Μ. Καπλάν: Το Βυζάντιο υπήρξε ο κατεξοχήν φορέας της αρχαίας κληρονομιάς και της χριστιανικής παράδοσης στην Ευρώπη
14/11/2018 14:30
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Μ. Καπλάν: Το Βυζάντιο υπήρξε ο κατεξοχήν φορέας της αρχαίας κληρονομιάς και της χριστιανικής παράδοσης στην Ευρώπη

Ο διακεκριμένος Γάλλος ιστορικός, Μισέλ Καπλάν, καθηγητής και πρώην πρόεδρος του Πανεπιστημίου Paris 1 Pantheon-Sorbonne, θεωρείται μία από τις παγκόσμιες αυθεντίες στη Βυζαντινή Ιστορία, την οποία μελετά παθιασμένα σε βάθος και με περισσή πρωτοτυπία. Τις απόψεις του έχει διατυπώσει σε αρκετά βιβλία, δύο εκ των οποίων (το «Βυζάντιο και Ελλάδα», εκδ. Δεληθανάση και «Γιατί το Βυζάντιο», εκδ. Μεταίχμιο) κυκλοφορούν και στα ελληνικά.

Ο κος Καπλάν βρέθηκε στην Αθήνα με την ευκαιρία της πρώτης διάλεξής του,την περασμένη Τρίτη στο Μέγαρο Μουσικής, υπό την αιγίδα του Γαλλικού Ινστιτούτου με τίτλο «Γιατί το Βυζάντιο;» και παραχώρησε συνέντευξη στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και τον Γιώργη-Βύρωνα Δάβο.

Στη συνομιλία τούτη, ο διαλεκτός καθηγητής εξηγεί πως ο «καισαροπαπικός» συγκεντρωτικός χαρακτήρας στη διοικητική δομή και τον θρησκευτικό-ιδεολογικό χαρακτήρα του Βυζαντίου, που αντανακλούσε στο πρόσωπο του Αυτοκράτορα, συνέβαλε στη συγκρότηση μιας ενιαίας συνείδησης στους πολίτες του, που σε συνδυασμό με τη βαθιά αποτυπωμένη χριστιανική ταυτότητα της ιδεολογικής θέσμισής του βοήθησαν στην δημιουργία μίας συνεκτικής αντίληψης για τη φύση και τον χαρακτήρα των πολιτικών του υποκειμένων, που στήριξαν την μακραίωνη επιβίωσή του.

Ο κος Καπλάν υπογράμμισε στην ίδια συνέντευξη, επίσης, πως και γιατί η διοικητική, στρατιωτική, αλλά κυρίως η πνευματική διάσταση του Βυζαντινού κράτους--που στηρίχθηκε ιδίως στην διατήρηση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, σε συνδυασμό με τη διείσδυση μέσα από τη διάδοση του χριστιανικού πνεύματος και σε άλλους λαούς--συνέβαλαν στη δημιουργία της λαμπρής εικόνας για το Βυζάντιο, η οποία εξακολουθεί να επιβιώνει έως τις ημέρες μας ακόμη και σε ευρωπαϊκά κράτη που δεν δέχθηκαν άμεσα την επιρροή του.

Σήμερα, 14 Νοεμβρίου, στη Θεσσαλονίκη, ο Μισέλ Καπλάν θα πραγματοποιήσει τη δεύτερη προγραμματισμένη ομιλία του στο Γαλλικό Ινστιτούτο της πόλης.

Ακολουθεί η συνέντευξη του Μισέλ Καπλάν στον Γιώργη-Βύρωνα Δάβο

Κε Καπλάν, η διάλεξή σας έχει ως τίτλο «Γιατί το Βυζάντιο». Ποιες ήσαν οι κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες που έκαναν τόσο ξεχωριστή την Βυζαντινή Αυτοκρατορία και συνέβαλαν στην επιβίωσή της επί τόσους αιώνες και κράτησαν μάλιστα ασβεστη και τη λάμψη της;

