Διάσκεψη για Κυπριακό: Πρώτα να αναλάβει ο Τράμπ και μετά βλέπουμε
13/01/2017 00:20
Του Sukhoi
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Διάσκεψη για Κυπριακό: Πρώτα να αναλάβει ο Τράμπ και μετά βλέπουμε

Έπεσε η αυλαία της πενταμερούς Διάσκεψης της Γενεύης για το Κυπριακό, χωρίς συμφωνία λύσης. Ωστόσο, συμφωνήθηκε να ανανεωθεί το «ραντεβού» των τριών εγγυητριών δυνάμεων για την Κύπρο (Ελλάδας - Τουρκίας – Βρετανίας) και να συναντηθούν και πάλι οι υπουργοί Εξωτερικών των τριών χωρών.

Προηγουμένως, όμως, αρχής γενομένης στις 18 του μηνός, ειδικό working group των τριών εγγυητριών θα ξεκινήσει τις συναντήσεις του, με στόχο να γίνουν αναγνωριστικές βολές ως προς την πιθανότητα άμβλυνσης των διαφορών. Ανάλογα με την πορεία των διαπραγματεύσεων σε επίπεδο ειδικών, στη συνέχεια θα ακολουθήσει η Σύνοδος υπουργών Εξωτερικών. Αρχικά, ο Νίκος Κοτζιάς πρότεινε συνάντηση υπουργών Εξωτερικών στις 23 Ιανουαρίου. Στη συνέχεια, όμως, η τουρκική πλευρά διέρρευσε ότι η ίδια και η Βρετανία δεν έχουν συμφωνήσει. Πόσο μάλλον που εκείνη την ημέρα γίνεται η Σύνοδος της Αστανά για τη Συρία, όπου θα πρέπει να παραβρεθεί ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου.

Λονδίνο – Άγκυρα … συμμαχία

Στην πραγματικότητα, πίσω από αυτόν τον επικοινωνιακό τακτικισμό, βρισκόταν η επιθυμία της Άγκυρας και του Λονδίνου να ξεκινήσει το working group των «τεχνικών συμβούλων» από αύριο κιόλας τις εργασίες τους. Διπλωματικοί κύκλοι σημειώνουν ότι Λονδίνο και Άγκυρα εμφανίστηκαν στη Διάσκεψη με «μπετόν» - κοινές θέσεις για επίσπευση των διαδικασιών στο Κυπριακό, σε τέτοιο βαθμό που προκάλεσαν εντονότατη έκπληξη. Κάτι που δείχνει ότι αυτό το «σχήμα», θα το βρουν και πάλι μπροστά τους το ερχόμενο διάστημα η Αθήνα και η Λευκωσία. Μεταξύ των άλλων, ενδεικτικό της κοινής στάσης τους είναι ότι, ενώ αρχικά είχαν δεχθεί να γίνει η πρώτη συνάντηση της ομάδας «τεχνικών συμβούλων» (με επικεφαλής τους γενικούς γραμματείς των υπουργείων Εξωτερικών) στις 19 Ιανουαρίου, στη συνέχεια ζητούσαν να ξεκινήσουν άμεσα, για να δεχθούν στο τέλος, μετά από επίμονη επιχειρηματολογία της ελληνικής πλευράς, την ημερομηνία της 18ης Ιανουαρίου. Εκτιμάται ότι αυτοί οι τακτικισμοί στόχευαν προς την κατεύθυνση των ισχυρών πιέσεων προς την ελληνική πλευρά πριν από τις 20 του μηνός. Κάτι που δεν επετεύχθη. Να σημειωθεί ότι ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου δήλωσε στη Διάσκεψη πως η Άγκυρα δεν επιθυμεί «ανοικτή» (σε χρόνο) διαπραγμάτευση.

