#_CRON_JOB_#
#_CRON_JOB_#
29/03/2010 23:26
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

GAMER



(2009)

Ηθοποιοί: Gerard Butler, Amber Valletta, Michael C. Hall, Logan Lerman, Kyra Sedgwick

Σενάριο: Mark Neveldine, Brian Taylor

Σκηνοθεσία: Mark Neveldine, Brian Taylor

Είδος: περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας

Διάρκεια: 105’

 Όταν έχεις πρωταγωνιστήσει σε μια ταινία όπως οι 300 είναι δύσκολο να έχεις ανάλογη συνέχεια. Αν μη τι άλλο τέτοιες παραγωγές δε φτιάχνονται κάθε χρόνο. Ωστόσο μπορείς να είσαι προσεκτικός στις επιλογές σου και να αποφεύγεις τις κακοτοπιές. Δυστυχώς ο Μπάτλερ είδε κάτι που του άρεσε στο Gamer, πιθανόν τον πρωταγωνιστικό ρόλο, κι έπαιξε σε μια ταινία που χωρίς αυτόν θα περνούσε απαρατήρητη. Υποδύεται λοιπόν τον Τζον Τίλμαν, έναν καταδικασμένο σε θάνατο στρατιώτη που συμμετέχει αναγκαστικά σε ένα ‘παιχνίδι’ του μέλλοντος, στο οποίο άνθρωποι ελέγχονται μέσω νανοτεχνολογίας από άλλους ανθρώπους και μάχονται μεταξύ τους μέχρι θανάτου.

 Ομολογώ ότι οι σεναριογράφοι του Gamer είχαν φαντασία όσον αφορά την κεντρική ιδέα. Παλιότερα είχα δει το εξαίρετο Running Man με τον Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ, που βασιζόταν σε βιβλίο του Στήβεν Κινγκ κι έδειχνε μια μελλοντική κοινωνία που είχε επιστρέψει στις παλιές καλές εποχές των ρωμαϊκών αρενών. Έριχναν τους παίχτες σε έναν περιφραγμένο χώρο κι αυτοί έπρεπε να γλιτώσουν από τους φύλακες που τους καταδίωκαν ανελέητα μέχρι να τους εξοντώσουν. Η δικαιολογία για αυτή τη φρικαλεότητα ήταν ότι επρόκειτο για καταδικασμένους σε θάνατο εγκληματίες κι ότι έτσι τους δινόταν η ευκαιρία, αν νικούσαν, να κερδίσουν την ελευθερία τους και κάμποσα λεφτά.

 Η πρωτοτυπία του Gamer έγκειται στο γεγονός πως οι σεναριογράφοι συνδύασαν τη βαρβαρότητα του Running Man με την άμβλυνση της σκέψης και των αισθημάτων που προκαλεί η εικονική πραγματικότητα κι επινόησαν μια κοινωνία τελείως αποχαυνωμένη. Στο Gamer έχουν δημιουργηθεί δύο μαζικά ‘παιχνίδια’ όπου οι χρήστες δεν ελέγχουν τρισδιάστατα μοντέλα αλλά ανθρώπους. Αυτοί έχουν εμφυτευμένα στον εγκέφαλό τους νανοσωματίδια μέσω των οποίων οι παίχτες τους μεταδίδουν εντολές τις οποίες ακολουθούν απαρέγκλιτα. Το ένα παιχνίδι ονομάζεται Society, θυμίζει τους σημερινούς Sims και σε αυτό συμμετέχει η Άντζι, η γυναίκα του Τίλμαν, που προσπαθεί να μαζέψει λεφτά για να ξανακερδίσει την κηδεμονία της κόρης τους. Στο δεύτερο παιχνίδι, το Slayers, που είναι μεταγενέστερο και τρομερά βίαιο, οι χρήστες ελέγχουν εγκληματίες που επρόκειτο να εκτελεσθούν και τους βάζουν να πολεμάνε μέχρι να καταφέρει κάποιος να περάσει με επιτυχία τριάντα πίστες (περιοχές) οπότε αφήνεται ελεύθερος. Το άτομο που τα σκέφτηκε όλα αυτά κι ελέγχει την υλοποίησή τους είναι ο Κεν Κασλ. Με τον πλούτο που συγκέντρωσε από τις συνδρομές των παιχτών και την τηλεθέαση του Slayers μπορεί πια να ελέγχει πολύ περισσότερα από τους τεχνητούς κόσμους του.