Πρόκειται πρωτίστως για μία ιδιαίτερη εσωτερική συναίνεση, η οποία εμπεδώθηκε από τα χρόνια του Κωνσταντίνου, στις αρχές του 4ου, σχετικά με το ποια πρέπει να είναι η θέση του Αυτοκράτορα. Συνεπώς, όσο η Αυτοκρατορία εκχριστιανιζόταν όλο και περισσότερο, ο Αυτοκράτορας σταδιακά μεταβαλλόταν τρόπον τινά σε τοποτηρητή του Θεού επί της Γης, με βάση το πρωτοχριστιανικό δόγμα για το Βασίλειο του Θεού στους Ουρανούς και την επίγεια κοσμική βασιλεία. Σε τούτο το επίγειο βασίλειο λοιπόν υπάρχει ένας Αυτοκράτορας, ο οποίος είναι ο αντιπρόσωπος του Θεού επί της Γής. Κι αυτό καθιστά τον Αυτοκράτορα τον απόλυτο Κύριο της Πολιτείας των Ανθρώπων (σύμφωνα με τον Αυγουστίνιο ορισμό ΣτΜ) στη Γη. Συνεπώς, όταν ο Κωνσταντίνος γίνεται κυρίαρχος άρχων και νομιμοποιεί τον Χριστιανισμό, τερματίζοντας τους διωγμούς και εγκαθιστώντας μία νέα αριστοκρατία, η απόφασή του αυτή είναι απολύτως πολιτική. Επιπλέον, ο ίδιος αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να επιλύσει τις δογματικές διαφορές μεταξύ των Χριστιανών. Είναι ο Κωνσταντίνος, δηλ. ο Αυτοκράτορας που συγκαλεί τους επισκόπους στη Νίκαια, προεδρεύει των εργασιών των συνόδου και είναι εκείνος που επιτάσσει και επιβάλλει και το αστικό δίκαιο. Συνεπώς, ο Αυτοκράτορας είναι ο απόλυτος Κύριος στην Πόλη των Ανθρώπων και όλοι οι άνθρωποι έχουν αυτήν την πόλη ως σημείο αναφοράς. Είναι βεβαίως και ο αδιαμφισβήτητος ανώτατος αρχηγός του στρατεύματος, ο απόλυτος άρχων της κρατικής διοίκησης, διορίζοντας και παύοντας κατά βούληση τους αξιωματούχους. Κυρίως είναι ο άρχων της Εκκλησίας, είναι εκείνος που ορίζει τους Πατριάρχες στην Κων/πολη από τον κατάλογο που του προτείνει η Ιερά Σύνοδος: ακόμη και ο Πάπας στη Ρώμη είναι αναγκασμένος να περιμένει την έγκριση του Αυτοκράτορα για ν' αναλάβει καθήκοντα. Είναι εκείνος κι όχι το ποίμνιο που ορίζει και χρίζει στην αρμόδια τελετή τον Πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη, ακριβώς όπως θα διόριζε έναν αξιωματούχο της οικονομίας, ή της διοίκησης. Και το πράττει ως εντολοδόχος της χάρης του Θεού, όχι ως απλός Αυτοκράτωρ, Αλλά και στα πλαίσια της κοσμικής-θρησκευτικής συναίνεσης τούτης και οι επίσκοποι και οι ιερείς θεωρούνται λειτουργοί του Αυτοκράτορα. Είναι στο πρόσωπό του που συγκεντρώνονται όλες οι εξουσίες, συνεπώς υπάρχει μία διοικητική, οικονομική ενότητα κι ενικότητα εξουσιών, ακόμη και όταν η Αυτοκρατορία είχε φθάσει στον μέγιστο βαθμό εξάπλωσής της ο Αυτοκράτορας συγκέντρωνε πάνω του όλες τις εξουσίες, μπορούσε κατ' απόλυτον τρόπο να αφαιρεί περιουσίες και να τις δίνει αλλού και κανείς δεν τολμούσε να τον αμφισβητήσει. Ακόμη και ο τελευταίος πολίτης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας -όπως πάντοτε αυτοαποκαλείτο το Βυζάντιο--που πέθαινε στα τείχη της πολιορκημένης από τους Οθωμανούς Κων/πολης θεωρούσε εαυτόν υπήκοο του «Βασιλέως των Ρωμαίων»|.Είναι συνεπώς ο αυτοκρατορικός θεσμός, με την απόλυτη πολιτικο-θρησκευτική του εξουσία στην οικουμενική αυτοκρατορία--με την Οικουμένης ν θεωρείται το σύνολο του χριστιανικού κόσμου--αλλά και η γενικότερη ιδεολογία που απορρέει από αυτήν την συνείδηση, σε συνδυασμό με την ισχυρή διοικητική δομή, που συμβάλλει στην διατήρηση επί 11 αιώνες τη Βυζαντινή κατόρθωσε να διατηρηθεί.

