Τί είναι και τί θέλει η Νέα Δημοκρατία;
26/01/2018 13:24
Του Μέντορος
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τί είναι και τί θέλει η Νέα Δημοκρατία;

Το ερώτημα σήμερα δεν αφορά προφανώς το καταστατικό και την θεωρητική τοποθέτηση της Νέας Δημοκρατίας σαν κεντροδεξιού κόμματος με ιδεολογία τον κοινωνικό φιλελευθερισμό αλλά τον καθημερινό πολιτικό αγώνα και την πραγματική κοινωνιολογική θέση της.

Η συντηρητική δεξιά παράταξη υποτίθεται ότι υποστηρίζει με σαφήνεια τον καπιταλισμό ή αν θέλετε την οικονομία της ελεύθερης αγοράς δηλαδή συντάσσεται ξεκάθαρα με τα συμφέροντα της ντόπιας άρχουσας τάξης (κατόχων κεφαλαίων, κεφαλαιοκρατών) και αυτά προσπαθεί να προωθήσει, εξυπηρετήσει με κάποιες πινελιές πραγματικής ή επίπλαστης κοινωνικής ευαισθησίας για τις πιο ευάλωτες οικονομικά ομάδες. Το γενικότερο δε πλαίσιο αναφοράς είναι η ενεργή συμμετοχή της χώρας στην Βορειοατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ) και στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή αν θέλετε πιο απλά η πλήρης (ή με μερικά σκιρτήματα ) υποταγή και ευθυγράμμιση στις γενικές πολιτικές κατευθύνσεις που ορίζονται από τις κυρίαρχες ελίτ του αμερικανικού και ευρωπαϊκού κεφαλαίου.

Στην Ελλάδα σήμερα η Νέα Δημοκρατία ντρέπεται στην ουσία να εκφράσει ξεκάθαρα την παραπάνω θέση και έχει εμπλακεί σε μια σκιαμαχία με τον σημερινό εκπρόσωπο του λαϊκισμού τον ΣΥΡΙΖΑ, που συνεχίζει το έργο των προκατόχων του ΠΑΣΟΚ, για το ποιος είναι πιο κατάλληλος να κυβερνήσει. Το ποιος θα κυβερνήσει είναι πρακτικά αδιάφορο για την πλειοψηφία των ελλήνων ψηφοφόρων γιατί αυτό που τους απασχολεί και καθορίζει τελικά την ψήφο τους είναι η πολιτική που θα εφαρμόσει το επόμενο κόμμα και ποια επίδραση θα έχει στην οικονομική τους κατάσταση, στην τσέπη τους.

Αυτό είναι λοιπόν το καθοριστικό ζήτημα που πρέπει να ξεκαθαρίσει η Νέα Δημοκρατία αν θέλει να σχηματοποιήσει και να εκφράσει το όραμα της δεξιάς για την χώρα και ταυτόχρονα να (απο)δείξει γιατί αυτό θα είναι ελκυστικό και για ευρύτερες μάζες του πληθυσμού πέρα από την άρχουσα τάξη που θα συμπορευθούν μαζί της γιατί θα έχουν πειστεί ή θα ελπίζουν ότι αυτό θα είναι και προς το δικό τους συμφέρον.

Για να γίνει αποτελεσματική και κυρίως πειστική πρέπει να κινηθεί ιδεολογικά σε δύο μονοπάτια κάτι που μέχρι τώρα δεν το έχει καταφέρει. Το ένα είναι αυτό που κυριαρχεί μέχρι σήμερα και απευθύνεται με όρους παλαιοκομματικούς στον λαό υπερτονίζοντας τον εθνικισμό, την συμπόρευση με την ορθόδοξη εκκλησία και την υποστήριξη του θεσμού της οικογένειας. Σε έναν κόσμο που αλλάζει κάθε λεπτό, που το παιχνίδι έχει γίνει παγκόσμιο και οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας το τρίπτυχο «ΠΑΤΡΙΣ, ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ» μοιάζει και είναι απελπιστικά παρωχημένο.

Ο πατριωτισμός πρέπει να αναδειχτεί σαν αγάπη προς την πατρίδα και όχι σαν μίσος προς τους άλλους λαούς και τις δικές τους πατρίδες. Το κράτος πρέπει να διαχωριστεί επιτέλους από την εκκλησία και ο σεβασμός στην θρησκευτική ελευθερία και την ορθόδοξη παράδοση της πλειοψηφίας να μην συγχέεται με ανάρμοστες ταυτίσεις και επικίνδυνους φανατισμούς. Η στήριξη τέλος της οικογένειας είναι κυρίως αποτέλεσμα της κοινωνικής, οικονομικής και μορφωτικής εξέλιξης και γίνεται με την διαμόρφωση κατάλληλων πλαισίων και θεσμών και όχι με την προτυποποίηση μοντέλων οικογενειών, αντιγράφων καθυστερημένων μορφών κοινωνικής οργάνωσης που σε μεγάλο βαθμό τα ξεπερνάει και τα αποδομεί ο ίδιος ο σύγχρονος τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας της οικονομίας.

Το άλλο μονοπάτι που δεν το έχει σχεδόν καθόλου περπατήσει η παράταξη είναι η αλληλεπίδραση της με την λεγόμενη άρχουσα τάξη, με τους πλούσιους και ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες της ελληνικής κοινωνίας. Πέρα λοιπόν από τις γενικές κατευθύνσεις περί μείωσης της φορολογίας, μείωσης του κράτους και του δημόσιου τομέα, απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών και που αφορούν κυρίως το κράτος και την μάζα των πολιτών, του λαού ντε, πρέπει μέσα από συνεργασία, διάλογο αλλά και επιβολή να ξεκαθαριστούν και οι δικές τους ευθύνες (των ισχυρών).

Η ελληνική άρχουσα τάξη των ισχυρών πρέπει να αποδείξει τον ηγετικό αλλά και κοινωνικά ωφέλιμο ρόλο της με την στάση της στις νέες επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα, στο να πάψει να έχει σαν μοντέλο τον κρατικοδίαιτο καπιταλισμό με τις δημόσιες προμήθειες και τα δημόσια έργα, με την εγκατάλειψη της διαφθοράς και της συναλλαγής με την κρατική και κομματική γραφειοκρατία και την αναπαραγωγή του πελατειακού κράτους από την δική τους μεριά. Αυτές τις δυνάμεις (αν υπάρχουν) πρέπει να ακούσει, να εκφράσει και να καθοδηγήσει μια σύγχρονη φιλελεύθερη δεξιά παράταξη και να πείσει και την πλειοψηφία των πολιτών ότι η αξιοκρατία, το δημιουργικό επιχειρείν, το θεμιτό κέρδος, η ανάπτυξη τελικά θα έρθουν από ένα ιδιωτικό τομέα που προσπαθεί, δημιουργεί και εργάζεται.

Μέντωρ