#_CRON_JOB_#
#_CRON_JOB_#
25/03/2010 13:24
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

THE HURT LOCKER



(2009)

Ηθοποιοί: Jeremy Renner, Anthony Mackie, Brian Geraghty

Σενάριο: Mark Boal

Σκηνοθεσία: Kathryn Bigelow

Είδος: πολεμικό δράμα/περιπέτεια

Διάρκεια: 130’

 Ας υποθέσουμε ότι έχεις τη δυνατότητα να μιλήσεις δημόσια για οποιοδήποτε θέμα. Θα σε ακούσουν εκατομμύρια και θα τους πεις αυτά που θέλεις. Δεν μπορεί κανείς να σου υποδείξει τι θα πεις. Είναι δικαίωμά σου να επιλέξεις τι θα προβάλλεις και τι όχι. Όπως είναι δικαίωμα και όσων σε ακούσουν να σχηματίσουν άποψη για εσένα με βάση την ομιλία σου. Και να αναρωτηθούν τι επίδραση μπορεί να έχεις στο ακροατήριό σου ανάλογα με τις ιδέες και τα αισθήματα του καθενός μέσα σε αυτό.

 Το The Hurt Locker είναι μια πολεμική ταινία που διαδραματίζεται στη σπαρασσόμενη από τη βία Βαγδάτη το 2004 και δείχνει τον καθημερινό αγώνα επιβίωσης μιας ομάδας του αμερικανικού στρατού που ειδικεύεται στον αφοπλισμό εκρηκτικών μηχανισμών και μόλις έχει αποκτήσει ένα νέο αρχηγό, τον παράτολμο Γουίλιαμ Τζέιμς. Η εκπληκτική δεξιοτεχνία που επιδεικνύει ο Τζέιμς από την πρώτη κι όλας μέρα στη δουλειά του συνοδεύεται από μια φαινομενική, τουλάχιστον, αδιαφορία για τη σωματική του ακεραιότητα. Οι δύο συνάδελφοί του, ο Σάνμπορν και ο Έλντριτζ, κάθε άλλο παρά ενθουσιάζονται με τη συμπεριφορά του, την οποία θεωρούν επικίνδυνη και για τους ίδιους. Έτσι, καθώς τους μένουν λίγες μόνο εβδομάδες μέχρι να ολοκληρωθεί η υπηρεσία τους στη Βαγδάτη, προσπαθούν να ελέγξουν κάπως τον αρχηγό τους και να μείνουν ζωντανοί.

 Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από τις προσπάθειες της ομάδας να αφοπλίζει τους αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς που αφήνουν Άραβες σε διάφορα σημεία της πόλης. Η συνήθης διαδικασία είναι ο Τζέιμς να εντοπίζει και να εξουδετερώνει τη βόμβα εξοπλισμένος με την ειδική προστατευτική του στολή ενώ ο Σάνμπορν και ο Έλντριτζ του προσφέρουν κάλυψη από εχθρούς που πιθανόν να χτυπήσουν εκείνη τη στιγμή. Υπάρχουν επίσης σκηνές όπου οι τρεις τους εμπλέκονται σε μάχη με Άραβες κρυμμένους στην έρημο ή στα στενοσόκακα της Βαγδάτης οπότε η απειλή του θανάτου είναι ακόμη πιο άμεση. Σε κάθε περίπτωση, η ψυχραιμία, η ετοιμότητα και η εμπειρία τους είναι τα στοιχεία εκείνα που τους κρατούν ζωντανούς. Αν και οι σχέσεις του Τζέιμς με τα δύο μέλη της ομάδας του δεν είναι ομαλές, ωστόσο στα δύσκολα συνεργάζονται χωρίς δεύτερη σκέψη και στηρίζονται ο ένας στον άλλον.