Ωστόσο και οι Ρωμαίοι διέθεταν ισχυρή διοίκηση και νομοθετικό σύστημα, όμως εν συγκρίσει με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η διάρκεια ζωής του κράτους τους υπήρξε συντομότερη.

Έχετε δίκαιο. Οι Ρωμαίοι επίσης διέθεταν ένα ισχυρό διοικητικό σύστημα, αλλά εάν το συγκρίνουμε με την μετα-Ιουστινιάνια αυτοκρατορία (διότι έως τον Ιουστινιανό η Αυτοκρατορία διατηρεί τα ίδια στοιχεία και πνεύμα με την αρχαία ρωμαϊκή αυτοκρατορία) είναι απλώς ο κόσμος της Ρωμαϊκής Πόλης. Βεβαίως και είχε και η Ρώμη αυτοκράτορες, όμως η βάση της πολιτικής της οργάνωσης είναι η Πολιτεία, η πόλη με την τοπική της Γερουσία και Βουλή, με τους γαιοκτήμονες αριστοκράτες της και τους αξιωματούχους που συνέβαλαν στην οικοδόμηση της δόξας της και στη συλλογή των φόρων. Σαφώς και υπάρχει μία μετατόπιση του κέντρου από τη Ρώμη στο Βυζάντιο, αλλά εκεί το κέντρο των αποφάσεων είναι ο Αυτοκράτορας και οι αριστοκράτες. Και μετά την επιδημία της πανώλης τον 60 αιώνα, οπότε έγινε δύσκολη η ανοικοδόμηση του κράτους, κι ενώ οι αραβικές κατακτήσεις στέρησαν την αυτοκρατορία από τις πιο πλούσιες περιοχές της, την Αίγυπτο και τη Συρία, το κράτος εφάρμοσε έναν ακόμη στενότερο συγκεντρωτισμό, όπου η κεντρική διοίκηση θεωρείται το πιο σημαντικό στοιχείο. Όμως αυτή η διοίκηση έχει πολλά χαρακτηριστικά. Κατ' αρχάς και ο μικρότερος μοχλός της διοίκησης βρίσκεται στα χέρια του αυτοκράτορα, ο οποίος διορίζει και απολύει κατά βούληση. Επίσης βασίζεται σημαντικά στις προσωπικές ικανότητες του ατόμου, τόσο σε διοικητικό, όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο. Επίσης σημαντική συμβολή έχει και το ενιαίο σύστημα εκπαίδευσης των στελεχών της διοίκησης και του στρατού, με κάθε στέλεχος που κρίνεται αξιόλογο να καλείται να υπηρετήσει το κράτος. Υπάρχει ένα σύστημα πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης παντού στην αυτοκρατορία και ένα δευτεροβάθμιο στην Κωνσταντινούπολη που εξασφαλίζει την ομοιογένεια της εκπαίδευσης στις κοσμικές, μη θρησκευτικές σχολές, που είναι ιδιωτικές φυσικά και υπόκεινται στον ασφυκτικό έλεγχο του αυτοκράτορα.

Εμείς οι Έλληνες, με γνώμονα την ύστερη περίοδο της αυτοκραστορίας, αρεσκόμαστε να θεωρούμε το Βυζάντιο «δικό» μας, αποκλειστικά ελληνική υπόθεση. Υπάρχει ένα, ή περισσότερα Βυζάντια;

