Η αποτυχία της εξωτερικής πολιτικής στο Σκοπιανό
22/10/2018 11:00
Του Πολύκαρπου Αδαμίδη​​
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Η αποτυχία της εξωτερικής πολιτικής στο Σκοπιανό

Γίνεται συχνά σύγχυση μεταξύ της πολιτικής ηγεσίας, που έχει την ευθύνη για τη χάραξη και τη λήψη αποφάσεων επί της εξωτερικής πολιτικής και της υπηρεσίας, των στελεχών δηλαδή του Διπλωματικού Σώματος, που θα αναλάβουν να την υλοποιήσουν. Και να παράσχουν, ως κορυφαίο κομμάτι των υποχρεώσεών τους, την πληρέστερη πληροφόρηση και την εγκυρότερη ανάλυση, για να διευκολύνουν τον εκάστοτε Υπουργό και τον Πρωθυπουργό στη λήψη των αποφάσεών τους. Ούτε ‘ιδιοκτήτες’ είναι της πολιτικής, δη της εξωτερικής, ούτε του Υπουργείου. Απλά πράγματα. Κάθε απόκλιση είναι δηλωτική σκοπιμότητας ή ανικανότητας, ή και τα δύο. Πάντως για καλό δε γίνεται.

Στην περίπτωση του Σκοπιανού κινδυνεύουμε να υποστούμε, σε βάθος χρόνου, σοβαρή ήττα και να απεμπολήσουμε εθνικά δίκαια, λόγω ακριβώς της απουσίας πολιτικής. Καλής ή κακής. Που θα έδινε όλα αυτά τα χρόνια τη δυνατότητα προσαρμογών και διαπραγμάτευσης, εφόσον υπήρχε ξεκάθαρη, ή στο τέλος τέλος μια κάποια στόχευση.

Με την κατάρρευση του Ανατολικού Συνασπισμού, την επανένωση της Γερμανίας, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, η Ελληνική εξωτερική πολιτική κλήθηκε να διαχειριστεί την αδράνεια δεκαετιών στο σκοπιανό. Μια αδράνεια που επέτρεψε, ανεξαρτήτως σκοπιμοτήτων ή προτεραιοτήτων, στον Τίτο, να δώσει σάρκα και οστά στον στυγνό προπαγανδισμό και μυθοπλασία του περί δήθεν ύπαρξης Μακεδονίας και Μακεδόνων, άλλων πλην της Ελλάδας και των Ελλήνων.

Η πρώτη, άμεση και ορθή αντίδραση της χώρας μας, με συντριπτική πολιτική υποστήριξη, ήταν να μην αναγνωρίσουμε οποιοδήποτε κράτος με το όνομα Μακεδονία, ή τον όρο αυτό στην ονομασία του. Κι ενώ για την εποχή της ήταν η ενδεδειγμένη σε πρώτο χρόνο αντίδραση, ήταν φανερό ότι δεν αρκούσε. Λέγεται ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, με βαθύτατη πολιτική εμπειρία, το είχε συνειδητοποιήσει, για αυτό και ήθελε το θέμα να τύχει διαχείρισης, μεταξύ των όμορων με τα Σκόπια, κρατών. Κάποιοι κάνανε λόγο τότε για σενάρια διαμελισμού και διαμοιρασμού του νεότευκτου κρατικού μορφώματος. Πέρα από την ορθότητα της σκέψης, συνιστούσε έναν πολιτικό σχεδιασμό και έκφανση πολιτικής. Που με τη σειρά της θα μπορούσε να είναι βάση διαπραγμάτευσης και προσαρμογής των ενδιαφερομένων, σε ‘γήινα’ δεδομένα.

Έκτοτε καμία σκέψη ή πολιτική δεν σχεδιάστηκε ή υλοποιήθηκε. Και ακολούθησαν μοιραία και νομοτελειακά οι αναγνωρίσεις από δεκάδες κρατών της Διεθνούς Κοινότητας. Με τους Σκοπιανούς ευρισκόμενους στην ασφάλεια, ότι ολοένα και κάτι θα κέρδιζαν, ανέξοδα και χωρίς κίνδυνο για την κρατική τους υπόσταση. Και τη δική μας πλευρά μακάρια, να βλέπει τον χρόνο να περνά. Και να αμύνεται. Και μόνο. Ως γνωστό όμως με τη διαρκή άμυνα, ποτέ δεν κερδίζεις. Και κάποια στιγμή ο αντίπαλος θα πετύχει τον σκοπό του.

Ακόμα και αυτή τούτη η- με την εις άτοπο επαγωγή- πολιτική του βέτο ως προς την ένταξη των Σκοπίων σε ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση, εγκαταλήφθηκε ως ατελέσφορη. Χωρίς καμία εξήγηση, πόσο μάλλον πειστική. Ακόμα και το λεγόμενο ‘πλάνο Β’ είναι μια κίνηση στη σωστή κατεύθυνση. Που ήρθε όμως αργά. Αφού ‘είχανε πέσει’ οι υπογραφές στις Πρέσπες. Κάτι σαν τα σχέδια για Μικρασιατική Αυτοάμυνα και αυτονομία το 1922, που οι Κεμαλικοί τα απέρριψαν γιατί είχαν ήδη πάρει το ‘πάνω χέρι’.

Εμφανίζεται έτσι επιτακτική η ανάγκη να χαραχθεί πολιτική με στόχευση και συνέχεια έναντι των Σκοπίων. Που δεν μπορεί να ξεκινά έχοντας ως δεδομένο την ακεραιότητά τους. Που στο κάτω κάτω της γραφής, πρέπει να αποτελεί δική τους μέριμνα. Και όχι δικό μας δώρο. Που διόλου το εκτίμησαν.