 Ίσως τα παραπάνω φαίνονται αρκετά για μια σωστή πολεμική ταινία. Πράγματι το πρώτο μισό του The Hurt Locker είναι καλό. Ο ρυθμός είναι γρήγορος, ο Τζέιμς αφοπλίζει τη μια βόμβα μετά την άλλη, η κάμερα τον ακολουθεί παντού βήμα προς βήμα και ο θεατής δε βαριέται ούτε στιγμή. Τα δύσκολα αρχίζουν στο δεύτερο μισό, όταν ο ρυθμός πέφτει, γεγονός ίσως αναμενόμενο αφού δεν είναι δυνατό για περισσότερο από δυο ώρες να βλέπουμε έναν άνθρωπο να παλεύει με καλώδια όσο κι αν αλλάζουν οι τοποθεσίες και οι ιδιαίτερες συνθήκες. Εκεί είναι που η ταινία δείχνει τις αδυναμίες στην πλοκή της. Τα περιστατικά είναι βαλμένα σε μια ευθεία γραμμή, καμία απολύτως έκπληξη δε συμβαίνει και οι χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται. Συνήθως στα έργα υπάρχουν τα λεγόμενα sub-plot δηλαδή σειρές γεγονότων δευτερεύουσας σημασίας οι οποίες εμπλουτίζουν τους χαρακτήρες ή την κεντρική υπόθεση ή και τα δύο μαζί. Στο The Hurt Locker τα μόνα sub-plot είναι η σχέση του Έλντριτζ με τον ψυχίατρό του, που τον βοηθάει να ξεπεράσει τον θάνατο του προηγούμενου αρχηγού του, και του Τζέιμς με ένα παιδί που πουλάει dvd για να κερδίσει λίγα λεφτά. Όμως και τα δύο είναι ατελώς αναπτυγμένα και θα μπορούσαν να αφαιρεθούν σχεδόν χωρίς η απώλειά τους να γίνει αντιληπτή.

 Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι ότι οι χαρακτήρες είναι επιφανειακοί, με μερικές εξαιρέσεις που τελικά χάνονται μέσα στον ορυμαγδό των εκρήξεων και την άνοδο της αδρεναλίνης. Είναι ικανότατοι στο να αντιμετωπίζουν τον εχθρό και να υπερνικάνε τις παγίδες του αλλά στερούνται σύνθετης προσωπικότητας. Οι σχέσεις που κάνουν οι τρεις στρατιώτες μεταξύ τους ή με άλλα άτομα περισσότερο γεμίζουν το χρόνο παρά συγκινούν. Δε θυμάμαι πότε είχα ξαναδεί τον ήρωα μιας ταινίας να κλαίει και να μην αισθάνομαι τίποτα. Η ελλιπής σκιαγράφηση των χαρακτήρων σε συνδυασμό με την απλοϊκή αφήγηση και τις αργές σκηνές μάχης έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση του ενδιαφέροντος μετά από κάποιο σημείο. Ο θεατής δεν έχει ιδιαίτερο λόγο να ανησυχεί για τον Τζέιμς ή για κάποιον άλλο εξαιτίας της μονοκόμματης απεικόνισής τους.

 Αν και τελικά το πρόβλημα είναι ότι οι ίδιοι οι χαρακτήρες είναι μονοκόμματοι. Προβληματισμούς για τον πόλεμο δεν έχουν. Ακόμη κι όταν κάθονται στο δωμάτιό τους στο στρατόπεδο ποτέ δεν τους περνάει έστω μια σκέψη ούτε κουβεντιάζουν καθόλου σχετικά με το γιατί η χώρα τους τους έχει στείλει στην άλλη άκρη του κόσμου. Δεν αναρωτιούνται για το ρόλο που παίζουν, για τη σκοπιμότητα του πολέμου, για το αν θα μπορούσε να συμβαίνει κάτι διαφορετικό, για το αν αυτό που κάνουν έχει οποιοδήποτε νόημα ή έστω μια χρησιμότητα. Απλά το κάνουν. Σαν να ακολουθούν κάποιον προγραμματισμό. Το μόνο που τους διαχωρίζει είναι ότι ο ένας από αυτούς, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, δεν ενδιαφέρεται για το αν θα συνεχίσει να ζει. Πράγμα όχι τυχαίο αν δει κανείς τη σχέση του με την οικογένειά του. Ο Τζέιμς έχει γυναίκα και παιδί κι όμως το μόνο που τον νοιάζει είναι πότε θα τον καλέσουν για να αφοπλίσει την επόμενη βόμβα. Το δυστυχές είναι ότι η μόνη άποψη που προβάλλεται στην ταινία είναι αυτή ενός ανθρώπου που έχει απωλέσει ακόμη και την ικανότητα να κατανοήσει ότι το να αγαπάς τον κίνδυνο είναι τελείως διαφορετικό από το να αγαπάς ένα πρόσωπο.

