Αιμιλία Στ. Δάφνη: Μαριάμ
26/04/2019 14:00
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Αιμιλία Στ. Δάφνη: Μαριάμ

Γλυκό ήταν εκείνο το ανοιξιάτικο απομεσήμερο στη μακρινή συνοικία της Ιερουσαλήμ. Η Μαριάμ, αφού περιμάζεψε το σπίτι της, κάθισε στην ανέμη, έφερε βόλτα στα καλάμια το κόκκινο γνέμα και στάθηκε συλλογισμένη. Χθες ακόμα ο Ιησούς της έστειλε τον κούρσορα (ταχυδρόμο) τον Φινεές, για να την καθησυχάσει: ''Λίγη υπομονή, Κυρά, και μια από τούτες τις ημέρες θα 'ρθει ο Διδάσκαλος να σε δει''

Και καθώς στέκονταν κι οι δυο στην αυλή κουβεντιάζοντας, ο πιστός Φινεές έστρωσε καταγής το φακιόλι του (κεφαλομάντιλο) για να πατήσει απάνω η Μαριάμ και να μπει στο σπίτι της. Και τότες Εκείνη σήκωσε τα μάτια της ψηλά στον ουρανό και είπε: ''Ποια είμαι 'γω, Κύριε, για να με ευλογούν όλες οι γενεές της γης;''

Κι έτσι σήμερα, καθώς γυρίζει το ροδάνι και καθώς πέφτει παντού η μεσημεριάτικη ησυχία, έρχεται το μεσοΰπνι, μαζί με τις θύμησες που αεροζυγιάζονται απάνω στο χρυσό γνέμα της ψυχής της.

Σε μια στιγμή χαμογελά. Βλέπει τον εαυτό της, τριών χρονών, αφιερωμένη στο ναό, να ζει σαν περιστέρι, παίρνοντας την τροφή της από τα χέρια των αγγέλων. Κι ύστερα, δώδεκα χρονών, να την αρραβωνιάζουν οι αρχιερείς με τον γερο-Ιωσήφ τον μαραγκό, που την έφερε σπίτι του και της είπε: ''Σ' αφήνω τώρα σπίτι μου, Μαριάμ, κι εγώ πηγαίνω να πιάσω δουλειά στις οικοδομές μου. Ο Θεός μαζί σου!'' Και τονε βλέπει να παίρνει στον ώμο τα σύνεργα της τέχνης του και να μακραίνει στο σκονισμένο δρόμο.

Και να που αναθυμάται τώρα τα δεκάξι της χρόνια. Τότε ήταν που οι ιερείς, θέλοντας να βάλουν καταπέτασμα στο Ναό του Κυρίου, ζήτησαν εφτά αμόλυντες παρθένες κι έστειλαν στο σπίτι του Ιωσήφ και την φώναξαν κι αυτήν. Τότες έβαλαν κλήρο για να δούνε ποια θα γνέσει το χρυσάφι και τον αμίαντο και το μετάξι και το υακίνθιο και το κόκκινο και την αληθινή πορφύρα.

Και μια μέρα πάλι - άνοιξη ήταν και τότε - πήρε τη στάμνα της και πήγε στη βρύση για νερό. Κειδά που γέμιζε άκουσε άξαφνα μια φωνή: ''Χαίρε, κεχαριτωμένη! Ο Κύριος μετά σου!''

Κοίταξε δεξιά ζερβά, να δει από πού της έρχεται η φωνή, μα δεν είδε τίποτα και τρόμαξε. Άρπαξε τη στάμνα της και πήγε γρήγορα σπίτι της κι άρχισε να κλώθει την πορφύρα, τρέμοντας σύγκορμη.

Και να που άγγελος Κυρίου στάθηκε μπροστά της και της λέει: ''Μη φοβού Μαριάμ!'', και της έδωσε τον κρίνο του Ευαγγελισμού.

Ω!.., πώς μπερδεύονται τώρα οι θύμισες, καθώς το χέρι της σταμάτησε να γυρνά την ανέμη και νιώθει τα βλέφαρά της βαριά!

Μα, καθώς γλάρωνε, ένιωσε πως κάποιος μπήκε στην αυλή της, κι ανοίγοντας τα μάτια, είδε μπροστά της τον Ιωάννη, που ανάσαινε με κομμένη αναπνοή και μιλούσε με την ψυχή στα δόντια.

- Πού ήσουνα, της λέει, και δεν ήρθες να δεις τι έγινε;

- Τι έγινε; ρώτησε και 'κείνη και πετιέται ολόρθη κατεβάζοντας την μαντήλα της.

- Έπιασαν το γιο σου και δάσκαλό μου και πάνε να τον σταυρώσουν!..