Όπως και να’ χει, σε περίπτωση σύγκλισης Συνόδου υπουργών, και εφόσον υπάρξει πρόοδος στο κρίσιμο θέμα της ασφάλειας - καθεστώτος εγγυήσεων - κατοχικών δυνάμεων, είναι πιθανόν, στη συνέχεια να συγκληθεί νέα πενταμερής Διάσκεψη για το Κυπριακό, όπου δεν αποκλείεται να παραστούν οι Τσίπρας και Ερντογάν. Ουσιαστικά, με μια νέα Σύνοδο υπουργών Εξωτερικών, με μοναδικό θέμα την «Ασφάλεια», θα ανοίξει, όπως είχε προβλεφθεί, ένας νέος κύκλος κυλιόμενων συναντήσεων σε επίπεδο τόσο εγγυητριών δυνάμεων, όσο και δικοινοτικών συνομιλιών, με ενδεχόμενη την προοπτική μιας νέας διεθνούς Διάσκεψης για το Κυπριακό, με άγνωστο -προς το παρόν- το βάθος χρόνου. Κοινή πεποίθηση είναι, άλλωστε, ότι, προτού αναλάβει τα καθήκοντά του στον Λευκό Οίκο ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τράμπ, και χωρίς να έχουν φανεί οι διαθέσεις της νέας αμερικανικής κυβέρνησης στο Κυπριακό, οποιαδήποτε κίνηση θα ήταν βεβιασμένη. Πόσο μάλλον, όταν κοινή εκτίμηση είναι ότι το Κυπριακό, σε γεωπολιτικό επίπεδο, είναι ένα από τα αρκετά προβλήματα της περιοχής, και σίγουρα όχι τόσο «καυτό», όσο το Συριακό και γενικότερα το μεσανατολικό και η Βόρεια Αφρική.

Αντίθετα, στο μεταβατικό τρίμηνο για την αλλαγή της προεδρίας στις ΗΠΑ, η κυβέρνηση Ομπάμα, δια του αντιπροέδρου της, Τζο Μπάϊντεν, και κυρίως της υφυπουργού Εξωτερικών, Βικτόρια Νούλαντ, πίεζαν αφόρητα για εδώ και τώρα επίλυση του Κυπριακού. Χτες, ωστόσο, ο νέος γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, Πορτογάλος, Αντόνιο Γκουτιέρες, μάλλον έβαλε φρένο στις εξπρές διαδικασίες. Μάλιστα, κατά την ομιλία του στη Διάσκεψη, επανειλημμένως τόνισε ότι η όποια συμφωνία, θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να εγκριθεί από τον κυπριακό λαό, ενώ σημείωσε πως για οτιδήποτε αποφασιστεί εδώ θα υπάρξει εγγύηση από το Συμβούλιο Ασφαλείας. Ουσιαστικά, είπε ότι δεν χρειάζονται βιαστικές συμφωνίες, οι οποίες θα οδηγήσουν σε καταψήφισή τους στα Δημοψηφίσματα.

Στη Διάσκεψη της 12ης Ιανουαρίου μετείχαν, εκτός του γγ του ΟΗΕ, ο επικεφαλής της Κομισιόν, Ζαν Κλωντ Γιούνγκερ και η ύπατη εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα Εξωτερικών και Άμυνας, Φεντερίκα Μογκερίνι, οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας, Βρετανίας και Τουρκίας, Νίκος Κοτζιάς, Μπόρις Τζόνσον και Μεβλούτ Τσαβούσογλου, καθώς και ο Κύπριος πρόεδρος, Νίκος Αναστασιάδης, και ο επικεφαλής της τουρκοκυπριακής πλευράς, Μουσταφά Ακιντζί. Διπλωματικοί κύκλοι κρίνουν ως αρκετά θετική την παρουσία Γκουτιέρες – Γιούνγκερ – Μογκερίνι.

Αμηχανία Μαξίμου

Ενδεικτικό της προβοκατόρικης στάσης της Τουρκίας απέναντι στη Διάσκεψη δεν ήταν μόνον ότι μέχρι την τελευταία στιγμή ο Ταγίπ Ερντογάν αρνείτο να διευκρινίσει αν θα πάει ή όχι, αλλά και το ότι τη στιγμή που διεξάγονταν οι συνομιλίες, το ψευδοκράτος των κατεχομένων δέσμευε περιοχές του FIR Λευκωσίας για να κάνει ασκήσεις η τουρκική Πολεμική Αεροπορία (!). Εντύπωση, ωστόσο, προκάλεσαν οι αμήχανες αντιδράσεις εκ μέρους του μεγάρου Μαξίμου που μέχρι την τελευταία στιγμή δεν είχε αποφασίσει –και πολύ περισσότερο, ανακοινώσει- αν θα πάει ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, στην Διάσκεψη. Να σημειωθεί πως η Άγκυρα δήλωνε πως θα στείλει στη Γενεύη τον πρωθυπουργό της γείτονος, Μπιναλί Γιλντιρίμ. Ο οποίος, όμως, έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, ούτε και αυτός πήγε. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο εκπρόσωπος της τουρκικής προεδρίας, τουλάχιστον προ μηνός, είχε ανακοινώσει ότι θα παραστεί ο Ερντογάν. Στη συνέχεια, όμως, ο Τούρκος πρόεδρος άλλαξε στάση και διοχέτευε ότι δεν θα πάει. Ένα ακόμα ξεκάθαρο σημάδι ότι οι συνεννοήσεις Ελλάδας – Τουρκίας είχαν ναυαγήσει.

