#_CRON_JOB_#
#_CRON_JOB_#
01/03/2010 12:56
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

GRAN TORINO



Hθοποιοί: Clint Eastwood, Bee Vang, Christopher Carley, Ahney Her

Σενάριο: Νick Schenk, Dave Johannson

Σκηνοθεσία: Clint Eastwood

Είδος: κοινωνικό δράμα

Διάρκεια: 116’

 Όταν το Γκραν Τορίνο βγήκε στο σινεμά δε μου κίνησε το ενδιαφέρον. Η κεντρική ιδέα, αυτή ενός χήρου, ηλικιωμένου βετεράνου πολέμου που είναι θυμωμένος με όλους και άθελά του σχετίζεται με μια γειτονική οικογένεια από την Άπω Ανατολή, την οποία ενώ αρχικά αντιπαθεί, τελικά βοηθάει, μου φαινόταν περισσότερο κατάλληλη για μια ακόμη ταινία πολιτικής ορθότητας, που θα ήταν γεμάτη κηρύγματα περί πολυπολιτισμικότητας και βαθυστόχαστους προβληματισμούς τύπου ‘why can’t we all just get along?’. Κι επειδή κάτι τέτοια στην καλύτερη περίπτωση με αφήνουν αδιάφορο, το άφησα για dvd. Πρόσφατα μια πολύ καλή μου φίλη έτυχε να το δει και μου το πρότεινε ανεπιφύλακτα. Έτσι, αποφάσισα να το δω κι εγώ. Και πολύ καλά έκανα τελικά.

 Η ιστορία ξεκινάει με την κηδεία της γυναίκας του Γουόλτ Κοβάλσκι, ενός σκληροτράχηλου και αρκετά δύστροπου βετεράνου του πολέμου της Κορέας. Εκεί βρίσκονται οι γιοι του με τις οικογένειές τους, οι οποίοι όμως περισσότερο σκέφτονται την περιουσία του ταλαιπωρημένου γέροντα παρά συμπάσχουν μαζί του. Έτσι δε μας εκπλήσσει που ο Κοβάλσκι είναι αποκομμένος από τα παιδιά του. Ούτε όμως και με τους γείτονές του τα πηγαίνει καλά. Πρόκειται για μια οικογένεια Χμονγκ, φυλή της νοτιοανατολικής Ασίας, η οποία του θυμίζει τους Κορεάτες που πολεμούσε όταν ήταν νέος, με αποτέλεσμα να τους αντιπαθεί ιδιαίτερα. Η κατάσταση σίγουρα δε βελτιώνεται όταν το αγόρι αυτής της οικογένειας, ο Τάο, πιεζόμενος από μια συμμορία να γίνει μέλος της, προσπαθεί ανεπιτυχώς να κλέψει το πολυτιμότερο πράγμα που έχει μείνει στην κατοχή του, μια Γκραν Τορίνο του 1973, αμάξι το οποίο προσέχει σαν τα μάτια του. Όταν όμως η συμμορία γίνεται ακόμη πιο πιεστική προς τον Τάο, ο παλαίμαχος στρατιώτης δε διστάζει να μπει στη μέση και να τον βοηθήσει. Η συνέχεια είναι τελείως αναπάντεχη για τον ίδιο. Η γειτονική οικογένεια περιπλέκεται στη ζωή του ενώ παράλληλα η συμμορία δεν είναι διατεθειμένη να τα παρατήσει εύκολα.

 Τα παραπάνω θα μπορούσαν εύκολα να χρησιμοποιηθούν για μια ταινία που θα προπαγάνδιζε τις βασικές παραδοχές της πολιτικής ορθότητας και της προωθούμενης μέσω αυτής παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας, όπως η δήθεν ανάγκη δημιουργίας πολυπολιτισμικών ‘κοινωνιών’, η παράλληλη αποδόμηση των εθνικών παραδόσεων, κ.λ.π. Όμως, το Γκραν Τορίνο δεν παγιδεύεται μέσα στο ασφυκτικό καλούπι του ιδεολογικού ελέγχου που έχει σκλαβώσει εδώ και χρόνια το Χόλυγουντ. Με σενάριο που λειτουργεί ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα, διαλύει τα κατεστημένα στερεότυπα προβάλλοντας τις δικές του αξίες και τη δική του κοσμοθεωρία.