Τότες η Μάνα σήκωσε τα χέρια της ψηλά και ξεφώνισε:

- Παιδί μου, παιδί μου! Τι κακό έκαμες και θέλουν να σε σταυρώσουν;

Και με το νου θολωμένο, όρμησε έξω απ' το σπίτι της και πήρε το δρόμο κλαίγοντας κι αμέσως ο έρημος δρόμος εγέμισε από θρήνους γυναικών, που έτρεχαν βγαίνοντας από τα σπίτια τους όπως όπως, κι ανάμεσα σ' αυτές την ακολουθούσαν από κοντά η Μάρθα και η Μαρία η Μαγδαληνή και η Σαλώμη και πλήθος άλλα κορίτσια. Και δίπλα της την επαράστεκε ο Ιωάννης, χλωμός, πηγαίνοντας με χαμηλωμένα βλέφαρα, ώσπου τέλος έφτασαν στο μέρος που εβρύαζε ο όχλος και ο ένας έσπρωχνε τον άλλον για να δει, και βλαστημούσαν κι έφτυναν και ούρλιαζαν και ο αναβρασμός ήτανε μεγάλος και βουερός.

Τότε η Μαρία, κοιτάζοντας σαστισμένη, ρωτά τον Ιωάννη;

- Πού είναι ο γιος μου;

- Να, της αποκρίνεται• βλέπεις εκείνον εκεί που φορεί έν' ακάνθινο στεφάνι και του 'χουν δέσει τα χέρια; Αυτός είναι!

Και, καθώς έκαμε η Θεοτόκος ψάχνοντας με το μάτι και τον αντίκρισε, ο κόσμος έσβησε γύρω της κι έπεσε καταγής χωρίς πνοή.

Οι γυναίκες που την ακολουθούσαν, καμιά δεν τόλμησε να την αγγίξει, μόνο στέκονταν γύρω της κι έκλαιγαν, με μια κρυφή ευχή μέσα τους: ''Να 'διν' ο Θεός να την ανάπαυε και να μη δει τον όχλο που ξεκίνησε γιουχαΐζοντας τον άκακο Ιησού, που, φορτωμένος το σταυρό του, ανέβαινε, σπρωγμένος και δαρμένος από πέτρες και χώματα και ξύλα!''

Ναι! Να 'διν' ο Θεός να την ανάπαυε, να μη δει τον γιο της να πέφτει μπροστά στην πύλη της Ιερουσαλήμ... Να μη δει το πώς οι στρατιώτες εμοίραζαν ''τα ιμάτια αυτού'', το πώς τον έντυσαν με κόκκινη χλαμύδα, τον ανέβασαν και τον κάρφωσαν στο σταυρό, ανάμεσα σε δυο κακούργους. Μα εκείνη σηκώθηκε κι έτρεξε σαν λέαινα του αγρού'', κι όταν εκοντοζύγωνε, είδε τον όχλο παραδομένο σ' έν' ακατανόητο μεθύσι και σάστισε.

Άλλοι γονάτιζαν και χτυπούσαν στο χώμα το κούτελό τους, προσκυνώντας τάχα τον Ιησού, άλλοι τονε χτυπούσαν στο κεφάλι με το καλάμι , και γυναίκες έσουρναν καταγής ξέπλεγες τις μακριές τους κοτσίδες, παρασταίνοντας τάχα το πώς η Μαγδαληνή σκούπισε τα πόδια του Ιησού με τα μαλλιά της.

Και ο ληστής ο Γίστας τού φώναξε:

- Αν είσαι ο γιος του Θεού, κατέβα από το σταυρό και σώσε μας!

Και μόνο ο ληστής εκ Δυσμάς, που ήταν δεξιά του, εμουρμούριζε: Μνήσθητί μου, Κύριε!..

Μόλις η Μαριάμ έφτασε στη ρίζα του Σταυρού, έσκισε το ρούχο της και φώναξε:

- Κύρι' ελέησον! Πώς μπορούν τα τυφλωμένα και σκοτισμένα μου μάτια να βλέπουν όλα τούτα τα βάσανα του μονάκριβου παιδιού μου; Αλί μου, αλί! Πού έδυσε, παιδί μου, η ομορφιά σου, και πώς μου φαίνεσαι έτσι αγνώριστος τώρα; Πού επήγαν τα όσα καλά έκαμες σε τούτο το λαό; Τι κακό έκαμες στους αχάριστους Ιουδαίους;

Το ανθρωπομάζεμα ετριγύρισε τη γυναίκα που έκλαιγε έτσι κι αλάλαξε για το καινούριο θέαμα.

