Οι δυναστικοί γόνοι και η πολιτική ηγεμονία
07/06/2019 11:00
Του Διογένη​​
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Οι δυναστικοί γόνοι και η πολιτική ηγεμονία

Η υπερβολική ενασχόληση του δημόσιου λόγου με την αποπομπή Βενιζέλου από το ΚινΑλ αποδεικνύει ότι πρόκειται περί τεκτονικής εξέλιξης που επηρεάζει συνολικά τη χώρα.

Ο κ. Βενιζέλος φαίνεται να έχασε μια κρίσιμη μάχη απέναντι στον εσωκομματικό εχθρό του, Γ. Παπανδρέου, που φρόντισε εξαρχής να θέσει υπό τον μερικό αλλά αποτελεσματικό του πολιτικό έλεγχο την κα. Γεννηματά.

Όμως ο κ. Βενιζέλος δεν έχασε τη μάχη τώρα. Την έχασε όταν δέχθηκε να φορτωθεί τον Ιούνιο 2011 όλες τις αμαρτίες της σχεδόν διετούς διακυβέρνησης ΓΑΠ και να γίνει ο Υπουργός Οικονομικών που θα λάμβανε τα σκληρότερα μέτρα στη μεταπολεμική οικονομική ιστορία.

Κατέληξε έτσι να επιβάλει «το χαράτσι της ΔΕΗ» (ή «χαράτσι Βενιζέλου» – κι ας έχει δίκιο ο ίδιος ότι αυτό μας κράτησε στο ευρώ), τη σφαγή των μικροομολογιούχων μέσω PSI, τη σκληρότερη κάθε προηγούμενης περικοπή μισθών και συντάξεων και, εν γένει, την υλοποίηση της σήμερα λησμονημένης πολιτικής «εσωτερικής υποτίμησης», που ξένοι χαρτογιακάδες με τη σαδιστική συγκατάβαση του ΓΑΠ και της πολιτικής του φιλοσοφίας αποφάσισαν για την Ελλάδα. Πολιτικής εξωφρενικής, στη λογική «αν δεν φτωχύνετε δραστικά, δεν θα... πλουτίσετε» και ενώ η ήδη ενεργούμενη ισχυρή περικοπή δημοσίων δαπανών θα έφερνε φυσικό εξορθολογισμό του κόστους εργασίας στο σύνολο της οικονομίας.

Νωρίτερα, ο κ. Βενιζέλος είχε πέσει στην παγίδα που έστησε ο «χαζός», τάχα, ΓΑΠ στο πολιτικό σύστημα: Αποδεχόμενος τα Μνημόνια – δηλαδή την ξένη κηδεμονία – ως δήθεν «αναγκαία» εξέλιξη τον Απρίλιο-Μάιο του 2010, ο κ. Βενιζέλος δεσμεύθηκε αυτόματα στην υπηρέτηση της πολιτικής ΓΑΠ, μιας πολιτικής που οδηγούσε όχι μόνον στην υπαγωγή στο πρώτο Μνημόνιο, αλλά και στην αποτυχία του: Ήταν μια πολιτική συνειδητού χαντακώματος της χώρας σε όλα τα επίπεδα με άλλοθι αφενός τη «σωτηρία» της, αφετέρου τους «προηγούμενους».

Χαντακώματος που στηριζόταν όμως παράλληλα στα συλλογικά μας υπαρξιακά συμπλέγματα κατωτερότητας. Έτσι, η πολιτική αυτή υποστηρίχθηκε αρχικώς από απροσδόκητα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης και του πολιτικού συστήματος, που συν τοις άλλοις μπέρδευαν την υπαρκτή αναγκαιότητα δημοσιονομικής προσαρμογής με την απολύτως μη υπαρκτή αναγκαιότητα της δήλωσης χρεωκοπίας του Καστελόριζου και της ξένης κηδεμονίας.

Όταν λοιπόν ο κ. Βενιζέλος λέει ότι η παράταξη του σήκωσε δυσανάλογα μεγάλο μέρος της ευθύνης στο πλαίσιο των Μνημονίων, αυτό είναι ορθό μόνον για τον εαυτό του: Δεν ευθυνόταν ο ίδιος για την επιλογή της υπαγωγής στα Μνημόνια και την πολιτική εσωτερικής υποτίμησης – ο ίδιος άλλωστε ορθώς δήλωνε στις 4 Μαρτίου 2013, ότι, εάν ήταν αυτός αρχηγός του ΠΑΣΟΚ από το 2007, η ιστορία της χώρας θα ήταν διαφορετική. Ευθυνόταν πλήρως όμως η παράταξή του, προσωποποιούμενη από τον τότε αρχηγό της. Ο ΓΑΠ μας οδήγησε στα Μνημόνια, ο ΓΑΠ έφερε τη χώρα στο αδιέξοδο του Ιουνίου 2011, ο ΓΑΠ αποφάσισε το PSI (αφού πρώτα, για ξεκάρφωμα, τάχα «καυγάδισε» δημόσια με τη Μέρκελ στο Ντωβίλ αφορίζοντάς το), ο ΓΑΠ προκάλεσε τις επιπλέον περικοπές του δεύτερου Μνημονίου. Δεν θα ήταν αναγκαίο το δεύτερο Μνημόνιο χωρίς το πρώτο, εάν η χώρα μετά τις εκλογές του 2009 είχε ακολουθήσει ένα σύνηθες (έστω και σκληρότερο από τα προηγούμενα) πρόγραμμα μείωσης του ελλείμματος.