Το Βυζάντιο είναι κατηγορηματικά η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Έως το τέλος της, ο αυτοκράτορας εξακολουθεί να ονομάζεται Βασιλεύς των Ρωμαίων, οι πολίτες θεωρούν εαυτούς υπηκόους του Βασιλέως των Ρωμαίων, άπαντες τους αποκαλούν Ρωμαίους, για τους Άραβες κλπ είναι οι «Ρούμι». Το χαρακτηριστικό της βέβαια είναι πως από τον 7ο αιώνα κι εντεύθεν, η Αυτοκρατορία αρχίζει βαθμιαία να περιορίζεται στον ελληνόφωνο κόσμο, ακόμη κι όταν υπάρχουν υπήκοοι που μιλούν άλλες γλώσσες, όπως οι Αρμένιοι, οι Γεωργιανοί. Όμως κανείς δεν θεωρεί πως η γλώσσα αποτελεί χαρακτηριστικό παράγοντα, ένας δυτικός Βυζαντινός δεν θεωρεί ότι είναι διαφορετικός από έναν Έλληνα. Σαφώς υπάρχει μία επαρχία του Βυζαντινού κράτους που ονομάζεται Ελλάδα, όπως κάποια άλλη ονομάζεται Θράκη, ή Θεσσαλία, όπως υπάρχουν κι επαρχίες που ονομάζονται Κιλικία. Όμως αποτελούν διοικητικές περιοχές, δεν ταυτίζονται με την αυτοκρατορία της οποίας η πρωτεύουσα είναι η Κωνσταντινούπολη. Οι Έλληνες συνυπάρχουν με άλλους ελληνόφωνους, όπως στην Κιλικία, όπως βέβαια και με Σλάβους που έχουν εξελληνισθεί. Υπάρχει μία διασταύρωση πολιτισμών, οι οποίοι συνυπάρχουν αρμονικά και υπάρχει μία αφομοίωση που κανένας δεν θέτει το ζήτημα της διαφοράς. Βέβαια από καιρού εις καιρόν αυτό είχε τεθεί από τους σλαβικούς πληθυσμούς, αλλά από τη στιγμή που εκχριστιανίστηκαν θεωρούσαν επίσης τον εαυτό τους υπήκοο της αυτοκρατορίας. Είναι με τους Παλαιολόγους, που το ζήτημα της ελληνικής ταυτότητας του κράτους επανέρχεται, καθώς από τον 12ο αιώνα η ελληνικότητα αρχίζει να εμφανίζεται στους κύκλους των διανοουμένων, που ενίοτε χρησιμοποιούν τον επιθετικό προσδιορισμό Έλληνας, έναντι του Ρωμαίος. Ποτέ όμως δεν χρησιμοποιείται ο όρος τούτος επισήμως, μόνον στη λογοτεχνία και τούτο για να υπενθυμισθεί η ελληνική καταγωγή των ίδιων των διανοουμένων, που φέρουν ως τίτλο τιμής να είναι διάδοχοι της κλασσικής αρχαιότητας.

Εάν θα έπρεπε να ξεχωρίσουμε κάποιο πρόσωπο, ή μία προεξάρχουσα στιγμή από το Βυζάντιο, ποιό, ή ποια θα ήταν;

Μία αδιαμφισβήτητα μεγάλη στιγμή του Βυζαντίου είναι ο τρόπος που τον 6ο αιώνα ο Ιουστινιανός, που έως τότε ήταν περιορισμένος στο Ανατολικό τμήμα του Βυζαντίου ανακτά την Ιταλία, τη νότιο Ισπανία και την βόρειο Αφρική. Μετά θα ήταν δύσκολο να ξεχωρίσουμε κάποια θεαματική στιγμή και πρόσωπο. Είναι πλέον η έννοια της έκτασης της αυτοκρατορίας τόσο επιβλητική, που ο κάθε Γερμανός ηγεμόνας, Βησιγότθος, Οστρογότθος, ή Γάλλος, Βουργουνδός, που έρχεται να εγκατασταθεί αισθάνεται πως βρίσκεται στα όρια της επικράτειάς της και πρέπει να φύγει, να αυτονομηθεί από εκείνην. Συνεπώς, όλων το βλέμμα είναι στραμμένο προς την Κωνσταντινούπολη, έως ότου εγκαθιδρυθεί η δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τον Καρλομάγνο, αλλάζοντας την οπτική. Έπειτα, η περίοδος εκείνη που θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε είναι εκείνη μεταξύ 10ου και των αρχών του 11ου αιώνα, που η Αυτοκρατορία γίνεται η μεγαλύτερη δύναμη της Χριστιανοσύνης, αρχίζοντας να ανακατακτά λίγο λίγο τα ανατολικά εδάφη, έως την Αντιόχεια και κατόπιν προσαρτώντας και τη Βουλγαρία, μεγαλώνοντας την επικράτειά της με τον Βασίλειο τον Β', που γίνεται ο πιο ισχυρός Χριστιανός πρίγκιπας. Κατόπιν, τα πράγματα παραμένουν στάσιμα, έως την εποχή των Σταυροφοριών, οπότε η χριστιανική Δύση αρχίζει να κερματίζει την ανατολική επικράτεια, αλλά πάντοτε οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες, όπως ο Αλέξιος, εξακολουθούν να θεωρούνται απαραίτητοι σύμμαχοι των Δυτικών, ιδίως εκείνων που εγκαταστάθηκαν στη Συρία, ή την Παλαιστίνη. Ενδεικτικό είναι πως ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός νυμφεύθηκε δύο δυτικές πριγκίπισσες, όπερ σημαίνει πως οι Δυτικοί ηγεμόνες θεωρούν τιμή τους να συγγενεύουν με τον βυζαντινό αυτοκρατορικό οίκο. Αλλά και αντίστοιχα, ο Μανουήλ νυμφευόμενος την πριγκίπισσα της Αντιόχειας φιλοδοξεί με τον τρόπο αυτό να ξανανακτήσει τον έλεγχο των ανατολικών τμημάτων και της Παλαιστίνης και με τον τρόπο αυτό να ανακόψει την πίεση των Αράβων του Σαλαντίν και των Σελτζούκων Τούρκων. Ο Μανουήλ υπήρξε η τελευταία λαμπρή προσωπικότητα, γιατί κατόπιν αρχίζει ο μαρασμός του Βυζαντίου και οι δύο κατακτήσεις της Κωνσταντινούπολης από τους Δυτικούς και τέλος τους Οθωμανούς. Όμως σε γενικό επίπεδο, το Βυζάντιο έχαιρε μεγάλης υπόληψης: όταν ο Μανουήλ ταξίδευσε στη Δύση έγινε δεκτός ως εκπρόσωπος μίας μεγάλης και λαμπρής δύναμης. Ή θεωρείται πως η Αναγέννηση ξεπήδησε στην Ιταλία χάρις στην πρόσληψη της αρχαίας γραμματείας μέσω των βυζαντινών λογίων στην Ιταλία.