Κι ήταν εκεί και Ιουδαίοι υποκριτές και Ναζαρηνοί μοχθηροί και Έλληνες σκεπτικιστές και Αιγύπτιοι και Ρωμαίοι ασεβείς κι όλοι μαζί την έσπρωξαν και την έδιωχναν από 'κει.

Μα, καθώς την έδιωχναν, εκείνη σήκωσε τα θολά της μάτια και τους είπε:

- Άνθρωποι, δώστε μου δρόμο να περπατήσω, δώστε μου τόπο να σταθώ και να κλάψω... Θέλω να φιλήσω τον μονάκριβό μου...

Μα οι πραιτωριανοί έβαλαν σε πράξη τη διαταγή που άκουσαν:

- Διώχτε την αυτήν τη γυναίκα!

Και την έδιωξαν μακριά κι αυτήν και τον Ιωάννη, που έκλαιγε παράμερα μαζί με τις γυναίκες.

Αυτές την περιμάζεψαν εκείνη τη νύχτα και της εστέγνωσαν τα δάκρυα, και την έβαλαν να πλαγιάσει σε μαλακά στρωσίδια και κοντά της έβαλαν την Μάρθα, να κάθεται και να την έχει έννοια.

.............................................................................................................

Σε λίγο η σιωπή έπεσε παντού και ο ύπνος εβάρυνε τα μάτια δικαίων και αδίκων. Μόνο η Μαριάμ αγρυπνούσε μαζί με την Μάρθα σιγοκουβεντιάζοντας. Και κειδά, κατά τα βαθιά μεσάνυχτα, που όλοι καταπλάγιαζαν, οι δυο γυναίκες σηκώνονται χωρίς θόρυβο, τυλίγονται στους μανδύες τους και παίρνουν το δρόμο που θαμποάσπριζε ανηφορίζοντας ως την κορυφή του μαρτυρίου.

Στο διάφανο στερέωμα, τρεις χωριστοί σταυροί γράφονται και ο μεσιανός όλο και ψηλώνει και γλυκοφέγγει σαν ορθρινό γλυκοχάραμα.

Σ' αυτόν πορεύονται οι δυο γυναίκες και ο τόπος γύρω ευωδιάζει. Σ' αυτόν στέκεται η Μαρία και παρακαλεί, και τα δάκρυα τρέχουνε ποτάμι.

Η πολιτεία κάτω λουφάζει, δεμένη στο βραχνά της αμφιβολίας για την πράξη• και τα δάκρυα της Μάνας τρέχουνε δροσιά στα νιόβγαλτα βλαστάρια που αφανίστηκαν κάτω από τις πατούσες του ακάθαρτου όχλου. Κλαίνε οι δυο γυναίκες και η μάνα παρακαλεί:

- Πού είναι, παιδί μου, οι αγαπημένοι σου μαθητές που ορκίστηκαν να πεθάνουν μαζί σου; Πού είναι όλοι αυτοί που τους γιάτρεψες!.. οι τυφλοί που ανάβλεψαν, οι χωλοί που περπάτησαν, οι νεκροί που ανέστησαν;

Ρίχνει τα μάτια της γύρω... Ούτε ένας!

- Πού έπεσε ο σπόρος της αγάπης που έσπειρες, ωιμέ, γλυκό μου παιδί;

Κι αγκαλιάζοντας τη ρίζα του Σταυρού φωνάζει:

- Γείρε, σταυρέ μου, γείρε!.. Θέλω να φιλήσω το γιο μου, το δικό μου το γιο, γιατί άντρα δε γνώρισα. Γείρε, σταυρέ μου, γείρε! Θέλω ν' αγκαλιάσω το άκακο αρνί μου... Γείρε, σταυρέ μου, γείρε! Θέλω να χαϊδέψω το κεφάλι του παιδιού μου... Είμαι η Μάνα του, κι άλλο παιδί δεν έχω!

Και τότε, κάτω απ' την ανοιξιάτικη αστροφεγγιά, έγειρε ο Σταυρός και η Μαρία φίλησε στερνή φορά τον μονάκριβό της! Και ο Σταυρός πάλι στυλώθηκε, ψηλώνοντας ολοένα προς τα ουράνια. Το φως της αλήθειας άνθισε τότε σαν κρίνος μες στην ψυχή της κι αυτό της έδωσε δύναμη να πάρει, μαζί με την Μάρθα πάλι, το δρόμο που άσπριζε κατηφορίζοντας και να πάει, μες στα βαθιά μεσάνυχτα, να χτυπήσει την πόρτα του Ιωσήφ απ' την Αριμαθαία και να του μιλήσει για την ταφή...

Καλή Ανάσταση και Καλό Πάσχα σε όλους!

Επιμέλεια: Κρινιώ Καλογερίδου