Το βαπόρι από την Ανατολία και άλλες ιστορίες
18/04/2016 07:30
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Το βαπόρι από την Ανατολία και άλλες ιστορίες

Σήμερα θα σας διηγηθούμε μια φανταστική ιστορία. Όπως γράφουν και κάτω από τις ταινίες «πρόσωπα και καταστάσεις δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα». Είναι μια ιστορία από τα βάθη της Ανατολίας, με ναυτικούς, καραβοκύρηδες, αστυνομικούς και κλέφτες αλλά κυρίως με μια βαθιά και ανιδιοτελή αγάπη για τον άνθρωπο.

Το παραμύθι ξεκινά από μια χώρα μακρινή στην οποία υπήρχε ένα εργοστάσιο σοκολάτας, σαν κι εκείνο στη γνωστή ταινία με τον Τζόνι Ντεπ. Οι σοκολάτες του ήταν εκπληκτικές, δεν υπήρχαν στον κόσμο πουθενά καλύτερες. Μαύρες, «άσπρες» σοκολάτες σε όλα τα μεγέθη και τα σχήματα. Στην Ευρώπη δεν είχαν δει ποτέ τέτοιες σοκολάτες οι οποίες όμως είχαν ένα μόνο κακό. Όποιος έτρωγε πολλές από αυτές πάθαινε κάτι. Λες και ήταν ψεκασμένος. Στον δικό του κόσμο ένα πράμα και ίσως γι’ αυτό να τις προτιμούσε ο κόσμος. Διότι μια σοκολάτα «άσπρη» μπορούσε να σε ανεβάσει στα ουράνια.

Η χώρα αυτή δεν επέτρεπε να εξαχθούν οι σοκολάτες, όμως, υπήρχαν πολλοί πρόθυμοι καραβοκύρηδες να πάρουν με τα παπόρια τους το πολύτιμο υλικό και να το ρίξουν στην αγορά της Ευρώπης τσακίζοντας όλους τους ανταγωνιστές. Μια ωραία πρωία λοιπόν το καράβι γέμισε κρυφά με τις όμορφα συσκευασμένες σοκολάτες και πήρε το δρόμο δια θαλάσσης για να βρει πρόθυμα παιδάκια να δοκιμάσουν την παραδεισένια γεύση.

Σε μια μικρή χώρα που δεν φημίζεται για την προστασία των συνόρων της, κοινώς είναι ξέφραγο αμπέλι, το καράβι έκανε μια στάση για ανεφοδιασμό. Ποτέ δεν περίμενε ο καραβοκύρης ότι θα τρέξουν τα σκυλιά να μυρίσουν τις πάνγευστες σοκολάτες. Κι όμως, ένα κακό σκυλί πήρε το μήνυμα και ο άθλιος έτρεξε να το πει στους άλλους ότι το καράβι από την Ανατολία με το πολύτιμο υλικό ήταν σ’ αυτή τη χώρα που όλα είναι παράνομα και κανείς δεν ασχολείται.

Μπορεί κάποιος μακρινός ανταγωνιστής, ένα εργοστάσιο σοκολάτας στη μακρινή χώρα των Ινδιάνων να κάρφωσε το παπόρι διότι πώς θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τέτοιο εξαίσιο προϊόν.

Πάνε λοιπόν τα σκυλιά, συλλαμβάνουν τους σοκολατοποιούς, κυνηγάνε τους εισαγωγείς, βάζουν φυλακή τους εργαζόμενους στο εργοστάσιο και ξεκινούν να μάθουν ποιος ήταν αυτός που πήρε τόσες πολλές σοκολάτες από τη μακρινή Ανατολία. Έψαξαν στην Κρήτη, πήγαν στην Κύπρο, έφτασαν μέχρι το λιμάνι του Πειραιά μπας και βρουν το λιχούδικο παιδί που ήθελε όλες τις σοκολάτες δικές του. Πουθενά, άφαντος ο τολμηρός νεανίας που θα γέμιζε με σοκολάτες την Ευρώπη και θα είχε και για μια ολόκληρη ζωή τα δικά του γλυκίσματα. Τον έψαξαν στα γήπεδα γιατί ήξεραν ότι είναι φανατικός της μπάλας, τον αναζήτησαν σε ταβέρνες, πήγαν μέχρι και στα οινοποιεία που βγάζουν ένα αγαπημένο κρητικό κρασί, μοναδική γεύση στα Χανιά, το οποίο και λάτρευε. Πουθενά ο νεαρός.

Στο μεταξύ, εντελώς ξαφνικά οι ναύτες του καραβιού που μετέφερε τις λιχουδιές άρχισαν να παθαίνουν διάφορα. Ο ένας έπαθε αμνησία, ο άλλος είχε… εντερικά, ο τρίτος γαστρεντερίτιδα, όλοι τους πάθανε ζημιά. Λέτε να έφαγαν πολλές σοκολάτες στο ταξίδι; Λέτε το φορτίο να χάλασε και να ήταν ακατάλληλο προς χρήση; Μήπως ζαλίστηκαν από τη φουρτούνα; Η ουσία είναι ότι οι σοκολατοποιοί και οι πωλητές της λιχουδιάς είχαν πολλά… ατυχήματα.

Το πολύτιμο φορτίο συνεχίζει να αναζητά τον ιδιοκτήτη του, το καράβι σαπίζει στο λιμάνι περιμένοντας πότε θα ξαναγίνει το νούμερο One. Και όσοι έφαγαν τις σοκολάτες έχουν να το λένε ότι ο καλός νέος που ακόμη αναζητείται θα είχε κάνει εξαιρετικές πωλήσεις αν αυτοί οι κακοί ανταγωνιστές δεν τον σταματούσαν. Έτσι είναι όμως το εμπόριο, ο ένας θέλει να βγάλει το μάτι του άλλου.

Η ιστορία τελειώνει στο 90ο λεπτό, με το εργοστάσιο σοκολάτας στην Ανατολία να συνεχίζει να παράγει τις εκπληκτικές λιχουδιές και το άλλο εργοστάσιο στην αντίπερα όχθη να μην ανησυχεί ότι θα του κλέψει την αγορά ο αντίπαλος.

Το κακό είναι ότι κάποιοι παράφαγαν και δεν μπόρεσαν να χωνέψουν τις σοκολάτες και τώρα μετράνε τα ραδίκια ανάποδα, αλλά έτσι είναι η ζωή. Άλλοι τρώνε και γλυκαίνονται, άλλο τρώνε και πικραίνονται.

Το τροφαντό αγόρι με τις σοκολάτες όμως δεν την πάτησε εύκολα. Έβαλε τους φίλους του να δοκιμάσουν πρώτα, τους «χρύσωσε» βγάζοντάς τους από την αφάνεια κι αυτοί τον προστατεύουν από τις κακοτοπιές.

Ήταν μια ωραία γλυκιά ιστορία με αίσιο τέλος για όλους.