Αποτελεί ιστορική ειρωνεία, ο κ. Βενιζέλος να είναι μισητό πρόσωπο για πολλούς εξαιτίας ακριβώς των πολιτικών που επιδέξια του φόρτωσε ο δυναστικός γόνος. Ο οποίος, δια της κ. Γεννηματά, πέτυχε και τον αποκεφαλισμό του υπό ευλογοφανή προσχήματα, τα οποία ερείδονται ακριβώς στις αντιπάθειες που ο κ. Βενιζέλος προκάλεσε, υπηρετώντας την πολιτική ΓΑΠ.

Παρά ταύτα, ο κ. Βενιζέλος είναι αυτός που θα γελάσει τελευταίος, αν κρίνουμε από το πώς εξελίχθηκε η παγίδευση του κυβερνητικού του εταίρου, Αντ. Σαμαρά, από τον δυναστικό γόνο της δικής του παράταξης.

Εδώ πρέπει να λυθεί καταρχάς μια μεγάλη ιστορική παρεξήγηση. Πολλοί θεωρούν ότι, επιρρίπτοντας στον ΓΑΠ την αποκλειστική ευθύνη για την υπαγωγή στα Μνημόνια, τάχα «ευνοείται ο Καραμανλής». Ασχέτως του ότι αυτό αποτελεί επιχείρημα σκοπιμότητας που δεν συνάδει με την αναζήτηση της αλήθειας, η δήθεν «ευνόηση» καταρρίπτεται από το ότι ο ίδιος ο Καραμανλής έγινε αντιμνημονιακός μόλις πριν τις εκλογές του Μαΐου 2012. Μέχρι τότε άφηνε να εννοηθεί με τον γνωστό, ευχερώς διαψεύσιμο τρόπο του, ότι τάχα το πρώτο Μνημόνιο ήταν «αναγκαίο κακό». Σχετική δήλωση (βλ. κ. εδώ) έγινε μάλιστα ενώπιον πολυάριθμου ιδιωτικού ακροατηρίου την παραμονή των αυτοδιοικητικών εκλογών του Νοεμβρίου 2010.

Γιατί όμως ο Καραμανλής υποστήριζε μέχρι τις αρχές του 2012 αυτή τη φαινομενικά αυτοκτονική για τον ίδιο ερμηνεία και «θυμήθηκε» την ευνοϊκή για τον ίδιο εκδοχή μόλις παραμονές των εκλογών Μαΐου 2012; Πολύ απλά διότι υπονόμευε διαρκώς τον διάδοχό του στη ΝΔ, Αντ. Σαμαρά: Όσο ο Σαμαράς επέκρινε την υπαγωγή στο πρώτο Μνημόνιο, ο Καραμανλής το υποστήριζε υπογείως. Μόλις άλλαξε αντίστροφα στάση υπέρ των Μνημονίων ο Σαμαράς, συναινώντας στην κυβέρνηση Παπαδήμου και υπερψηφίζοντας το δεύτερο Μνημόνιο, τότε θυμήθηκε ο Καραμανλής ότι το πρώτο Μνημόνιο δεν ήταν αναγκαίο.

Ενδιαμέσως, από το Φεβρουάριο 2012 και την οριστική στροφή Σαμαρά μέχρι τον Μάιο του 2012, η ελληνική κοινωνία ριζοσπαστικοποιήθηκε κι άλλο, το πηγαίο αντιμνημονιακό κίνημα που αυθόρμητα είχε δημιουργηθεί στο ανώνυμο διαδίκτυο έχασε τον μόνο αστό ηγέτη στον οποίο μπορούσε να ελπίζει, ο δε Σαμαράς, φορτωνόμενος τις αμαρτίες ΓΑΠ, περιορίστηκε στο ταπεινωτικό εκλογικό 18,8%. Ούτε στην πλευρά των μνημονιακών είχε φίλους ο Σαμαράς, διότι αυτοί θεωρούσαν τα «Ζάππεια» κάτι σαν το μετέπειτα «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης», ασχέτως εάν ουδείς τα είχε διαβάσει και αυτά εντέλει απεδείχθησαν το (καθόλου λαϊκιστικό) κυβερνητικό πρόγραμμα που εφήρμοσε ως πρωθυπουργός.

Παρά την επιτυχία της, η πολιτική Σαμαρά δεν πρόλαβε να φέρει πολιτικά αποτελέσματα. Υπονομευόμενος από τον δυναστικό γόνο της παράταξής του, οδηγήθηκε τελικά σε παραίτηση λίγο προτού δρέψει τους καρπούς των αντιφάσεων της πολιτικής Τσίπρα.

