Τρίτο Μνημόνιο: Μια ταινία τρόμου με happy end;
16/10/2017 13:49
Του Παναγιώτη Γκλαβίνη*
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τρίτο Μνημόνιο: Μια ταινία τρόμου με happy end;

Το τρίτο Μνημόνιο είναι μια ταινία τρόμου που παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα όσοι ασχολούμαστε πιο συστηματικά με την εξέλιξη της κρίσης μας. Θα έχει, άραγε, happy end; Θα το θέλαμε. Τα πάντα εξαρτώνται από το τι θα κάνουν στο τέλος οι πρωταγωνιστές του έργου, που δεν είν’ άλλοι από τους εταίρους και τους δανειστές μας. Εντυπωσιάστηκα από τη συζήτηση που προκάλεσε το άρθρο «Πού το πάνε (και πώς και πότε)» του Θανάση Κ. στην ιστοσελίδα σας και γι’ αυτό ζήτησα την φιλοξενία σας.

Δυο πόρτες έχει η ζωή, άνοιξα μια και μπήκα, λέει το τραγούδι. Αυτό κάναμε κι εμείς το 2010 όταν ανοίξαμε την πόρτα των πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης για ν’ αντιμετωπίσουμε την κρίση μας. Αν αποτύχουν αυτές, ή δεν βρεθούν κυβερνήσεις που να μπορούν να τις συνεχίσουν, μοιραία θα πρέπει να δοκιμάσουμε και την άλλη πόρτα. Αυτήν της εξωτερικής υποτίμησης, η οποία θα πετύχει με απότομο και βίαιο τρόπο την προσαρμογή που δεν θα έχει πετύχει η εσωτερική. Το δυστυχές για μας θα είναι να περάσουμε και τις δυο δοκιμασίες.

Σπάω το κεφάλι μου κι εγώ, όπως ο αρθρογράφος σας Θανάσης Κ., για να καταλάβω πώς σκέφτονται οι δανειστές μας και τι επιδιώκουν. Νόμιζα ότι τους ήξερα καλά. Διαψεύστηκα;

Κατ’ αρχάς, εγώ δεν πιστεύω στο θέατρο που βλέπουμε καθημερινά να ανεβάζουν το ΔΝΤ από τη μια πλευρά του Ατλαντικού και οι Ευρωπαίοι εταίροι μας από την άλλη, πως τάχα διαφωνούν και μαλώνουν μεταξύ τους δημόσια, κάνοντας ιατρικό συμβούλιο πάνω από το κεφάλι μας υπό το φως των προβολέων, λέγοντας ο ένας το μακρύ του κι ο άλλος το κοντό του για την ασθένειά μας και την ενδεδειγμένη θεραπεία της.

Σε ένα ιατρικό συμβούλιο, ο ένας γιατρός λέει αυτό, ο άλλος εκείνο, στο τέλος, όμως, κάπου τα βρίσκουν, γιατί ο ασθενής (σε αντίθεση με αυτούς) είναι ένας και θα πρέπει να υποβληθεί σε μια (και μοναδική, δεν γίνεται αλλιώς) θεραπεία. Εδώ πέρα τι γίνεται; Σπάω το κεφάλι μου να κατανοήσω την στρατηγική της διαφοροποίησης που συστηματικά τηρεί το ΔΝΤ κατά τη διάρκεια του τρίτου Μνημονίου.

