Φωτο: ΑΠΕ - ΜΠΕ
Φωτο: ΑΠΕ - ΜΠΕ
21/03/2020 16:00
Του Σόλοικου
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Εγώ θα πάω στο Μπέργκαμο

Είναι μια πόλη εκατόν είκοσι χιλιάδων ανθρώπων σαράντα χιλιόμετρα από το Μιλάνο.

Μια πανέμορφη πόλη σαν ζωγραφιά στη Βόρεια Ιταλία.

Όπως ζωγραφιά σαν τους πινάκες της Αναγέννησης είναι όλη η Ιταλία.

Με την λεπτή φινέτσα, την όπερα, την ομορφιά και τον πολιτισμό της.

Η κοσμοκράτειρα των θαλασσών και της τέχνης μέσα στους αιώνες.

Ήταν γεμάτο ζωή το Μπέργκαμο.

Οι αμυγδαλιές με την άνοιξη είχαν ανθίσει.

Και οι άνθρωποι ερωτεύονταν και ονειρεύονταν.

Όπως ονειρεύονται όλοι οι άνθρωποι ακόμα και αν δεν μπορούν να αγαπήσουν.

Τα μαγαζιά γέμιζαν κόσμο, νιάτα και ομορφιά τα βράδια.

Και η πόλη γελούσε και γλεντούσε τη ζωή ανυποψίαστη.

Αλλά πάντα τα μεγάλα κακά έρχονται από εκεί που δεν τα περιμένουμε.

Σε μια εβδομάδα μια φρίκη τύλιξε με ένα δίχτυ θανάτου την πόλη.

Ο κορονοϊός αόρατος με τον αέρα, έστειλε τους ανθρώπους στα νοσοκομεία, που γέμισαν ασφυκτικά.

Οι άνθρωποι πέθαιναν αβοήθητοι, χωρίς να δουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα δίπλα τους.

Σαν αποσυνάγωγοι μιας ζωής, που τη θέρισε ο θάνατος.

Χωρίς καμιά ευθύνη τους, χωρίς μια τελευταία αγκαλιά αποχαιρετισμού.

Χωρίς δάκρυα απ’ αυτούς που τους αγαπούσαν και τους έχασαν.

Η ζωή που έγινε ένας αριθμός στο σύνολο των θανάτων που ανακοινώνονται για όσους την έχασαν από τον φονικό λοιμό.

Τέτοια κατάρα που δεν περιμέναν κανένα να τους κλάψει, γιατί κινδύνευαν και αυτοί να γίνουν θύματα του αόρατου εχθρού, που ύπουλα σκορπίζει το θάνατο.

Αυτοί που έφυγαν έπρεπε να περιμένουν λίγο για να ζήσουν.

Αλλά κανένας δεν τους το είπε. Και χάθηκαν άδικα.

Την άλλη εβδομάδα όμως ο λοιμός θα έχει φύγει.

Ο ήλιος θα ανατείλει και θα λάμπει πάνω από το Μπέργκαμο.

Οι άνθρωποι θα ερωτεύονται και για χρόνια δεν θα μπορούν να ονειρεύονται ώσπου να κλείσουν οι πληγές τους.

Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι και δεν πρόλαβε να πάει στο Μπέργκαμο.

Που θα μετράει για χρόνια τις πληγές του.

Όταν θα περάσει το κακό, εγώ θα πάω στο Μπέργκαμο.

Για να δω στους δρόμους τους νέους αγκαλιασμένους, να τραγουδούν στη ζωή και τα πλακόστρωτα δρομάκια του να γεμίζουν φωνές από μικρά παιδιά.