Η Μαρίνα της νιότης του (διήγημα)
13/11/2018 18:08
Της Κρινιώς Καλογερίδου​​
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Η Μαρίνα της νιότης του (διήγημα)

Ιούνιος μήνας κι η γη ανάδινε μια ανάσα πνιγερή σαν αυγουστιάτικη καθώς έσμιγε μ' εκείνην του αέρα, που βρώμαγε κηροζίνη και άλλα 'ευγενή' βαρύνοντας περισσότερο την ατμόσφαιρα στα προάστια γύρω απ' το αεροδρόμιο της Αθήνας. Πφφ!.. Τι κουφόβραση!.. Κι ήμασταν μόλις στην αρχή του Καλοκαιριού...

Στις τάξεις τα παιδιά κάθιδρα κι αποχαυνωμένα πάσχιζαν να γράψουν το τελευταίο τους μάθημα φυσώντας και ξεφυσώντας πάνω απ' τα θέματα των Νέων Ελληνικών. Στην τελευταία τάξη του πρώτου ορόφου, που κοιτούσε στον λοφίσκο με τα αρχαία και το καμπαναριό του Προφήτη Ηλία, ένας καθηγητής επιτηρούσε ένα τμήμα της Τρίτης Λυκείου.

Φορούσε μαύρα γυαλιά ηλίου για προστασία απ' τις ηλιαχτίδες, που ξεχύνονταν ασυγκράτητες απ' τα ανοιχτά παράθυρα και τη σιδερένια ορθάνοιχτη πόρτα. Η ηλικία του απροσδιόριστη, κάπου γύρω στα σαράντα με σαρανταπέντε χρόνων. Το καστανό μαλλί, αραιωμένο ελαφρά προς τα πάνω, κρατούσε ακόμα το χρώμα του με λίγες μόνο άσπρες πινελιές εδώ κι εκεί στις φαβορίτες, συμπλήρωμα κι αυτό της γοητείας του.

Ο Στέφανος - έτσι έλεγαν τον καθηγητή - σηκώθηκε νωχελικά, έφερε λίγες βόλτες στην τάξη για τον συνηθισμένο έλεγχο και τράβηξε την πολυθρόνα του στο άνοιγμα της πόρτας, για να τον δροσίσει το αεράκι που άρχισε να λαφροφυσά απ' τον νοτιά. Στα ρουθούνια του έφτανε η μυρωδιά της θάλασσας που απλωνόταν πέρα μακριά, γαλανή και παιχνιδιάρα κάτω απ' το ολόθερμο χάδι του ήλιου, που την άγγιζε απαλά σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη της.

Το αχνοκάστανο βλέμμα του γλίστρησε πάνω στα σκυμμένα κεφάλια των παιδιών και στάθηκε ανεξήγητα σ' ένα σγουρόξανθο κοριτσιού, που έγραφε βιαστικά και αγχωμένα δαγκώνοντας πού και πού το κερασένιο της στόμα από μια φοβερή νευρικότητα. Με μια ασυναίσθητη κίνηση ο Στέφανος έβγαλε τα γυαλιά του και ξεχάστηκε να κοιτάζει την απορροφημένη μαθήτρια. Το επίμονο βλέμμα του την έκανε να ανασηκώσει το σκυφτό της κεφάλι και να καρφώσει με απορία τα γκριζοπράσινα μάτια της στα δικά του τα ταραγμένα.

Τώρα την κοίταζε αχόρταγα, σαν να' ταν οπτασία. Πίσω απ' το λουλουδένιο της πρόσωπο έβλεπε την άυλη ομορφιά της μάνας της, της Μαρίνας, στα πρώτα χρόνια της νιότης τους. Τα ίδια μάτια, με λίγο πιο έντονο το λαδί, τον τύλιγαν νοερά σαν πράσινοι προβολείς με το χρωματιστό φως τους. Τα φρύδια γραμμένα τοξοτά, τα πλούσια ανοιχτόχρωμα μαλλιά κυματιστά στους ώμους κι η λυγερή κορμοστασιά σαν κλωνάρι κερασιάς.