 Σε αυτές τις συνθήκες δεν είναι παράξενος ο τρόπος που απεικονίζονται οι Άραβες. Περιορίζονται σε φιγούρες ντυμένες με κελεμπίες που ξεπετάγονται από παντού, από παράθυρα, ταράτσες, γέφυρες, και καιροφυλακτούν πότε θα περάσουν Αμερικανοί στρατιώτες για να τους εξοντώσουν. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι αυτό είναι ρεαλισμός. Πράγματι είναι. Όμως τέτοιο ρεαλισμό έχουν και τα σούπερ εξελιγμένα σύγχρονα βίντεο γκέιμ κι από μια ταινία θα περίμενα κάτι περισσότερο. Σε 130’ θα μπορούσε το σενάριο να ασχοληθεί έστω κι ελάχιστα με τα κίνητρα των εχθρών του ήρωα αντί να αφιερώσει όλο το χρόνο του στο να δείχνει με κάθε λεπτομέρεια πώς αυτός αφοπλίζει τις βόμβες. Όμως το σενάριο δε θέλει να κάνει κάτι τέτοιο. Όπως ο πρωταγωνιστής δεν απορεί για τίποτα έτσι και η ιστορία παρουσιάζει συνολικά τον πόλεμο ως ένα φαινόμενο που απλά συμβαίνει. Δεν έχει αρχή, μέση και τέλος, αίτιο ή σκοπό, είναι μονάχα μια κατάσταση όπου άνθρωποι είναι τοποθετημένοι σε δυο αντίπαλα στρατόπεδα, σαν από δυνάμεις πέρα από την κατανόησή τους, και αλληλοσκοτώνονται αδιάκοπα.

 Ακόμη και μια τέτοια κατάσταση έμμεσης νομιμοποίησης του πολέμου θα μπορούσε να δώσει μια καλή τεχνικά ταινία αν επρόκειτο για περιπέτεια γεμάτη γρήγορη και χορταστική δράση. Ωστόσο στο The Hurt Locker οι σκηνές δράσης είναι αργές. Η σκηνοθεσία του είναι αληθοφανής και λεπτομερής, εντούτοις οι εικόνες με τις οποίες τροφοδοτεί το θεατή δε διαφέρουν σημαντικά από τις εικόνες που δείχνουν τα δελτία ειδήσεων για τη βία στη Μέση Ανατολή εδώ και αρκετά χρόνια. Πριν από καιρό θα ήταν σίγουρα εντυπωσιακό το να βλέπεις Αμερικανούς στρατιώτες να κινούνται προσεκτικά στους ρημαγμένους δρόμους της Βαγδάτης φορώντας τα αλεξίσφαιρα γιλέκα τους, οπλισμένοι μέχρι τα δόντια και προστατευμένοι πίσω από τα θηριώδη Ηumvee τους. Σήμερα όμως είναι σχεδόν κοινότυπο. Η εξουδετέρωση βομβών βέβαια δεν είναι κάτι συνηθισμένο, κάθε άλλο, κι αυτός είναι ο λόγος που η ταινία ξεκινάει καλά. Όταν όμως η συγκεκριμένη πλευρά του σεναρίου εξαντληθεί και οι χαρακτήρες δείξουν τη μονοδιάστατη κατασκευή τους, που δεν τους κάνει ούτε συμπαθητικούς ούτε ενδιαφέροντες, το The Hurt Locker οδηγείται σε αδιέξοδο, από το οποίο δεν μπορεί να το σώσει η προσεγμένη του σκηνοθεσία.