 Ο Τίλμαν μπλέχτηκε στο Slayers επειδή σκότωσε φαινομενικά εν ψυχρώ έναν άνθρωπο. Είναι ο μόνος που έχει καταφέρει να επιβιώσει από τόσο πολλές μάχες κι ελπίζει να φτάσει ως το τέλος για να ξαναδεί την οικογένειά του. Όμως ο Κασλ, για άγνωστους λόγους, δεν είναι διατεθειμένος να τον αφήσει να πετύχει κάτι τέτοιο. Η κατάσταση περιπλέκεται όταν εμφανίζεται μια ομάδα επαναστατών που μεταδίδει παράνομα τηλεοπτικά μηνύματα και διακηρύσσει ότι ο Κασλ έχει μια κρυφή ατζέντα που ο κόσμος πρέπει να μάθει. Προσωπικά βρίσκω τραγική την ιδέα των σεναριογράφων πως ένα σύστημα που μαθαίνει τον άνθρωπο να βλέπει τον εαυτό του ως αντικείμενο και δημιουργεί έσοδα από τον απόλυτο ευτελισμό ή ακόμη και το θάνατό του πρέπει να περιέχει μια κρυφή ατζέντα για να θεωρηθεί κακό και να υπάρξουν αντιδράσεις εναντίον του. Εν πάσει περιπτώσει, οι επαναστάτες πιστεύουν ότι ο Τίλμαν γνωρίζει κάτι που μπορούν να χρησιμοποιήσουν ενάντια στον Κασλ, οπότε επικοινωνούν μαζί του καθώς και με τον Σάιμον, τον ζάμπλουτο έφηβο που τον ελέγχει όταν είναι μέσα στο παιχνίδι.

 Η ταινία όμως χάνει από νωρίς την ευκαιρία να αξιοποιήσει τα παραπάνω στοιχεία για να οικοδομήσει κάτι καλό. Πλοκή της προκοπής δεν υπάρχει αφού το μεγαλύτερο μέρος της  ιστορίας διαδραματίζεται με τον Τίλμαν να παιδεύεται μέσα στις πίστες του Slayers. Ο τρόπος που διαπλέκεται η πορεία του με τον αγώνα των επαναστατών είναι απλοϊκός κι επιφανειακός. Ουδέποτε πείσθηκα ότι οι επαναστάτες πραγματικά αγωνίζονταν να ανατρέψουν την ιδιότυπη τυραννία του Κασλ. Δε με ένοιαζε καν αν θα τα καταφέρουν. Η μόνη έκπληξη του σεναρίου είναι όταν μαθαίνουμε αυτό που ξέρει ο ήρωας για τον Κασλ, ακόμη και τότε όμως δεν προκαλείται καμία εντύπωση. Ούτε η σχέση με τη γυναίκα του αποκτάει ιδιαίτερη βαρύτητα παρόλο που κάποια στιγμή συναντιώνται. Γενικά δεν υπάρχει τίποτα στην πλοκή του Gamer που να μπορεί να τραβήξει την προσοχή του θεατή.

 Το ίδιο ισχύει για τους χαρακτήρες. Ο Τίλμαν είναι ο μόνος που έχει κάποιο βάθος. Ανυπομονεί να επανενωθεί με την οικογένειά του και δε βλέπει τους άλλους πολεμιστές του Slayers ως κρέας προς άλεσμα για τη διασκέδαση των αναισθητοποιημένων τηλεθεατών. Επίσης είναι υπομονετικός και πιο έξυπνος από τους υπόλοιπους. Τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα για τους άλλους χαρακτήρες. Ο Κασλ είναι ο τυπικός κακός-καρικατούρα που θέλει να κατακτήσει τον κόσμο. Η Άντζι την περισσότερη ώρα περιφέρεται μέσα στους χώρους του Society φορώντας σέξυ ρούχα. Ο Σάιμον είναι απλά ο νεαρός μανιακός gamer που ελέγχει τον Τίλμαν και χάρη στις ικανότητές του τον έχει κρατήσει ζωντανό για τόσο καιρό.