Θυμήθηκε το τελευταίο τους ραντεβού το ανοιξιάτικο εκείνο απόγευμα, πριν φύγει για σπουδές στο εξωτερικό. Φορούσε ένα πλισεδένιο φόρεμα με βε δαντελένιο γιακαδάκι κι στο στήθος είχε ξαπλωμένη νωχελικά τη χοντρή χρυσή της πλεξίδα. Τα μάτια της, φορτωμένα δάκρυα, εκλιπαρούσαν.

- Μη μ' αφήσεις, Στέφανε...

Εκείνος έσφιξε συγκινημένος δυνατά το μπράτσο της και της χαμογέλασε αχνά.

- Έλα, μην κάνεις έτσι • δε θα χαθούμε... Θα' ρχομαι συχνά, έννοια σου...

Το' λεγε, μα δεν το πίστευε. Κάτι του έσφιγγε την καρδιά σαν προαίσθημα σκοτεινό.

- Να με περιμένεις..., συνέχισε ψιθυρίζοντας μ' έναν λυγμό.

Έτσι καθώς της μιλούσε τρυφερά, την τράβηξε απαλά προς το πυκνό σύδεντρο που απλωνόταν στην πλαγιά κάτω απ' τα πόδια τους. Ξάπλωσαν στη δροσερή χλόη και αγκαλιάστηκαν μ' ανατριχίλα. Στ' αυτιά του ο Στέφανος άκουγε ακόμη τον ψίθυρο απ' τα τρεμάμενα χείλη της. Η απαλή μυρωδιά του λαιμού της τον συνεπήρε. Σαν ζαλισμένος απ' το κρασί έπεσε πάνω της με λαχτάρα...

- Θα σε περιμένω... Πάντα θα σε περιμένω..., ψέλλισε δακρυσμένη εκείνη.

Ο Στέφανος έσκυψε και φίλησε απελπισμένα το μισάνοιχτο κάλεσμα. Την πίκρα από τη γεύση εκείνων των χειλιών την είχε ακόμα στο στόμα του. Κι ύστερα, όταν όλα αυτά έγιναν παρελθόν, ένιωσε να τον κυριεύει ένας πυρετός, που σιγόκαιγε για χρόνια στα σωθικά του. Το βράδυ του αποχωρισμού, επιστρέφοντας στο σπίτι, ξέσπασε μια δυνατή ανοιξιάτικη μπόρα, που ρούφηξε όλη την φλόγα που τον βασάνιζε και του έφερε λυτρωτικά δάκρυα στα μάτια.

Αυτά τον συντρόφευαν όλη την νύχτα ως το ξημέρωμα της άλλης μέρας, της μέρας του ταξιδιού, που έμελλε να αλλάξει συθέμελα τη ζωή του...

- Μαρίνα..., μουρμούρισε σαν χαμένος.

Την είχε ταυτίσει από χρόνια με την 'Μαρίνα των βράχων' του Ελύτη και έτσι την κρατούσε σαν πολύτιμο φυλαχτό στην καρδιά του, ως τη χρονιά αυτήν που την ξαναείδε 'στην ανηφοριά του μικρού Σεπτέμβρη' μαζί με άλλες μάνες, οι οποίες έφερναν με μεταγραφή τα παιδιά τους στο Λύκειό τους.

Ξαναγύρισε πίσω. Είδε τον εαυτό του δυστυχισμένο να την αποζητά και να κλαίει για τον χαμένο νεανικό του έρωτα. Από τότε χιλιάδες φορές την έφερε μπροστά του, αέρινη πάντα οπτασία, μ' εκείνο το χαμένο βλέμμα της απόγνωσης, το βλέμμα του αποχωρισμού. Η εικόνα του σύδεντρου τον περιτύλιξε πάλι ζωντανεύοντας και την παραμικρή λεπτομέρεια. Πήρε στα δυο του χέρια το πρόσωπό της το ραντισμένο με δάκρυα. Την κοίταξε βαθιά στα μάτια, σαν βουβή υπόσχεση, κι ύστερα τραβήχτηκε συγκινημένος.

Εκείνη έσκυψε και γέμισε με φιλιά τις χούφτες του. Ύστερα σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε πυρετικά.

- Στέφανε, σ' αγαπώ..., πρόφερε σιγανά κι απελπισμένα.