 Όσον αφορά τους ηθοποιούς δε νομίζω ότι αυτοί δυσκολεύτηκαν ιδιαίτερα να παίξουν τους ρόλους τους. Οι σκηνές που επιδεικνύουν συναίσθημα είναι ελάχιστες. Αν και είναι φυσικό για στρατιώτες να είναι σκληροί για να επιβιώσουν, το πρόβλημα στην ταινία είναι, όπως προανέφερα, ότι τελικά τα όποια αισθήματα δείχνουν οι χαρακτήρες αποδεικνύονται πρόσκαιρες εκλάμψεις, αναλαμπές μιας φλόγας που έχει σχεδόν σβήσει μέσα στον παραλογισμό του πολέμου. Έτσι οι πρωταγωνιστές του The Hurt Locker υποδύονται ρόλους χωρίς μεγάλες απαιτήσεις και κανείς τους δεν ξεχωρίζει. Κρίμα γιατί με κάποιον άλλον στη θέση του πρωταγωνιστή αντί του άγνωστου Jeremy Renner και με διαφορετικό γράψιμο στο χαρακτήρα του Τζέιμς το έργο θα μπορούσε να είναι καλύτερο.

 Νομίζω πλέον ότι έχετε καταλάβει τι εννοούσα στο ξεκίνημα αυτού του κειμένου. Ο σεναριογράφος του The Hurt Locker εμπνεύσθηκε από ένα θέμα παγκόσμιας σημασίας, τη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, και διάλεξε να αφηγηθεί την ιστορία τριών Αμερικανών φαντάρων που ζουν καθημερινά μέσα στον κίνδυνο. Βάσει αυτού θα μπορούσε να σχεδιάσει μια περιπέτεια με καταιγιστική δράση ή ένα δράμα όπου ο θεατής ανησυχεί διαρκώς για την τύχη των πρωταγωνιστών και συμπάσχει μαζί τους. Δεν έκανε τίποτα από τα δύο. Μονάχα επέλεξε να γράψει μια ιστορία όπου ο πόλεμος, το πιο τρομερό από όλα τα ανθρωπογενή γεγονότα, παρουσιάζεται τόσο φυσικός, επομένως κι αναπόφευκτος, όσο ο καυτός ήλιος της ερήμου. Kαι δεν μπορώ παρά να αναρωτιέμαι τι επιπτώσεις έχει η καλλιέργεια μιας τέτοιας νοοτροπίας σε μια χώρα όπου ο πόλεμος έχει καθιερωθεί ως αναπόσπαστο μέρος της εξωτερικής της πολιτικής.

 Δημήτρης

ΣΧΟΛΙΑ

  1. Strange Attractor avatar
    Strange Attractor 25/03/2010 14:17:52

    Η ταινία δέχτηκε σκληρές κριτικές από πραγματικούς βετεράνους πυροτεχνουργούς του αμερικανικού στρατού, ότι δηλαδή δεν έχει καμία σχέση με τη πραγματικότητα.
    Πιστεύω ότι η ταινία The Messenger είναι κατά πολύ καλύτερη, αλλά δεν είχε τη δημοσιότητα του Hurt Locker, που βασίστηκε στη γυναίκα σκηνοθέτη και τη κόντρα με το ΑΒΑΤΑΡ, λόγω του ότι ήταν πρώην σύζυγος του Κάμερον.

    • Δημήτρης avatar
      Δημήτρης @ Strange Attractor 26/03/2010 02:30:24

      Θα την έχω υπόψη μου. Περαστικά για το πρόβλημα με την πλάτη σου.

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.