Τι έχει απομείνει από το Βυζάντιο στη σημερινή εποχή.

Είναι μία δύσκολη ερώτηση και η απάντηση εξαρτάται από την ανάγνωση που θα κάνει ο καθένας ξεχωριστά. Σαφώς εκείνο που έχει απομείνει είναι η Ορθοδοξία, αυτό είναι ορατό στην Ελλάδα και στις γύρω χώρες, μέχρι την εκκλησία της Ουκρανίας, που το θέμα της έχει έλθει στο προσκήνιο. Και εκείνο που δεν είναι ορατό είναι η συνείδηση του Βυζαντίου που έχει παραμείνει στις δυτικές χώρες, τμήμα των οποίων είναι ακόμη προσκολλημένο στις κλασσικές σπουδές και δεν εννοώ μόνον τις λατινογενείς χώρες, αλλά για παράδειγμα την Πολωνία, μία κατεξοχήν Καθολική, όχι Ορθόδοξη χώρα, όπου είναι εντυπωσιακό το μέγεθος της σημασίας που δίδεται στις κλασσικές σπουδές. Οι νέοι της χώρας διδάσκονται λατινικά και αρχαία ελληνικά. Υπάρχουν πολλοί δάσκαλοι της βυζαντινής ιστορίας και τα δύο τρίτα των συνάδελφων της Βυζαντινής ιστορίας και φιλολογίας προέρχονται από τις ανατολικές χώρες--είναι εντυπωσιακός ο αριθμός τους στα συνέδρια που συμμετέχω. Η καθολική Πολωνία είναι ένα παράδειγμα της συνείδησης του κοινού πολιτιστικού ίχνους που έχει αφήσει το Βυζάντιο στην Ευρώπη, σαν φορέας της αρχαίας γραμματείας και των ελληνικών, που χωρίς αυτήν δεν νοείται, και της χριστιανικής κληρονομιάς. Αλλά επίσης εξακολουθούμε να ακούμε ελληνικά και στην Ιταλία, ή να θαυμάζουμε την Αναγέννηση ως συνέχεια της διάσωσης του αρχαιοελληνικού πνεύματος από το Βυζάντιο. Είναι και άλλες πολλές χώρες, όπως προείπα η Πολωνία, που θεωρούν πως οι βυζαντινές ρίζες αποτελούν συγκροτησιακό στοιχείο του ίδιους τους του πολιτισμού. Και τούτο το οφείλουμε σε μέγα βαθμό στη διατήρηση του αρχαίου πολιτισμού μέσα από το Βυζάντιο, τα μοναστήρια κι τους λόγιούς του, από τους οποίους άντλησε η Δύση της πηγές της Αναγέννησης από το 1200 και δώθε.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