 Ο πρωταγωνιστής του, ο καταπληκτικός Κλιντ Ίστγουντ, ίσως στον καλύτερο ρόλο της καριέρας του, υποδύεται ένα χαρακτήρα βαθιά ανθρώπινο, με μεγάλα ελαττώματα κι ακόμη μεγαλύτερα χαρίσματα. Οι κήρυκες του πολιτικά ορθού θα διαρρήγνυαν τα ιμάτιά τους ακούγοντάς τον να στολίζει ασταμάτητα σχεδόν όποιον συναντάει μπροστά του, κυρίως μάλιστα όσους ανήκουν σε άλλες φυλές. ‘Τι ρατσιστής’ θα έλεγαν. Κι όμως, ο Κοβάλσκι, αν και γεμάτος προκαταλήψεις και θυμό, ρατσιστής δεν είναι. Μίσος μέσα του δεν έχει. Απεναντίας συμπονάει τους αδυνάτους κι απεχθάνεται την αδικία. Εκστομίζει συνεχώς βρισιές και προσβολές γιατί έτσι έχει συνηθίσει να εκφράζει και να εκτονώνει το θυμό και τη θλίψη που αισθάνεται για τη μοναξιά του, την απομόνωση από τα παιδιά του και τις τύψεις του για όσα διέπραξε στον πόλεμο. Αντιπαθεί τους Ασιάτες αλλά όταν ο Τάο κινδυνεύει, επεμβαίνει αμέσως και τον σώζει χωρίς να λογαριάσει τον προσωπικό κίνδυνο. Σε άλλες ταινίες ο πρωταγωνιστής απλά συμμορφώνεται στις υποδείξεις του κοινωνικού του περιβάλλοντος και ρυθμίζει ανάλογα την εξωτερική συμπεριφορά του. Το Γκραν Τορίνο φανερώνει ότι καλός δεν είναι αυτός που έχει μάθει να λέει ‘african american’ αντί για ‘black’ αλλά αυτός που μέσα από τις δυσκολίες και τις ασχήμιες της ζωής δε χάνει την αγάπη για τους συνανθρώπους του και τους συμπαραστέκεται.

 Ο Κοβάλσκι αλλάζει με τρόπο όχι επιφανειακό αλλά ουσιαστικό: αποκτάει γνώση. Μαθαίνει περισσότερα για τους γείτονές του και συνδέεται μαζί τους. Ναι, δείχνει ότι μπορούμε να συνυπάρξουμε με  ανθρώπους από άλλες χώρες, όπως φωνάζουν και οι κήρυκες της πολυπολιτισμικότητας. Όμως, τονίζει κάτι που αυτοί αποφεύγουν να μας πούνε, δηλαδή ότι για να έχουμε ουσιώδη συνύπαρξη, για να σχηματίσουμε μαζί τους κοινωνία κι όχι απλά να γειτνιάζουμε γεωγραφικά και να συναλλασσόμαστε οικονομικά, θα πρέπει να προυπάρχει κάτι πολύ σημαντικό: κοινές αξίες και αντιλήψεις. Χωρίς αυτή την πολισμική συνάφεια σε επίπεδο αρχών και προτύπων δε θα μπορούσε ποτέ να δημιουργηθεί σχέση μεταξύ του Κοβάλσκι και των γειτόνων του. Πέρα βέβαια από το γεγονός ότι η συνύπαρξη ενός ατόμου με μια ξένη οικογένεια είναι τελείως διαφορετικό ζήτημα από τη συνύπαρξη εκατομμυρίων ανθρώπων.

 Επιπλέον, στο Γκραν Τορίνο έχουμε για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια μια διαφορετική εικόνα της Εκκλησίας. Σε άλλες ταινίες οι κληρικοί στην καλύτερη περίπτωση εμφανίζονται να επαναλαμβάνουν μηχανικά κάποιες φράσεις και τελετουργίες σε γάμους και κηδείες. Ο πάτερ Γιάνοβιτς όμως πιστεύει στα ιδεώδη της χριστιανικής θρησκείας και νοιάζεται αληθινά για όλους τους κατοίκους της ενορίας του. Προσπαθεί διαρκώς να προσεγγίσει τον Κοβάλσκι και να τον πείσει να έρθει στην εκκλησία, θέλοντας να τηρήσει μια υπόσχεση που είχε δώσει στη νεκρή γυναίκα του. Υπομονετικός και πρόθυμος να μαθαίνει, επιθυμεί να βοηθήσει τον ήρωα να βρει αυτό που του λείπει περισσότερο, την ψυχική γαλήνη.

 Άλλο βασικό στοιχείο που δένει και διαφοροποιεί την υπόθεση είναι η σημασία που δίνεται στην οικογένεια και στην παράδοση.. Όπως λέει σε μια σκηνή η Σου, η μεγαλύτερη αδελφή του Τάο, στον σκληροτράχηλο παππού, ‘η οικογένειά της είναι πολύ παραδοσιακή’. Για τους εκσυγχρονιστές της πολιτικής ορθότητας αυτό θα σήμαινε καθυστερημένη κι οπισθοδρομική. Στο Γκραν Τορίνο όμως βλέπουμε ότι προς τα πίσω στην πραγματικότητα πάνε οι οικογένειες των γιων του Κοβάλσκι, οι οποίες έχουν αφήσει τα παιδιά τους τελείως ανεξέλεγκτα. Δεν τους έχουν μεταδώσει καμιά αίσθηση υπευθυνότητας ή σεβασμού προς τους άλλους με αποτέλεσμα αυτά να αναπτύξουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τους γονείς τους. Άκρατος ατομοκεντρισμός, έλλειψη στοιχειώδους κατανόησης και αναισθησία, που εκδηλώνονται ακόμη και στην κηδεία της γιαγιά τους. Η εγγονή του Κοβάλσκι δε διστάζει να τον ρωτήσει αν μπορεί να της αφήσει μερικά πράγματα από το σπίτι του που της άρεσαν όταν πεθάνει.