Το Antinews είχε επισημάνει ότι, προ εβδομάδος, όταν «ειδικός απεσταλμένος» του Αλέξη Τσίπρα συνάντησε στην Άγκυρα άτομο του στενού κύκλου του Τ.Ερντογάν, για μια ακόμη φορά δεν υπήρξε ούτε καν στοιχειώδης γεφύρωση των διαφορών. Το ίδιο διαπιστώθηκε και στις επαφές των τελευταίων ημερών μεταξύ υπουργών Εξωτερικών, Νίκου Κοτζιά και Μεβλούτ Τσαβούσογλου, καθώς και υπηρεσιακών παραγόντων των δυο υπουργείων. Ως εκ τούτου, είναι απορίας άξιον, πως ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δημήτρης Τζανακόπουλος, ακόμα και στις 12 Ιανουαρίου, το μεσημέρι, δήλωνε πως, ανεξαρτήτως αν πάει ο Ερντογάν ή ο Γιλντιρίμ στη Γενεύη, εάν διαφανεί πιθανότητα εξεύρεσης λύσης, ο Έλληνας πρωθυπουργός είναι έτοιμος να πάει. Εξ’ όσων γνωρίζουμε, στη Γενεύη, εκτός του επιτελείου του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, παρόντα ήταν και μέλη του διπλωματικού γραφείου του πρωθυπουργού, προφανώς για την άμεση ενημέρωσή του. Πάντως, επειδή και στις 23 Ιανουαρίου θα επαναληφθεί από την Άγκυρα αντίστοιχο «παιχνίδι», σκόπιμο είναι να μην ακολουθήσει το μέγαρο Μαξίμου παρόμοιες πρακτικές.

Όσον αφορά το θέμα της «Ασφάλειας», στη Διάσκεψη ουδείς εισήλθε επί της ουσίας, παρά μόνον ξαναειπώθηκαν οι θέσεις Αθήνας και Άγκυρας υπέρ της κατάργησης του καθεστώτος εγγυήσεων, και υπέρ της διατήρησής του. Μπροστά σε αυτή την εικόνα, ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ, Μπάρθ Αϊντα, δήλωσε ότι «υπάρχει ακόμα πολλή δουλειά για να γεφυρωθούν οι διαφορές». Έτσι, έπεσε η αυλαία της Γενεύης σε αυτή τη φάση.

Διαφορές με χάρτες

Τις προηγούμενες ημέρες είχαν διαπιστωθεί αρκετές διαφορές ανάμεσα σε Αναστασιάδη – Ακιντζί στο θέμα της «Διακυβέρνησης» (ειδικά στην εκ περιτροπής προεδρία, κ.α.), στο «Εδαφικό» (τα κατεχόμενα δεν επιστρέφουν την περιοχή της Μόρφου κ.α.), στον αριθμό των προσφύγων που θα επιστρέψουν (η ε/κ πλευρά προτείνει τουλάχιστον 90.000, ενώ η τ/κ 55.000), και, κατά συνέπεια, στο «Περιουσιακό».

Προχτές, οι δυο πλευρές κατέθεσαν τους χάρτες τους με τα ποσοστά εδαφών που προτείνουν να έχουν τα δυο συνιστώντα κρατίδια. Η ελληνοκυπριακή (ε/κ) πλευρά προτείνει 28,2% του εδάφους να διοικείται υπό τους Τουρκοκυπρίους, και η τουρκοκυπριακή (τ/κ) το ανεβάζει στο 29,2%. Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, στον χάρτη που κατέθεσε ο Μ.Ακιντζί, δεν επιστρέφεται η περιοχή της Μόρφου στον έλεγχο των Ελληνοκυπρίων. Κάτι που, κατά τη Λευκωσία, αποτελεί «κόκκινη γραμμή». Αντίθετα, ο χάρτης που κατέθεσε ο Νίκος Αναστασιάδης περιλαμβάνει τη Μόρφου στις υπό ε/κ διοίκηση, όπως και το κομμάτι της Αμμοχώστου που σήμερα είναι κλειστό, καθώς και άλλα χωριά και περιοχές. Τέλος, πρότεινε την επιστροφή 90000 Ε/κ προσφύγων, αλλά η τ/κ πλευρά ζητάει να μην ξεπερνούν τους 55000 – 60000.

