Η «βαθιά δεξιά στροφή» της Ευρώπης
08/07/2018 08:20
Του Πολύκαρπου Αδαμίδη
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Η «βαθιά δεξιά στροφή» της Ευρώπης

Η αποστροφή και αδιαφορία των πολιτών για την πολιτική και τα κοινά, τείνει να γίνει κοινός τόπος αναφοράς για τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ιδίως σε σχέση με τους νεότερους σε ηλικία ψηφοφόρους και ειδικά σε ότι αφορά τις Ευρωεκλογές, τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς και όργανα. Υπάρχει μια τάση παραίτησης, που σε μεγάλο βαθμό τη συντηρεί και την ενισχύει, η βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι στο τέλος της ημέρας η φωνή του απλού πολίτη και ψηφοφόρου δεν ακούγεται. Ακόμα περισσότερο όταν έχει να κάνει με τις μακρινές Βρυξέλλες.

Η έλλειψη στόχου και πολιτικού κινήτρου ήταν σε μεγάλο βαθμό ο κανόνας που δικαιολογούσε την αποχή και την αδιαφορία. Ένα κενό που ευφυώς, κάποιοι ακτιβιστές έσπευσαν να καλύψουν μέσα από τις ομάδες πολιτών σε πρώτο χρόνο. Αναδείχθηκε έτσι το φαινόμενο των ηχηρών, αν όχι θορυβωδών, μειοψηφιών. ‘Των Ενώσεων Πολιτών’. Για τους πιο υποψιασμένους, ήταν μια συνέχεια των πρώιμων εκδηλώσεων του ‘ειρηνιστικού κινήματος΄ των δεκαετιών του 70 και 80. Που με τη σειρά του αποδεικνύεται με την πάροδο των δεκαετιών , πως ενισχύθηκε, αν δε δημιουργήθηκε και κατευθύνθηκε από τις σοβιετικές υπηρεσίες πληροφοριών και τους δορυφόρους τους, στο πλαίσιο μιας ψυχολογικής επιχείρησης αποπροσανατολισμού και υπονόμευσης της δυτικής κοινής γνώμης.

Το πρόπλασμα ωστόσο των ενεργών μειοψηφιών, αποτέλεσε γόνιμο προηγούμενο για τη δράση πάσης φύσεως ακτιβιστών, που πέρα από αμφίβολα κίνητρα και σημεία εκκίνησης, επηρέασαν δυσανάλογα την ατζέντα των Κοινοτικών Οργανισμών. Εκ των πραγμάτων μάλιστα υπονόμευσαν το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα, μέσα από τις νεφελώδεις επαγγελίες για μεταναστευτικές πολιτικές και τον ισχυρό κλονισμό, αν όχι την κατάργηση του Σέγκεν. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Σε συνδυασμό με την οικονομική ύφεση, την αύξηση της εγκληματικότητας, την έξαρση της τρομοκρατίας, το κραυγαλέο κενό ασφάλειας και τις δημαγωγικές κορώνες που βρήκαν γόνιμο έδαφος, οδήγησαν στη ριζική αλλαγή του Ευρωπαϊκού εκλογικού χάρτη.

Πρώτο μεγάλο θύμα η λεγόμενη Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία, που ούτως ή άλλως αντιμετώπιζε εγγενή κρίση ταυτότητας. Τα παραδείγματα της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Ολλανδίας, είναι αντιπροσωπευτικά. Αλλά και τα Χριστιανοδημοκρατικά κόμματα δε μένουν αλώβητα. Παλεύουν πραγματικά με τη διάχυτη αίσθηση ότι κινούνται στη σωστή κατεύθυνση της πολιτικής ιστορίας, χωρίς ωστόσο να δίνουν δραστικές απαντήσεις στις ριζικές αλλαγές. Με σημαντικότερη αυτή που αφορά την ασφάλεια. Έναντι πραγματικών ή και σκόπιμα υπερτονισμένων κινδύνων. Είναι το σημείο στο οποίο η ‘σκληρή δεξιά’ επενδύει, κεφαλαιοποιεί και μεγιστοποιεί τα κέρδη της. Και το οποίο τα μετριοπαθή σχήματα των Μακρονίστας δεν μπορούν πειστικά να εκφράσουν. Ειδικά μάλιστα σε βάθος χρόνου. Ο περιπτώσεις της Ιταλίας, της Αυστρίας, της Ολλανδίας, της Πολωνίας, της Ουγγαρίας αλλά και της Γαλλίας, όπου πέραν της Λεπέν και ο ηγέτης της παραδοσιακής Δεξιάς υιοθετεί ολοένα και σκληρότερες θέσεις, αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες. Και προοιωνίζονται θεαματικές αλλαγές και στις επικείμενες Ευρωεκλογές και τη σύνθεση των οργάνων που εν πολλοίς θα διαχειριστούν τις τύχες του Ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί και στην Ισπανία, που η χλιαρή συνένωση των δυνάμεων που στηρίζουν τη μειοψηφική κυβέρνηση των Σοσιαλιστών και που περιλαμβάνουν ακόμα και τους δηλωμένους αποσχιστές, ενδέχεται να ριζοσπαστικοποιήσουν τη συντηρητική παράταξη. Σε μια χώρα που δεν μπορεί να παραγνωρίζεται το φρανκικό της παρελθόν και τα αντίστοιχα αντανακλαστικά.

Η προσδοκία και η επιθυμία για την υιοθέτηση σκληρών πολιτικών ασφάλειας, σε κάθε πιθανή τους έκφανση, αποτελούν κινητήρια δύναμη για τη βαθιά δεξιά στροφή της Ευρώπης. Φαίνεται να αποτελούν και το αναγκαίο κίνητρο για τη συμμετοχή στα κοινά και τις εκλογικές διαδικασίες. Κάτι που όλες οι δυνάμεις της ‘πολιτικής κανονικότητας’ δηλώνουν ότι επιθυμούν και εύχονται. Μόνο που και στην πολιτική ισχύει ο κανόνας ότι πρέπει κανείς να προσέχει τι εύχεται.