Γιατί ο Μοχάμεντ Άλι έγινε ένας θρύλος
05/06/2016 16:01
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Γιατί ο Μοχάμεντ Άλι έγινε ένας θρύλος

"Ήταν ο πιο δημοφιλής αγώνας μετά τον Χίτλερ και τον Στάλιν -180 εκατ. Αμερικανοί να ζητωκραυγάζουν για ένα διπλό νοκ-άουτ". Είναι δύσκολο τώρα να θυμηθούμε πόσο μισητός ήταν ο Κάσιους Κλέι, ο "Louisville Lip" όπως τον αποκαλούσαν (επειδή ήταν από το Λουίσβιλ και είχε μεγάλα χείλη), όταν στο Μαϊάμι Μπιτς στις 25 Φεβρουαρίου 1964 προκάλεσε τον Σόνι Λίστον για το παγκόσμια πρωτάθλημα πυγμαχίας βαρέων βαρών και κέρδισε. Όπως έγραψε και ο δημοσιογράφος των Los Angeles Times που παρακολούθησε από κοντά τον αγώνα, σχεδόν όλοι είδαν τον Λίστον ως έναν σκυθρωπό κακοποιό και τον Κλέι ως έναν θρασύ αλήτη.

Ο Κλέι έγινε ακόμα πιο μισητός όταν άλλαξε το "όνομα του σκλάβου" του σε Μοχάμεντ Άλι και εντάχθηκε στο Έθνος του Ισλάμ, που ήταν τότε μία ρατσιστική αίρεση των μαύρων που περιφρονούσε τη δέσμευση του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ σε έναν μη βίαιο αγώνα για τα πολιτικά δικαιώματα. Το διαφυλετικό σεξ ήταν, για τον Άλι, ιδιαίτερα απεχθές. "Ένας μαύρος πρέπει να σκοτωθεί αν κάνει κάτι με μια λευκή γυναίκα", είπε. Μέσα και έξω από το ρινγκ αποκαλούσε τους μαύρους αντιπάλους του "Μπαρμπα Θωμάδες" και χειρότερα.

Πώς, λοιπόν, ο Άλι κατέληξε να γίνει ένας ήρωας σε όλο τον κόσμο; Το χιούμορ του βοήθησε. Όταν του απαγορεύτηκε η είσοδος σε ένα εστιατόριο σε ένα ταξίδι του στις νότιες πολιτείες, είπε μελαγχολικά: "Ο άνθρωπος ήταν πραγματικά μια απογοήτευση. Έκανα τόσο δρόμο κι έπρεπε να φάω κονσέρβα". Όταν τον ρώτησαν για την τέχνη του στο ριγκ, απάντησε: "Πέτα σαν πεταλούδα, τσίμπα σαν μέλισσα". Η ομορφιά του τον βοήθησε πάρα πολύ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο γιατρός του, Φέρντι Πατσέκο, τον περιέγραψε ως το πιο τέλειο ανθρώπινο ον που είχε δει ποτέ: Με ιδανικές αναλογίες, όμορφος και με αντανακλαστικά σαν αστραπή.

Έγινε για πρώτη φορά πολύ διάσημος στη ριζοσπαστική νεολαία όταν είπε το περίφημο: "Φίλε, εγώ δεν έχω καμία διαμάχη με τους Βιετκόνγκ" και αρνήθηκε να επιστρατευθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ. Όταν, κατά συνέπεια, του αφαιρέθηκε ο τίτλος, έγινε αμέσως περιζήτητος ως ειρηνιστής ομιλητής στο κύκλωμα της πανεπιστημιούπολης. Αντίθετα με τους περισσότερους επαγγελματίες μπόξερ, ο Άλι ήταν το προϊόν μιας συνηθισμένης μεσοαστικής οικογένειας και απέδειξε ότι θα μπορούσε να μιλήσει και για τον αγώνα. Η πνευματώδης, άτεχνη ποίηση του, όπως και οι στίχοι του Μπομπ Ντίλαν και του Τζον Λένον, κατέληξαν να συμβολίζουν τις επαναστάσεις του 1960.