Σενάρια … φιλίας

Όσον αφορά το καθεστώς εγγυήσεων, ενδιαφέρον παρουσιάζει η δήλωση του Μπάρθ Αϊντα ότι «υπάρχουν κάποιες ιδέες που συζητούνται για μια νέα αντίληψη (concept) που δεν θα αποσυνδέσει την Κύπρο από τους γείτονές της, αλλά θα εντάσσεται σε ένα εντελώς νέο πλαίσιο του 21ου αιώνα». Αν και δεν διευκρίνισε περαιτέρω την αναφορά του, εκτιμάται ότι ο ΟΗΕ προτείνει την κατάργηση ουσιαστικά των εγγυήσεων και την αντικατάστασή του με ένα σχήμα ελέγχου της πορείας υλοποίησης της οποιασδήποτε συμφωνίας υπάρξει και της ασφάλειας στη Μεγαλόνησο. Αυτό λέγεται πως θα αποτελείται από εκπροσώπους πιθανώς οκτώ κρατών, στα οποία θα περιλαμβάνονται η Ελλάδα και η Τουρκία.

Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζει και η δήλωση Κοτζιά για «ένα καθεστώς εσωτερικής ασφάλειας» στην Κύπρο. Ο ίδιος κατά την ομιλία του στη Διάσκεψη, αφού ζήτησε την κατάργηση του καθεστώτος εγγυήσεων, χαρακτηρίζοντάς το «παρωχημένο» και προϊόν της εποχής της αποικιοκρατίας, ζήτησε την «αποχώρηση των στρατευμάτων, κάτω από την ομπρέλα του ΟΗΕ, ίσως με έναν δημιουργικό ρόλο του ΟΑΣΕ». Να σημειωθεί πως η Αθήνα θέλει τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη να παίξει ρόλο στην Κύπρο, εφόσον υπάρξει συμφωνία. Ο Ν.Κοτζιάς, αναφερόμενος στο ίδιο θέμα πρόσθεσε: «Θεωρώ μεγάλη υπόθεση αυτά που γράφονται για τη δημιουργία πολιτειακών αστυνομιών, ομοσπονδιακής αστυνομίας και διεθνούς αστυνομίας, γιατί και αυτές εγγυώνται την ασφάλεια όλων των μερών». Και κατέληξε: «Έχουμε υποβάλει συγκεκριμένη πρόταση φιλίας μεταξύ Κύπρου, Τουρκίας και Ελλάδας. Πιστεύουμε ότι στο βαθμό που θα λύσουμε τα προβλήματά μας –και είμαι σίγουρος ότι θα το κάνουμε- η Κύπρος, η Ελλάδα και η Τουρκία, μέσω ενός Συμφώνου Φιλίας, θα συνθέσουμε ένα ισχυρό τρίο μέσα στην ΕΕ, μέσα στον κόσμο που ανήκουμε, σε έναν κόσμο που ένα ισχυρό ψήφισμα του ΣΑ ΟΗΕ θα κατοχυρώσει την κυριαρχία της ενωμένης Κύπρου».

Να σημειωθεί ότι, εκτός των άλλων, στο τραπέζι έχει πέσει η πρόταση για σύσταση διεθνούς –ουσιαστικά, αστυνομικής- δύναμης από χριστιανικά και μουσουλμανικά κράτη που θα αναλάβουν ρόλο επόπτη στην ασφάλεια. Πάντως, ενώ η ελληνική πλευρά συζητά τις εκδοχές διαφόρων σεναρίων, η τουρκική εμφανίζεται ασυγκρίτως αδιάλλακτη. Η Άγκυρα έχει βάλει τον πήχη της παραμονής σημαντικού μέρους των κατοχικών στρατευμάτων στα 10-15 χρόνια, με ταυτόχρονη διατήρηση των εγγυήσεων και του δικαιώματος μονομερούς επέμβασης, και μετά τη λήξη αυτού του διαστήματος εκ νέου εξέταση του ζητήματος. Ουσιαστικά, διατήρηση της σημερινής κατάστασης εσαεί. Μια ενδιάμεση πρόταση που λέγεται πως έγινε κατά τις δικοινοτικές διαπραγματεύσεις, για πλήρη αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων σε έξι χρόνια, και αποχώρηση του μεγαλύτερου μέρους τους άμα τη συμφωνία, δεν φαίνεται να βρήκε ευήκοον ους στην γείτονα.