Έγκλημα χωρίς τιμωρία και αναπάντητα γιατί
19/09/2016 18:00
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Έγκλημα χωρίς τιμωρία και αναπάντητα γιατί

Μόνο συγκίνηση και οργή προκαλούν τα όσα κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης για το έγκλημα της Μαρφίν. Πάνω από έξι χρόνια έχουν περάσει από εκείνη τη μαύρη ημέρα του Μαΐου του 2010. Τότε που οι μπαχαλάκηδες έκαψαν την Αθήνα, έκαψαν και τέσσερα άτομα, μαζί με το αγέννητο παιδί της αδικοχαμένης υπαλλήλου της τράπεζας.

Πέρασε τόσος καιρός και κανείς δεν μπόρεσε να βρει τους υπαίτιους. Τόσα χρόνια και η δημοκρατική Ελλάδα με το ισχυρό δικαστικό σύστημα δεν έχει καταφέρει να φέρει στο φως τους κουκουλοφόρους. Ένα έγκλημα χωρίς τιμωρία και αναπάντητα γιατί.

Ποιοι είναι αυτοί που έκαψαν τα αθώα παιδιά; Ποιοι τους καλύπτουν τόσα χρόνια; Υπάρχουν σχέσεις τους με την σημερινή κυβέρνηση ή με το κράτος των Εξαρχείων που έχει ουκ ολίγες φορές προστατευτεί;

Κάποιος πρέπει να απαντήσει, κάποιος πρέπει να τιμωρηθεί για να βρουν δικαίωση οι νεκροί και να ησυχάσουν οι συγγενείς τους. Αλλά και κάτι ακόμη, για την ελληνική κοινωνία. Μια διαδήλωση οργής δεν δικαιούνταν αυτοί οι νεκροί στη Μαρφίν; Γιατί μόνο για τον Παύλο Φύσσα τιμή και δόξα;

Διαβάστε τις συγκλονιστικές μαρτυρίες:

Μία συνάδελφος φώναξε “είμαστε άνθρωποι μέσα” μήπως δεν το είχαν καταλάβει. Ακούγαμε απέξω “κάψτε τους” αλλά δεν μπορούσα να ασχοληθώ να δω ποιος το είπε».

Ο υπάλληλος της Μαρφίν, Γιώργος Στρατογιαννάκης, όπως κατέθεσε, ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που είδε την Αγγελική Παπαθανασοπούλου και τον Επαμεινώνδα Τσάκαλη. «Έμπαινε ο καπνός στο γραφείο του Νώντα. Προσπαθούσε να βρει κάποιον στο τηλέφωνο, μάλλον για να δει τί πρέπει να κάνουμε για να προστατευτούμε. Η Αγγελική ήταν δίπλα του, γιατί ήξερε ο Νώντας την κατάστασή της και ήθελε να τη βοηθήσει. Τους είπα να φύγουμε, να βρούμε τους άλλους. Έβαλα το σακάκι μου στη μύτη και κρατούσα με το άλλο χέρι την κουπαστή. Κατέβηκα στον άλλο όροφο. Αυτή η τελευταία επαφή που είχα...τον Νώντα τον βρήκαν στα σκαλιά, δεν τον έφτασε η ανάσα του και έπαθε ασφυξία…η Αγγελική δεν είχε κουνηθεί καθόλου από το γραφείο. Μέρες μετά είδα το αποτύπωμα του σώματός της, των χεριών της, στο πάτωμα. Εκείνη την ημέρα, 21 άτομα βγήκαμε ζωντανοί. Τρεις άλλοι, όχι».

Ο μάρτυρας κατέθεσε πως προσπάθησε να κατέβει στο ισόγειο για να σβήσει τη φωτιά, αλλά βρήκε «φλόγες που έγλειφαν τον χώρο και ανέβηκα πάνω». Είπε επίσης, πως στον δεύτερο όροφο, στο μπαλκόνι «ήταν δύο συνάδελφοι, και μου είπαν “αυτοί έρχονται και πετάνε κι άλλο”. Έσκυψα και είδα κάποιον στο σημείο που είχε σπάσει η τζαμαρία, που κρατούσε κάνιστρο και κάτι έριχνε, ή έτσι φαινόταν. Το έκανε 2-3 φορές και όταν έφευγε ξαναφούντωνε η φωτιά. Φορούσε μαύρα ρούχα, ήταν νεαρός μετρίου αναστήματος, καλοντυμένος, θα μπορούσε να ήταν φοιτητής, 20-22 χρονών. Μας κοιτούσε και μας έκανε χειρονομία. Στην αρχή κατάλαβα ότι ήταν κάποιος που έδειχνε τη φωτιά. Μετά που το συζήτησα με συναδέλφους, τελικά έδειχνε τα γεννητικά του όργανα και έκανε άσεμνη χειρονομία».

Αντίστοιχα, ο Ευάγγελος Λαγουδάτος, υπάλληλος της Μαρφίν, κατέθεσε πως όταν άκουσε τον θόρυβο της τζαμαρίας «βγήκα στο μπαλκόνι και φώναξα σε αυτούς που βρίσκονταν στην είσοδο και έκαναν επίθεση ότι υπάρχει κόσμος μέσα. Θυμάμαι ότι είχα πάρει μία κούτα για χαρτιά Α4 και τους έλεγα “φύγετε, αλλιώς θα την πετάξω”. Ήρθε τότε ένα συνάδελφος και μου είπε “άστο, θα τους σκοτώσεις”».

Εισαγγελέας: Αλλά κι αυτοί ήθελαν να σκοτώσουν εσάς...

Μάρτυρας: Δεν μπορούσα να το φανταστώ αυτό...

Η υποδιευθύντρια της ΜΑΡΦΙΝ, Αναστασία Κούκου, κατέθεσε πως λόγω των εύφλεκτων υλικών, αλλά και του τρόπου που ήταν φτιαγμένο το υποκατάστημα «δημιουργήθηκε το φαινόμενο της καμινάδας, μας είπαν, και άρπαξε αμέσως».

Η μάρτυρας Αναστασία Χρηστάκη, που είδε τους δράστες να πετούν εντός του υποκαταστήματος τις μολότοφ, τους περιέγραψε ως μικρόσωμα αδύνατα παιδιά. «Δεν ήταν άντρες. Είχαν καλυμμένα χαρακτηριστικά και είχαν ευλυγισία..». Η υπάλληλος κατέθεσε ότι από το μπαλκόνι όπου βρισκόταν, έβλεπε κόσμο να περνάει, ενώ αναφέρθηκε ιδιαίτερα σε μία κοπέλα: «Άκουσα τη φωνή της να φωνάζει “να καείτε”...κάποιοι άλλοι μου πέταξαν ένα μπουκάλι νερό και το έριξα αμέσως στο πρόσωπο μου».