Ωδή στον Πόντο
20/05/2018 14:24
Του Πολύκαρπου Αδαμίδη​​
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Ωδή στον Πόντο

Η 19η Μαΐου είναι ημέρα μνήμης. Και τιμής. Για τα 353.000 θύματα της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Γενοκτονίας που διέπραξαν οι Τούρκοι του Κεμάλ. Οι λεγόμενοι νεωτεριστές και οπαδοί του ‘κοσμικού κράτους’, που μέσα στην αβυσαλλέα δίψα τους για εξουσία και πλιάτσικο, με απίστευτο κυνισμό, βαρβαρότητα και χυδαιότητα εξαφάνισαν κάθε μειονότητα και ιδίως τους κραταιούς Έλληνες του Πόντου, που είχαν στα χέρια τους το εμπόριο, τον πολιτισμό και την οικονομία.

Συνεπικουρούμενοι αν όχι καθοδηγούμενοι στο ανοσιούργημά τους αυτό από τον Γερμανό στρατιωτικό τους σύμβουλο, Φον Σάνδερς, που στη συνέχεια του απονεμήθηκε και ο τίτλος του Πασά. Σε αναγνώριση προφανώς της συνδρομής του στις γενοκτόνες θηριωδίες. Ειρωνική απεικόνιση και επιβεβαίωση του ‘κώδικα αξιών’, που τα έθνη των ‘τιμητών’ και ‘τιμωμένων’ έχουν.

Οι Έλληνες του Πόντου, που με συνέπεια και συνέχεια αιώνων, διαφύλαξαν την Ελληνικότητά τους, βοηθούμενοι και από τη μορφολογία της χώρας και της φύσει απομόνωσής τους από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, χαρακτηρίστηκαν μεταξύ άλλων και τραντέλληνες (τριάντα φορές Έλληνες).

Όσοι επιβίωσαν από τη γενοκτονία ήρθαν πρόσφυγες και ρακένδυτοι στην Ελληνική ηπειρωτική χώρα. Και ‘μπόλιασαν’ με τον αγώνα τους, την εργατικότητά τους, τις εμπειρίες τους και τον πολιτισμό τους το νεώτερο Ελληνικό κράτος. Του οποίου αποτελούν συστατικό στοιχείο και ιδρυτική παράμετρο. Σε περιοχές μάλιστα της Βόρειας Ελλάδα, ήταν αυτοί που θωράκισαν την Ελληνικότητά της και μετέτρεψαν έναν χέρσο και καθημαγμένο τόπο σε σιτοβολόνα και δύναμη ανάπτυξης της χώρας.

Σε μια λιγότερη γνωστή συνιστώσα της πορείας του Ποντιακού Ελληνισμού, που δεν ηχεί ευχάριστα, είναι αναγκαίο να τονισθεί ότι οι συνθήκες υποδοχής δεν ήταν θετικές. Τουναντίον μάλιστα. Από την αρχική ατιμωτική καραντίνα μέχρι την εν συνεχεία δυσπιστία όλων αυτών που διψούσαν για λάφυρα από τα όσα εγκατέλειψαν οι Τούρκοι με την ανταλλαγή του πληθυσμού, οι Έλληνες του Πόντου άντεξαν.

Την εχθρική αντιμετώπιση, που σε μεγάλο βαθμό στερούσε ακόμα και την πρόσβαση στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού, τη μετέτρεψαν σε σεβασμό. Και την ειρωνική αντιμετώπιση εθίμων και γλώσσας, την ανέδειξαν σε καύχημα. Που συναρπάζει και εμπνέει. Και αποτελεί παρακαταθήκη πως το δυναμικό, αν όχι το δυναμικότερο, αυτό τμήμα του Ελληνισμού, στέκει φρουρός τιμής στη μνήμη όλων αυτών που ‘έπεσαν επειδή ήταν Έλληνες’ και φοβερός θεματοφύλακας απέναντι σε κάθε επιβουλέα της Πατρίδας.