Παπανδρέου και Καραμανλής, αν και φαινομενικά «αντίπαλοι» στη διαμάχη των ευθυνών για το πρώτο Μνημόνιο, συνέκλιναν με παράδοξη ομοθυμία στη στήριξη του τυχοδιωκτικά αντιμνημονιακού και τυχοδιωκτικά μνημονιακού Τσίπρα, αποδεικνύοντας τόσο τον αμοραλισμό τους, όσο και το εσφαλμένο της προσωποληψίας περί την επίρριψη ευθυνών για το πρώτο Μνημόνιο.

Ατυχώς όμως για τον Καραμανλή, ο αποκεφαλισμός Σαμαρά τού γύρισε μπούμερανγκ. Η σχεδόν ευθεία στήριξη Τσίπρα από τον ανεκδιήγητο Μεϊμαράκη, που με τη σειρά του στήριζε ο Καραμανλής, εξέθεσε τον τελευταίο τόσο, ώστε να χάσει το κόμμα μέσα από τα χέρια του. Ο Μητσοτάκης κέρδισε το κόμμα όχι μόνον διοικητικά, αλλά πρωτίστως πολιτικά. Η ΝΔ γιγαντώνεται διακείμενη πια εχθρικά στην κρατικιστική παρακαταθήκη του καραμανλισμού. Ο δε αποκεφαλισθείς Σαμαράς κατέστη ταχέως, από πλέον συκοφαντημένος, σε πλέον δικαιωμένος εν ζωή διατελέσας πρωθυπουργός.

Το ίδιο θα συμβεί και με τον κ. Βενιζέλο. Μπορεί σήμερα ο δυναστικός γόνος της παράταξής του να τρίβει θριαμβευτής τα χέρια του, όμως η ζωή θα δικαιώσει τον Βενιζέλο ακόμη ηχηρότερα και ακόμη ταχύτερα από ό,τι δικαίωσε τον Σαμαρά.

Ο ίδιος ο λαός θα δώσει τη δική του απάντηση. Ακόμη και εάν αργεί να κατανοήσει την αλήθεια, στο τέλος την κατανοεί.

Η πολιτική ηγεμονία στη χώρα ανήκε πάντοτε σε αυτόν που ο λαός, ασχέτως ωφελιμιστικού αποτελέσματος, αισθανόταν εγγύτερα σε πολιτικές απεξάρτησης από την ξένη κηδεμονία. Από τις εκλογές του 1920, μέχρι την αντίθεση στο ρητά σοβιετοκίνητο ΚΚΕ του 1944-49 και από την ελέω Κυπριακού ισοπεδωτική λαϊκή υποστήριξη του (γέρου) Γεωργίου Παπανδρέου και από το ΠΑΣΟΚ της εθνικής ανεξαρτησίας του 1970-1980, μέχρι το Αντιμνημόνιο του 2010-2012, το (έστω και φιάσκο) δημοψήφισμα του 2015 και τις Πρέσπες του 2018-19, ο λαός υποστηρίζει πάντοτε αυτόν που αισθάνεται ότι δεν υπηρετεί τα ξένα συμφέροντα που κάνουν κουμάντο στη χώρα από τότε που αποτύχαμε να απελευθερωθούμε μόνοι μας και χρειαστήκαμε τη ναυμαχία του Ναυαρίνου.

Οι κ.κ. Σαμαράς και Βενιζέλος βρέθηκαν στη σωστή πλευρά της ιστορίας από την ώρα που σχημάτισαν τη συγκυβέρνηση του 2012-2015. Ενώ φαινομενικά «υπηρέτησαν τα Μνημόνια», στην πραγματικότητα ήταν ακριβώς αυτοί που απεξάρτησαν τη χώρα από την ξένη κηδεμονία, ασχέτως εάν δεν πρόλαβαν τότε να θερίσουν το αντίστοιχο πολιτικό όφελος. Ήδη αυτό κατανοείται από όλο και περισσότερους συμπολίτες μας.

Όσο και εάν ο τυφλός μανιχαϊσμός του Αντιμνημονίου κρατάει έως σήμερα πολλούς εγκλωβισμένους σε μίσος κατά των «Σαμαροβενιζέλων», οι δύο αυτοί πολιτικοί είναι σήμερα οι μόνοι που, απαλλαγμένοι από ενεστώσες ή δυνητικές κυβερνητικές ευθύνες, μπορούν να προσωποποιήσουν το συγκλονιστικό μήνυμα που στέλνει ο διαχρονικός Μίκης:

«Είσαι Έλληνας! Αυτό που ήσουν κάποτε – θα γίνεις ξανά».

Εναπόκειται ιδίως στον πολιτικά απείρως ευφυέστερο κ. Βενιζέλο να ξεφύγει, έστω και καθυστερημένα, από τις παγίδες στις οποίες τον έριξε ο αθόρυβα και φαινομενικά αφελώς κουτοπόνηρος ΓΑΠ. Κυρίως από τη στήριξη στην άθλια σαδομαζοχιστική πολιτική εθνικού αυτοχαντακώματος της περιόδου 2010-2011, από την οποία ακριβώς η συγκυβέρνηση που φέρει (και) το όνομα Βενιζέλου απελευθέρωσε εντέλει τη χώρα.