Αν θέλουν να μας σώσουν οι υπεύθυνοι του ΔΝΤ, εγώ να το καταλάβω ότι κάνουν άλλη διάγνωση για την ασθένειά μας κι έχουν άλλη άποψη για την θεραπεία μας από τους λιγότερο έμπειρους Ευρωπαίους γιατρούς μας. Κάποια στιγμή, όμως, όπως προανέφερα, αυτή η αντιπαράθεση, αν είναι πραγματική, θα λήξει. Αν πιστέψουμε ότι το ΔΝΤ είναι αποπολιτικοποιημένος γιατρός, ο οποίος το μόνο που ξέρει είναι να κάνει τη δουλειά του και τίποτε πέραν αυτού, οι δε Ευρωπαίοι ότι δεν είναι και τόσο αντικειμενικοί στην ιατρική τους, γιατί έχουν και πίσω σκέψεις που επηρεάζουν το πώς διαβάζουν τα νούμερά μας και τι θεραπεία μας επιβάλλουν, ανάλογα με τις εκλογές που γίνονται κάθε φορά στις χώρες τους, τότε ίσως με αυτό τον τρόπο να εξηγείται η διάσταση απόψεων.

Όχι, όμως, πειστικά. Γιατί η αντιπαράθεση αυτή δεν μπορεί να διεξάγεται ΔΗΜΟΣΙΑ. Δεν γίνεται. Στο κάτω-κάτω, αν δεν θέλουν να το λύσουν στο διοικητικό συμβούλιο του Ταμείου ή στο πλαίσιο του Eurogroup, έχουν και το G7. Έχουν, λοιπόν, τρόπο να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Σοβαροί άνθρωποι είναι, θα κλείνονταν σ’ ένα δωμάτιο και θα αποφάσιζαν. Θα γίνει αυτό για το καλό και του ασθενή και το δικό μας, τέλος. (Ακριβέστερα, για το καλύτερο, γιατί εδώ που φτάσαμε, καλές λύσεις δεν υπάρχουν για κανέναν. Όλοι θα πονέσουν. Κι εμείς και οι δανειστές μας. Χρυσός κανόνας, που ανακαλύφθηκε στο Ντωβίλ…)

Ο Θανάσης Κ. στην ανάλυσή του φτάνει ένα εκατοστό πριν από τη δική μου, που την έχω επανειλημμένα εκφράσει σε άλλα μέσα, σταθερά από τον Μάιο του 2016 και μετά, αμέσως μόλις διέρρευσε η πρόταση του ΔΝΤ για την αναδιάρθρωση του χρέους μας. Πλην όμως, την τελευταία στιγμή, ο Θανάσης Κ. στρίβει, όπως τα αμάξια στις ταινίες του James Dean πριν πέσουν στον γκρεμό. Γιατί αποκλείει τον γκρεμό ως προοπτική; Προβλέπει ότι οι εταίροι μας θα επιμείνουν σε πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης. Γιατί αποκλείει την εξωτερική υποτίμηση ως προτιμητέα γι’ αυτούς λύση; Γιατί αποκλείει το διπλό νόμισμα; Γιατί αποκλείει τότε το time out;

Λέει το Ταμείο: δεν ζητάμε νέα μέτρα. Το 2,2% πλεόνασμα θα το πιάσουν οι Έλληνες. Γιατρέ μου, 3,5% μας λένε οι Ευρωπαίοι συνάδελφοί σου ότι πρέπει να πιάσουμε στην εξέταση αίματος, όχι 2,2 που μας λες εσύ…

Πού αποσκοπεί το ΔΝΤ με το 2,2%; Μα σε μια ακόμη πιο γενναιόδωρη ελάφρυνση χρέους, που επιμόνως ζητά από τους Ευρωπαίους. Γιατί το κάνει αυτό το Ταμείο; Γιατί επιμένει όταν ξέρει ότι οι Ευρωπαίοι αδυνατούν να το δεχτούν για λόγους όχι μόνο πολιτικούς, αλλά κυρίως νομικούς: ίση μεταχείριση κρατών μελών του ESM από τη μια μεριά και αδυναμία μεταφοράς πόρων μεταξύ μελών της Ευρωζώνης από την άλλη.

