στόμα σε στόμα πέρασε ένας ψίθυρος:

- Τον πνίξανε με τα χέρια, στο λαρύγγι, το 'πε ο καπετάν Μακρής που 'ρθε από την Πόλη. Πριν να τον στραγγαλίσουν, λίγες στιγμές, τον ξαναρώτησε ο αγάς:

- Ποιους είχες συνωμότες;

Κι ο Ρήγας απάντησε:

- Όλο το Γένος!..

Φύσηξε ανάλαφρο αεράκι κι ανατρίχιασε το κυπαρίσσι. Μα ο αγέρας τράβηξε πέρα, δυνάμωσε, άπλωσε, αγκάλιασε τη θάλασσα με τα νησιά της, πήρε τους χτύπους όλων των καρδιών, έσμιξε τους καημούς, τις λαχτάρες όλης της Ρωμιοσύνης, και θεριεμένος, αβάσταγος, αντιβούιξε βαριά:

- Τον δεχτήκαμε το σπόρο!..

Έτσι απάντησε το Γένος στα λόγια του Ρήγα...”