Οι καρδιές τους χτυπούσαν συναγερμό.

- Το ξέρω, είπε αυτός. Μα δε θα χωρίσουμε ποτέ, γλυκιά μου! Σου το ορκίζομαι!.. Ποτέ!.. Θα αλληλογραφούμε, θα τηλεφωνιόμαστε και, με την πρώτη ευκαιρία, θα' ρθω να σε δω..., την παρηγορούσε χωρίς αποτέλεσμα.

- Όχι, όχι γράμματα!.., είπε η Μαρίνα κοφτά με παιδιάστικο τόνο θυμού και, σουφρώνοντας με αγωνία το μέτωπο, συνέχισε με παράπονο.

- Τ' ανοίγει ο μπαμπάς μου τα γράμματα κι αλοίμονό μου αν καταλάβει κάτι...

Σταμάτησε ξαφνικά, σαν να κουράστηκε να μιλά. Στο πράσινο βλέμμα της εκείνος αναρίγησε.

- Έχε γεια, Στέφανε..., του είπε μ' έναν λυγμό και γύρισε να φύγει, για να μη ξεσπάσει σε κλάματα.

Εκείνος της άπλωσε τα χέρια, μα αυτή πισωπάτησε, έκανε μεταβολή κι έφυγε τρέχοντας σχεδόν, δίχως να κοιτάξει πίσω της. Η χοντρή πλεξίδα χόρευε στην πλάτη της και οι λεπτοί της ώμοι τραντάζονταν από λυγμούς. Αυτή ήταν και η τελευταία εικόνα της Μαρίνας της νιότης του, που είχε να θυμάται τις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς του στην ξένη γη. Ούτε αλληλογραφία ούτε τηλέφωνα. Έτσι το θέλησε εκείνη στη τελευταία τηλεφωνική επικοινωνία τους.

Σαν γύρισε απ' το εξωτερικό ο Στέφανος, έψαξε να την βρει με τη λαχτάρα του νοσταλγού ερωτευμένου, μα η Μαρίνα είχε εξαφανιστεί σβήνοντας κάθε ίχνος πίσω της. Από τότε μέχρι τον φετινό Σεπτέμβρη δεν είχε αλλάξει τίποτα, πέρα από ανούσιους περιστασιακούς έρωτες, που επιβεβαίωναν απλά την μοναδικότητα εκείνης της πρώτης του μεγάλης αγάπης.

Ώσπου ένα πρωί το θαμπό κι αδιόρατο όνειρο της θύμησής του πήρε σάρκα και οστά χαμογελώντας του από έναν κόσμο μακρινό, παραμυθένιο.

- Στέφανε;

Δεν τη θυμήθηκε αμέσως. Σκίρτησε μόνο στο άκουσμα της φωνής της. Του άπλωσε το χέρι. Μια γεματούλα καλοβαλμένη ξανθιά, με κοντοκουρεμένα μαλλιά, τού χαμογελούσε στο γραφείο του Διευθυντή ανάμεσα στους άλλους που ζητούσαν την εγγραφή των παιδιών τους. Βγήκαν στον διάδρομο, για ν' αποφύγουν τα αδιάκριτα βλέμματα. Το χέρι της σιγότρεμε μες στο δικό του, καθώς του μιλούσε.

- Με ξέχασες, λοιπόν; Και ορκιζόσουν για το αντίθετο... Εγώ σε θυμάμαι, σαν να' ταν χτες. Δεν άλλαξες πολύ, ενώ εγώ...

Την κοίταξε ξαφνιασμένα, ερωτηματικά, σαν να μην μπορούσε να το πιστέψει. Η Μαρίνα χαμογέλασε βλέποντας το σαστισμένο του ύφος. Ο Στέφανος την αναγνώρισε στη στιγμή!.. Είδε στα πράσινα μάτια της ένα γλυκό ονειροπόλημα που τον ταξίδεψε στην χαμένη του νιότη. Κάτι του έσφιγγε τον λαιμό απ' την συγκίνηση. Το ίδιο συγκινημένη ήταν κι εκείνη.

- Ύστερα στράφηκε δεξιά της και τράβηξε απαλά ένα χαριτωμένο κορίτσι, που του θύμιζε την Μαρίνα της νιότης του. Του τη σύστησε.