Τα πολιτικά, οι γιατροί του ΔΝΤ μπορεί να μην τα καταλαβαίνουν. Γιατί αυτή είναι η εντολή που έχουν. Τα νομικά, όμως, δεν τα καταλαβαίνουν; Τους νομικούς περιορισμούς που αντιμετωπίζουν οι δανειστές μας, δεν τους καταλαβαίνουν;

Πώς δεν τους καταλαβαίνουν. Και πολύ καλά μάλιστα. Γιατί μ’ αυτούς έχουν να κάνουν κάθε φορά που σώζουν μια χώρα διαπραγματευόμενοι την άφεση του χρέους της στο Paris Club. Τι γίνεται εδώ πέρα, λοιπόν;

Δεν μπορεί να ελαφρυνθεί η αποπληρωμή του χρέους με τον τρόπο που το θέλει το ΔΝΤ γιατί αυτό απαγορεύεται από τις Συνθήκες, έχει δηλώσει ο Σόυμπλε. Η Ελλάδα είναι στην Ευρωζώνη.

Ο δε Ρέγκλινγκ πρόσφατα δήλωσε, όταν ρωτήθηκε τι θα γίνει με την Ελλάδα μετά το πέρας του τρίτου προγράμματος, ότι θα γίνει ό,τι έγινε και με τις άλλες χώρες που ήταν σε πρόγραμμα του ESM. Ίση μεταχείριση. Μη διάκριση του ESM απέναντι στην μεταχείριση των κρατών μελών του. Ο ESM αδυνατεί να ελαφρύνει το χρέος μιας χώρας χωρίς να το πράξει, υπό ίδιες ή όμοιες συνθήκες, στο μέλλον και για τις άλλες χώρες μέλη του.

Ο λαγός κύριος Λίντνερ, χαρισματικός ηγέτης των Φιλελευθέρων στη Γερμανία, ήρθε πρόσφατα να ολοκληρώσει την μισοτελειωμένη φράση του κ. Σόυμπλε. Η Ελλάδα, είπε ο κ. Σόυμπλε, δεν μπορεί να λάβει την ελάφρυνση του χρέους που επιθυμεί το ΔΝΤ, επειδή είναι στην Ευρωζώνη. Εάν βγει από την Ευρωζώνη, τότε μπορεί να την λάβει, συμπλήρωσε ο Λίντνερ.

Ρέγκλινγκ και Βίζερ κάνανε πρόσφατα λόγο για καθαρή έξοδο της Ελλάδας στις αγορές τον Αύγουστο του 2018 ως την μόνη δυνατή λύση που συζητούν, επειδή τα κράτη μέλη είναι κουρασμένα και δεν διατίθενται να συζητήσουν ούτε για ECCL. Τι θα γίνει, όμως, χωρίς ECCL;

Ή θα βγούμε, λοιπόν, στις αγορές, επιτυγχάνοντας πλεόνασμα 3,5% για να τις πείσουμε στοιχειωδώς για την βιωσιμότητα του χρέους μας, χωρίς όμως να λάβουμε νέα μέτρα, που μοιραία θα ανακόψουν την ανάκαμψη, ή τι;

Όποιοι πιστεύουν στο πρώτο, να σηκώσουν το χέρι! Εγώ ελπίζω στην ECCL, πλην όμως φοβάμαι το time out, ακόμη κι αν συνοδευτεί με γενναία αναδιάρθρωση του χρέους μας.

Και θα τελειώσω μ’ αυτό:

Γέλασα πολύ τις μέρες που ήταν εδώ ο κ. Ντάισελμπλουμ από τις αντιδράσεις πολλών που βρήκαν τις δηλώσεις του προκλητικές. Απορώ. Κανείς δεν τον κατάλαβε πώς αισθανόταν επανερχόμενος στον τόπο του εγκλήματος; Τι άγρια χαρά ένιωσε, σε τι πελάγη γενναιοψυχίας κολύμπησε –νικητής πλέον– συστήνοντας στον κ. Τσακαλώτο να ανεβάσει και το πορτραίτο του Γιάνη δίπλα στις φωτογραφίες όσων διετέλεσαν ΥΠΟΙΚ; Ποιος δεν θα ένιωθε το ίδιο στη θέση του! Αυτός πλέον συνομιλούσε με την ιστορία του εδώ που βρέθηκε. Το εγκώμιο που έπλεξε, λοιπόν, στον κ. Τσίπρα, ήταν κι αυτό ένα μέρος της άγριας ικανοποίησης που εξέφρασε.