 Σαν να μην έφτανε που η πλοκή και οι χαρακτήρες είναι χαμηλού επιπέδου το πιο απογοητευτικό κομμάτι του έργου είναι οι σκηνές δράσης, αυτό δηλαδή που θα έπρεπε να είναι το καλύτερο. Βασικές αιτίες είναι η κάμερα που ακολουθεί τον ήρωα σαν να την κρατάει μεθυσμένος και η έλλειψη φαντασίας. Εν έτει 2010 το να βλέπεις έναν τύπο να τρέχει κρατώντας ένα πολυβόλο και να χτυπάει εχθρούς που εμφανίζονται σε δρόμους, παράθυρα και σκαλωσιές δεν είναι ούτε πρωτότυπο ούτε διασκεδαστικό. Ακόμη και τα ηλεκτρονικά πολεμικά παιχνίδια έχουν προ πολλού ξεπεράσει αυτή τη λογική και προσπαθούν να έχουν ποικιλία. Απεναντίας στο Gamer επαναλαμβάνεται μονότονα η ίδια διαδικασία και το μόνο που αλλάζει κάπως είναι τα σκηνικά.

 Μια άλλη φαεινή ιδέα των συντελεστών ήταν να αποδώσουν τις μάχες με τρόπο που θυμίζει συνέχεια στο θεατή ότι παρακολουθεί ένα παιχνίδι. Στην εικόνα εμφανίζεται κάθε λίγο ένα τρεμούλιασμα, σα να παρεμβάλλονται παράσιτα στην επικοινωνία του Σάιμον με τον Τίλμαν, καθώς και φωτεινές ενδείξεις για το σημείο της πίστας όπου βρίσκεται ο ήρωας. Αυτά είναι λογικό να τα βλέπει ο Σάιμον, εμείς όμως δε θα έπρεπε να τα βλέπουμε. Ακόμη και τα σημερινά video game πετυχαίνουν να μη σκέφτεται ο παίκτης ότι χειρίζεται εικονικούς χαρακτήρες. Η αποτυχία της ταινίας να δημιουργήσει ταύτιση του θεατή με τον ήρωα ολοκληρώνεται όταν αυτός επικοινωνεί με τον Σάιμον κι εμφανίζονται οι δυο τους παράλληλα. Κάποια στιγμή ο Τίλμαν καταφέρνει να αποδράσει από το παιχνίδι αλλά η δράση που ακολουθεί είναι τετριμμένη και το γεγονός ότι μπορεί πια να ελέγχει τις πράξεις του μένει ανεκμετάλλευτο.

 Η κατάσταση έξω από τα πεδία των μαχών είναι χειρότερη. Ο χώρος όπου ζει ο Τίλμαν μαζί με τους υπόλοιπους μελλοθάνατους είναι υπερβολικά σκοτεινός, η έπαυλη-οχυρό του Κασλ περιορίζεται σε ένα χωλ κι ένα γήπεδο μπάσκετ ενώ το κρυσφήγετο των επαναστατών είναι μια τρώγλη με υπολογιστές πεταμένους τριγύρω και μερικά παμπάλαια ηλεκτρονικά παιχνίδια με τα οποία περνάνε την ώρα τους. Έλλειψη φαντασίας και μιζέρια συνθέτουν έναν κόσμο που δεν ελκύει ούτε πείθει το θεατή.

 Το Gamer αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή από κάθε άποψη. Ο Μπάτλερ είναι ο μόνος που δείχνει υποκριτική ικανότητα κι εκπλήσσει ευχάριστα με την ευχέρειά του στις μάχες σώμα με σώμα. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί απλά υπάρχουν αφού ουσιαστικά δεν έχουν χαρακτήρες να ενσαρκώσουν. Η ιστορία ουδέποτε αναπτύσσει την έξυπνη κεντρική ιδέα της. Η σκηνοθεσία έχει ως μόνο ποιοτικό στοιχείο μερικές χαοτικές μάχες με τον ήρωα στη μέση και γύρω του ανθρώπινα σώματα να τινάζονται μακριά από τις σφαίρες ή να εκτοξεύονται από τις εκρήξεις. Το έργο στερείται ρυθμού και γίνεται λιγότερο ενδιαφέρον όσο πλησιάζουμε προς το τέλος του, που, αν εξαιρέσουμε μια μικρή μάχη, είναι εξίσου απογοητευτικό με τη δράση που έχει προηγηθεί. Κρίμα που ο Μπάτλερ έκανε μια τόσο άστοχη επιλογή. Ελπίζω η συνέχεια της καριέρας του να είναι πολύ καλύτερη. Έχει το πρόσωπο, τη φωνή, το σώμα και το ταλέντο για να καθιερωθεί ως ήρωας ταινιών δράσης αρκεί να μη δέχεται στο εξής ό,τι του προτείνουν.

Δημήτρης

ΣΧΟΛΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια στο άρθρο! Γράψτε το πρώτο σχόλιο!

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.