- Από 'δω η Άννα, η Αννούλα μου!.. Από φέτος θα έρχεται στο σχολείο σας. Μετακομίσαμε εδώ κοντά...

- Μετακομίσατε; Από πού;

- Ο άντρας μου ήταν στρατιωτικός, διοικητής στο Γ\' Σώμα Στρατού. Μέναμε στην Θεσσαλονίκη, μέχρι που πήρε την σύνταξή του και ξαναγυρίσαμε στα 'πάτρια εδάφη'...

Το βουητό που έφτανε στ' αυτιά του γινόταν όλο και εντονότερο.

- Κύριε καθηγητά!.. Κύριε καθηγητά, τι πάθατε;

Του φάνηκε πως ξύπνησε από λήθαργο. Είδε τα μάτια των παιδιών να τον κοιτάζουν εξεταστικά, ανήσυχα.

- Τι συνέβη;

- Δεν είναι τίποτα... Με ζάλισε, προφανώς, ο ήλιος..., δικαιολογήθηκε αναστατωμένος και, ρίχνοντας μια ματιά στο ρολόι του, τους είπε με ύφος κοφτό προσπαθώντας να βρει την αυτοκυριαρχία του. Ελάτε, γυρίστε στα γραπτά σας... Ο χρόνος τελειώνει...

Όταν ήρθε η ώρα της λήξης, είχε μείνει μόνο η Άννα με το κόκκινο φόρεμά της, να τον κοιτά ίσια στα μάτια, σαν να ήξερε... Του άπλωσε το χέρι και βύθισε το πράσινο βλέμμα της στο δικό του.

- Καλό καλοκαίρι, κύριε καθηγητά!.., είπε κοκκινίζοντας ελαφρά και ξαφνικά, ολωσδιόλου αναπάντεχα, έσκυψε και τον φίλησε στο μάγουλο ψιθυρίζοντάς του στ' αυτί.

- Χαιρετισμούς από την μητέρα μου...

Της έσφιξε το χέρι με συγκίνηση και την χαιρέτησε μ' ένα απαλό φιλί στα μεταξένια μαλλιά της.

- Καλή επιτυχία και καλή τύχη, κορίτσι μου!.. Καλή τύχη!.. Και...

Σταμάτησε μαγκωμένος κοιτώντας την με συγκίνηση.

- Ναι; Τι θέλατε να μου πείτε, κύριε καθηγητά; Τον ρώτησε τρυφερά η μικρή βλέποντάς τον να γίνεται κατακόκκινος.

- Ααα, τίποτε, τίποτε... Μόνο.., να μου προσέχεις την μαμά σου. Είναι ευαίσθητη...

- Έννοια σας και καταλαβαίνω!.., είπε με αφοπλιστικό χαμόγελο η Άννα και, χαιρετώντας τον για τελευταία φορά, γύρισε να φύγει.

Ο Στέφανος μάζεψε τα πράγματά του συλλογισμένος καθυστερώντας επίτηδες την έξοδό του απ' την τάξη, για να ηρεμήσει. Κατεβαίνοντας στο ισόγειο, την είδε να πλησιάζει με γοργό βηματισμό την εξώπορτα του σχολείου. Της φώναξε, ασυναίσθητα, μα το μετάνιωσε την ίδια στιγμή. Η Άννα έστρεψε το σγουρόξανθο κεφάλι και του χαμογέλαγε όλο γλύκα. Μια αμυδρή ευτυχία ξεπήδησε απ' τα μάτια του. Εκείνη τη στιγμή, καθώς την έβλεπε με το πορφυρό της φόρεμα, τού ήρθαν στον νου οι στίχοι του ποιητή που ήταν ο αγαπημένος της μητέρας της:

'... Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη,
κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν αίμα.
Βαθιά μες στο χρυσάφι του Καλοκαιριού
και τ' άρωμα των Υακίνθων...'

Έτσι, μέσα απ' την ρέμβη της ποίησης, ο Στέφανος αποχαιρέτησε για πάντα την δική του Μαρίνα, την Μαρίνα της νιότης του, την 'Μαρίνα των Βράχων'...