Με τον καιρό, ο κόσμος της πυγμαχίας άρχισε να συμπαθεί τον Άλι. Το ότι δεν είχε το στοιχείο του γκάνγκστερ τους εντυπωσίασε. Σίγουρος από την προστασία του "βαρύ πυροβολικού" των Μαύρων Μουσουλμάνων, ήταν σε θέση να αψηφά τους συμμορίτες που για πολύ καιρό έλεγχαν και είχαν διαφθείρει το άθλημα. Οι οπαδοί της πάλης εντυπωσιάστηκαν ακόμη περισσότερο από το επίμονο θάρρος του Άλι, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο του επέτρεψε τελικά να επιστρέψει στο ριγκ μετά από τριάμισι χρόνια αναγκαστικής αποχής.

Τα αντανακλαστικά του είχαν επιβραδυνθεί και έπρεπε να απορροφήσει τα χτυπήματα που μπορούσε εύκολα να διαφύγει στην ακμή του. Ακόμα κι έτσι, ανέκτησε τον τίτλο των βαρέων βαρών στον αγώνα "Rumble in the Jungle" με τον Τζορτζ Φόρμαν στο Κογκό, τον διατήρησε στον "Thrilla in Manila" με τον Τζο Φρέιζερ και τον ανέκτησε ακόμη μια φορά αφού τον έχασε για λίγο από τον Λέον Σπινκς. Ο Άλι έδειξε ότι είχε τεράστιο θάρρος, καθώς και αντοχή σε όλους αυτούς τους αγώνες, αλλά κυρίως στους τρεις αγώνες με τον Φρέιζερ. "Φίλε", είπε ο Φρέιζερ, "τον χτύπησα με γροθιές που θα γκρέμιζαν και μια πόλη. Θεέ και Κύριε, είναι ένας μεγάλος πρωταθλητής".

Μέχρι τότε, ο Άλι είχε γίνει ήρωας στο σπίτι του στην Αμερική, αλλά και σχεδόν σε όλο τον κόσμο. Ο πρόεδρος Φόρντ τον προσκάλεσε στον Λευκό Οίκο και δήλωσε ότι ήταν "μια πραγματική ευχαρίστηση να συνομιλήσω μαζί του". Το 1980 ο πρόεδρος Κάρτερ τον έπεισε να προσπαθήσει να κάνει τους ηγέτες της Αφρικής να υποστηρίξουν το μποϊκοτάζ της Αμερικής στους Ολυμπιακούς Αγώνες στη Μόσχα για να διαμαρτυρηθούν για την εισβολή της Ρωσίας στο Αφγανιστάν. Και το 1996, πέτυχε αυτό που θεώρησε ως το μεγαλύτερο θρίαμβό του έξω από το ριγκ. Μπροστά σε ένα παγκόσμιο τηλεοπτικό κοινό που υπολογίζεται σε 3 δισεκατομμύρια ανθρώπους, μετέφερε την Ολυμπιακή Φλόγα για να ξεκινήσουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Ατλάντα.

Η υπερηφάνεια του ήταν εμφανής, αλλά το ίδιο και τα πλήγματα που δέχτηκε. Όπως και τόσοι πολλοί πριν από αυτόν, ο Άλι συνέχισε να αγωνίζεται για πολύ καιρό, ενώ θα έπρεπε να είχε κρεμάσει τα γάντια του, και δέχθηκε πάρα πολλές σκληρές γροθιές στο κεφάλι. Οι ημέρες όταν έπρεπε να κρατήσει 50 δωμάτια ξενοδοχείων για τους εκτός έδρας αγώνες του, τελείωσαν. Οι οπαδοί του είχαν λακίσει. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990 υπέγραφε αναμνηστικά του μποξ για να κερδίζει χρήματα. Η σύζυγός του, του συλλάβιζε τα γράμματα ένα-ένα.

Παρ' όλα αυτά, σε ένα άθλημα όπου τόσοι πολλοί πρώην πρωταθλητές καταλήγουν τρελοί και άφραγκοι, η ιστορία του είχε ένα συγκριτικά αίσιο τέλος. Ο Άλι κατάφερε να έχει εξαιρετική ηρεμία στα γηρατειά του, όπου πέρασε μεγάλο μέρος του χρόνου του με ήσυχη περισυλλογή και γονάτιζε στραμμένος προς τη Μέκκα για να προσευχηθεί όσο τον κράταγε το σώμα του. Όταν τον ρώτησαν πώς θα ήθελε να τον θυμόμαστε, είπε: "Ως έναν άνθρωπο που ποτέ δεν υποτίμησε εκείνους που τον υπερτίμησαν".

economist.com