Αλήθεια και μνήμη για την Κύπρο
20/07/2016 07:00
Tου Γεώργιου Λ. Κωνσταντόπουλου
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Αλήθεια και μνήμη για την Κύπρο

«Συμπληρώνονται 42 χρόνια από την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο». Κάθε καλοκαίρι επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά η ίδια πρόταση∙ συνηθίσαμε τάχα στην ιδέα να προσθέτουμε απλώς τα χρόνια; Ή είναι μήπως αυτό το είδος «παραμορφωτικής αρθρίτιδας που εξαιτίας μιας μακράς και συνεχούς τακτικής εκλαμβάνεται ως η μόνη φυσιολογική» όπως γράφει κάπου ο Ποιητής;

Το 1974 επισφράγισε το 1922: έκλεισε την ανοιχτή παρένθεση της καθοδικής πορείας του νεώτερου Ελληνισμού, της διάστικτης εθνικών συμφορών. Η εν σπαργάνοις Μεταπολίτευση όχι απλώς δεν απεκάθαρε την εθνική προδοσία της Χούντας αλλά κηλιδώθηκε η ίδια με το παιδοκτονικό άγος της Κύπρου. Το όνειδος της ένοχης σιωπής, της παρασιώπησης της αλήθειας, της μη απόδοσης ευθυνών και συνακόλουθα της ατιμωρησίας των υπευθύνων είναι ακόμη χαίνουσα εθνική πληγή.

Απαντήσεις στα ζέοντα ερωτήματα που στοιχειώνουν το μεταπολιτευτικό consensus με προεκτάσεις σε επιλογές στρατηγικού χαρακτήρα και εξωτερικής πολιτικής δύσκολα θα βρεθούν∙ η αίσθηση της συγκάλυψης ευθυνών κυριαρχεί δικαίως στο συλλογικό φαντασιακό. Κανείς δεν ξέρει πραγματικά ποιος έφταιξε και πόσο, ποτέ δεν θα μάθουμε τι πραγματικά συνέβη εκείνο το μακρινό καλοκαίρι του 1974, ποια η εμπλοκή και ο ρόλος του καθενός. Κανένα επίσημο πόρισμα για τον περιλάλητο «φάκελο της Κύπρου» που όλοι ομνύουν πως θα «ανοίξουν».

Είναι, όμως, ζήτημα εθνικής αυτοκατανόησης και στοιχειώδους σοβαρότητας∙ δεν μπορεί ο Ελληνισμός, να πορεύεται με μισές αλήθειες. Είναι ζήτημα, ακόμη, Δικαιοσύνης∙ έχουν απαράγραπτο και ιερό δικαίωμα οι συγγενείς να γνωρίζουν για ποιο λόγο τα παιδιά τους πολέμησαν ποτίζοντας και ψηλώνοντας με το αίμα τους το ελληνικό δένδρο της Ελευθερίας. Είναι ζήτημα, τέλος, καλλιέργειας∙ η στάση μας απέναντι στο Κυπριακό ιχνογραφεί την αντίληψή μας για τον σύνολο Ελληνισμό, πώς αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας στην Ιστορία και στον κόσμο. Δεν είμαστε μόνοι, «υπάρχει ένας κόσμος που μιλά ελληνικά, είναι ελληνικός», γράφει ο Γ. Σεφέρης.

Με ποια αλήθεια όμως εν τέλει θα διαφυλάξουμε την συλλογική μας μνήμη; Μια πλαδαρή και άνευρη μάζα που βαδίζει με δανεικά ιδανικά ξέπνοη οραμάτων όταν ξεχνά τους Ήρωες της, τα Σύμβολα και τους Αγώνες της είναι καταδικασμένη να γεύεται πικρές εθνικές καταστροφές μέχρι να ξεφτίσει εντελώς.

Υπάρχει όμως μια αλήθεια ατόφια που όχι μόνο δεν αμφισβητείται αλλά την ψηλαφεί ο καθένας. Είναι τα οστά των Ελλήνων, Ελλαδιτών και Κυπρίων, που είναι θαμμένα στην κυπριακή γη και κάθε τόσο επιστρέφουν στις πατρογονικές τους εστίες για να αναπαυθούν με τις προσήκουσες και νενομισμένες τιμές. Απτές, αδιάσειστες αποδείξεις ότι οι Έλληνες πολέμησαν παρά την εγκατάλειψη και την προδοσία, δεν άφησαν την Κύπρο να πέσει αμαχητί στα σκυλιά του Αττίλα. Ένας πόλεμος που δεν αναγνωρίστηκε ποτέ και οι ήρωες του παρέμειναν, χωρίς παράσημα, αφανείς∙ που οι πρωταγωνιστές του, όσοι ζουν ακόμα, λαθροβιούν σε μια Ελλάδα αγνωμονούσα.

Με τους ισλαμοφασίστες και τους κεμαλιστές, προγόνους των Ναζί που για να μην ξοδέψουν σφαίρες έθαβαν ζωντανούς τους Ελληνοκύπριους σε μαζικούς, ομαδικούς τάφους δεν διαπραγματεύεσαι. Η μη-λύση, εξαιρέσει του πολέμου, είναι η πιο έντιμη και αξιοπρεπής, που δεν σκυλεύει τις μνήμες των νεκρών μας, πεσόντων και χιλιάδων αγνοουμένων. Έχουμε χρέος ανεξόφλητο να μην ξεχάσουμε, να αντισταθούμε στη λήθη.

«Αν βουληθώ, αν βουληθώ/ να σ’ αρνηθώ/ να σ’ απολησμονήσω/ να μην εβρώ νερό να πιω/ μη ρούχο να φορήσω».