 Η αντίθεση με την οικογένεια των Χμονγκ είναι τεράστια. Ακριβώς επειδή εξακολουθούν να πιστεύουν στις παραδοσιακές τους αξίες, έχουν φροντίσει να τις μεταδώσουν στα παιδιά τους. Σέβονται και υπολογίζουν τους άλλους ανθρώπους, αναλαμβάνουν με θάρρος τις ευθύνες τους και ανταποδίδουν στο πολλαπλάσιο ό,τι καλό τους προσφέρει κάποιος. Το ίδιο μάλιστα ισχύει για την κοινότητά τους ως σύνολο. Αν κάποιος ωφελήσει ένα μέλος της, η κοινότητα του εκφράζει τη συλλογική ευγνωμοσύνη της. Και γίνεται φανερό ότι η οικογένεια των Χμονγκ έχει περάσει αυτές τις αξίες από γενιά σε γενιά στα νεότερα μέλη της, τον Τάο και τη Σου, ακριβώς γιατί έχει διατηρήσει την εθνική της παράδοση, την πολιτισμική της ιδιαιτερότητα και γιατί δεν έχει χάσει τη συνοχή και την ταυτότητά της. Στο ίδιο σπίτι βλέπουμε τη γιαγιά, τη μητέρα και τα δυο νέα παιδιά. Τα οποία κάθε άλλο παρά αδύναμα ή οπισθοδρομικά είναι. Έξυπνα κι εργατικά, αντέχουν σε συνθήκες όπου τα κακομαθημένα εγγόνια του Κοβάλσκι θα λύγιζαν αμέσως. Και καταφέρνουν αυτό που ήταν αδύνατο για τα παιδιά του, δηλαδή να επικοινωνήσουν μαζί του και να καταλάβουν την αξία του. ‘Είσαι καλός άνθρωπος’, του λέει η Σου, αδιαφορώντας για τους άσχημους τρόπους του. Της αρκεί το ήθος των πράξεων και η ευγένεια των προθέσεών του.

 Το σενάριο του Γκραν Τορίνο είναι λοιπόν εξαιρετικό. Για τη σκηνοθεσία δεν έχω πολλά να πω, όχι γιατί αυτή δεν είναι καλή, άλλωστε ο Κλιντ Ίστγουντ είναι εγνωσμένης αξίας, αλλά γιατί σε μια κοινωνική ταινία συνήθως δεν υπάρχουν περιθώρια για κάτι το ιδιαίτερο. Ίσως σε τέτοιες περιπτώσεις η ποιότητα του σκηνοθέτη φαίνεται απλά από το γεγονός ότι τα πλάνα του είναι τόσο φυσικά που τίποτα δεν είναι παράταιρο και ο θεατής μπορεί να απορροφηθεί από την ιστορία.

 Σχετικά με τους ηθοποιούς, όπως ανέφερα προηγουμένως, ο Ίστγουντ δίνει ρεσιτάλ. Με το ψηλό ανάστημα, τον ιδιαίτερο τρόπο ομιλίας, τη μοναδική χροιά της φωνής και κυρίως το έντονο κι εκφραστικό βλέμμα του, κάνει τον Γουόλτ Κοβάλσκι έναν από τους πιο αξιομνημόνευτους χαρακτήρες που έχω δει ποτέ. Πάντως και οι ηθοποιοί που τον συμπληρώνουν είναι καλοί. Ο Μπι Βανγκ υποδύεται πειστικά τον ντροπαλό και συνεσταλμένο Τάο, η Άνευ Χερ τη δυναμική και καλόκαρδη αδελφή του και ο Κρίστοφερ Κάρλευ τον άπειρο αλλά ενθουσιώδη και πάντα πρόθυμο να βοηθήσει πάτερ Γιάνοβιτς.

 Το Γκραν Τορίνο είναι ένα μικρό διαμάντι. Με μια ιστορία απλή στη βασική της σύλληψη αλλά πλούσια σε νοήματα, σε κερδίζει με την ευαισθησία και την ειλικρίνειά του, σε τραβάει σιγά σιγά στον κόσμο του και ολοκληρώνεται με ένα φινάλε που δε θα μπορούσε να είναι πιο σοφά φτιαγμένο. Συμπυκνώνει σε μια σκηνή και τελικά σε μια εικόνα όλα τα ιδανικά του ήρωα και των φίλων του, και όσα κέρδισε χάρη σε αυτούς. Σε παλιότερους καιρούς μια τέτοια ταινία θα χρειαζόταν πολύ ταλέντο και κόπο για να δημιουργηθεί. Σήμερα απαιτεί και θάρρος. Ευτυχώς κάποιοι το έχουν ακόμη.

Δημήτρης

ΣΧΟΛΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια στο άρθρο! Γράψτε το πρώτο σχόλιο!

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.