Αλλά όχι μόνον. Περιείχε κι ένα ξεκάθαρο μήνυμα. Τι μας είπε; Ότι χρειαζόμαστε «πολιτική σταθερότητα». Σε ποιον το είπε αυτό; Στην αντιπολίτευση; Μα αυτή, δεν μπορεί να προκαλέσει εκλογές. Στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας το είπε; Ούτε αυτός μπορεί. Ποιος μένει, λοιπόν, ως αποδέκτης του μηνύματός του; Μα ο κ. Τσίπρας, βεβαίως. Γι’ αυτόν το είπε. Διότι, αυτός μόνο μπορεί να … δραπετεύσει.

«Δεν θα πας πουθενά», του λέει ο Ντάισελμπλουμ. Μαζί κάναμε την συμφωνία τον Ιούλιο του ’15. Σου είπαμε τότε, δεν σε βγάζουμε, πάρε ένα ακόμη Μνημόνιο και γύρνα πίσω το ’18. Αν πετύχεις, θα σου στρώσουμε χαλί. Αν αποτύχεις, ο Θεός να μας φυλάει. Μαζί, όμως, θα το τελειώσουμε αυτό.

Θα ήθελα, λοιπόν, να συμφωνήσω με τον Θανάση Κ. στην κατάληξη του άρθρου του. Πλην όμως, είμαι πιο απαισιόδοξος από αυτόν σε σχέση με την λύση που απεργάζονται για μας οι εταίροι μας για την μετά-Μνημόνιο εποχή. Δεν θα μας ζητήσουν να απολύσουμε 80.000 δημοσίους υπαλλήλους. Άλλα θα μας ζητήσουν. Και θέλουν να τα ζητήσουν από (και να τα διαπραγματευτούν με) την ίδια κυβέρνηση, με την οποία συμφώνησαν να μας δώσουν λίγο χρόνο ακόμη (και μαζί και κάμποσα δις) τον Ιούλιο του 2015.

Στην ανάλυση αυτή καταλήγω και από έναν άλλο δρόμο, θεσμικό αυτή τη φορά. Αυτόν της νέας Ευρωζώνης που σχεδιάζει ο γαλλογερμανικός άξονας. Δεν υπάρχει νομικός στον κόσμο ολόκληρο, από τον οποίο να ζητηθεί να φτιάξει μια check list για το τι κατά τη γνώμη του θα πρέπει ν’ αλλάξει στην παλιά Ευρωζώνη, που να μην προτείνει πρώτο στη λίστα το withdrawal.

Ποια Κυβέρνηση θα υπογράψει κάτι τέτοιο;

Όποια θα είναι τότε επάνω, κακά τα ψέματα. Οι εταίροι μας θα προτιμούσαν να είναι ετούτοι εδώ, γιατί μ’ αυτούς κάνανε την συμφωνία τον Ιούλιο του 2015. Ο Κυριάκος δεν τους βολεύει για πολλούς λόγους, που δεν είναι του παρόντος, οι οποίοι εξηγούν, όμως, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον, γιατί στηρίζουν τόσο πολύ ετούτους εδώ.

Μακάρι να διαψευσθώ. Εμείς θα πρέπει να τους διαψεύσουμε. Και η διάψευση περνάει μέσα από τρία βήματα: εκλογές εδώ και τώρα, αυτοδυναμία του Κυριάκου και ECCL.

* Ο κ. Παναγιώτης Γκλαβίνης είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. και υπηρέτησε στο νομικό γραφείο του Λουκά Παπαδήμου όταν ήταν Πρωθυπουργός.