#_CRON_JOB_#
#_CRON_JOB_#
03/04/2010 11:39
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

"O άλλος"



ΤΗΕ ΟΤΗΕR MAN

Ηθοποιοί: Liam Neeson, Antonio Banderas, Laura Linney, Romola Garai

Σενάριο: Richard Eyre, Charles J. H. Wood

(βασισμένο στο διήγημα ‘Τhe other man’ του Βernhard Schlink)

Σκηνοθεσία: Richard Eyre

Είδος: δράμα/θρίλερ

Διάρκεια: 90’

 Eίναι δύσκολο να καταλάβεις γιατί ηθοποιοί όπως ο Λίαμ Νίσον διαλέγουν να παίξουν σε παραγωγές σαν το ‘The other man’. Ίσως το κάνουν απλά για τα λεφτά. Μπορεί πάλι να τους τραβάει ένα μέρος της ταινίας, λογικά ο ρόλος τους, οπότε παραβλέπουν ότι το υπόλοιπο έχει χτυπητές αδυναμίες. Δεν τους κατηγορώ για αυτό αλλά μου κάνει εντύπωση όποτε το διαπιστώνω. Στο ‘The other man’ ένας πλούσιος επιχειρηματίας, ο Πήτερ, προσπαθεί να μάθει περισσότερα για το παρελθόν της γυναίκας του, της Λίζας, η οποία έχει εξαφανιστεί, ενώ εμφανίζεται στο προσκήνιο ένας μυστηριώδης άντρας που φαίνεται ότι σχετιζόταν ερωτικά μαζί της.

 Ο Πήτερ ψάχνει κι ανακαλύπτει ότι ο εραστής της γυναίκας του, που αυτοαποκαλείται Ραλφ, είναι ένας ανέμελος κοσμοπολίτης ‘bon viveur’ που τη συγκεκριμένη περίοδο μένει στο Μιλάνο. Ξεκινάει λοιπόν για εκεί σχεδιάζοντας την εκδίκησή του, μέρος της οποίας είναι να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα για τον Ραλφ και τη σχέση του με τη Λίζα. Ταυτόχρονα ο θεατής αναρωτιέται πότε θα εμφανισθεί η ίδια η γυναίκα του και ποια θα είναι τότε η αντίδρασή του. Όλα δείχνουν ότι η κατάληξη θα είναι δυσάρεστη παρά τις προσπάθειες που καταβάλλει η κόρη του, η Άμπιγκεϊλ, για να τον κατευνάσει.

 Η πλοκή της ταινίας είναι αρκετά απλή. Ο Πήτερ έχει συχνά φλας μπακ σε προηγούμενες εποχές, όταν η αγαπημένη γυναίκα του ήταν ακόμη μαζί του, ενώ παράλληλα βλέπουμε την προβληματική σχέση του με την κόρη του. Ωστόσο η εξέλιξη είναι γραμμική και χωρίς διακλαδώσεις που να εμπλουτίζουν τη δράση. Ο ρυθμός είναι μονίμως σχετικά αργός και κάπου καταλαβαίνουμε ότι το έργο κάνει κοιλιά. Ευτυχώς ακολουθεί ένα κομβικό σημείο της πλοκής και τα πράγματα ξαναζωντανεύουν. Το πρόβλημα είναι ότι λίγο μετά τελειώνει η ταινία. Άλλωστε 90’ είναι οριακός χρόνος για να προλάβεις να ολοκληρώσεις την αφήγηση μιας κινηματογραφικής ιστορίας και το ‘The other man’ δεν προλαβαίνει να αναπτύξει επαρκώς τους χαρακτήρες του ούτε να φτάσει στο τέλος του με ομαλό τρόπο. Από την άλλη αυτό δεν είναι και τόσο κακό γιατί δε φαίνεται να έχει κάτι το ιδιαίτερο να πει.

 Η κεντρική ιδέα σε ξεγελάει ότι πρόκειται για έργο που συνδυάζει το θρίλερ με το δράμα αλλά στην πραγματικότητα έχει μόνο λίγο από το δεύτερο. Ακόμη κι όταν συναντώνται ο εξαπατημένος σύζυγος κι ο ανυποψίαστος εραστής η ένταση μεταξύ τους είναι υποτονική παρά τις όποιες μικροεξάρσεις. Ο Πήτερ ψάχνει να μάθει τι έκανε η Λίζα εν αγνοία του αλλά περισσότερο υποφέρει για το μέγεθος του ψέματος που έχει ανακαλύψει παρά αγωνιά για το τι θα ακολουθήσει. Αυτό οφείλεται και σε ένα γεγονός που ο θεατής μαθαίνει σε προχωρημένο σημείο της αφήγησης, οπότε εξηγείται λογικά αλλά ταυτόχρονα δεν επιτρέπει τη δημιουργία ζωηρής ατμόσφαιρας.

 Όσο για το δράμα ας είναι καλά ο Λίαμ Νίσον, που καταφέρνει με ελλιπές σενάριο να τραβήξει το ενδιαφέρον του θεατή. Γιατί αν περιμένετε αυτό να έρθει από την πλοκή και τους διαλόγους θα απογοητευτείτε. Ουσιαστικά ο Νίσον παίζει μόνος του, ενσαρκώνει έναν πονεμένο άνθρωπο στηριγμένος κυρίως στο ταλέντο του αφού η βοήθεια που του παρέχει το σενάριο είναι περιορισμένη. Η παρουσία του είναι το μόνο θετικό στοιχείο του ‘The other man’, φυσιολογικά όμως δεν καταφέρνει να σώσει το έργο από το ναυάγιο, μόνο να περιορίσει τις απώλειες. Με άλλα λόγια κάνει υποφερτή μια παραγωγή που χωρίς αυτόν μάλλον δε θα βλεπόταν.

 Οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι καλοί στους ρόλους τους αλλά δε βελτιώνουν τη συνολική αίσθηση της ταινίας γιατί κανένας από τους χαρακτήρες τους δεν είναι ενδιαφέρων ή συμπαθητικός. Ο Μπαντέρας υποδύεται τον Ραλφ, που πιστεύει ότι ο κόσμος φτιάχθηκε για την αισθητική του απόλαυση και δε νοιάζεται για τις συνέπειες των πράξεών του στις ζωές των άλλων. Το αστείο είναι ότι θεωρεί τον εαυτό του ευαίσθητο. Ζώντας σε μια δική του πραγματικότητα νομίζει ότι το καλλιεργημένο γούστο, η εκλεπτυσμένη ομιλία και η γοητεία που ασκεί στις γυναίκες αποτελούν ένα είδος ποιητικής δημιουργίας που αρκεί για να δικαιολογήσει κάθε του ενέργεια. Από την άλλη, παρόλο που ο Ραλφ απέχει πολύ από το να είναι συμπαθής, δεν είναι ούτε και κακός. Αυτό όμως δε βοηθάει την ταινία γιατί έτσι δεν μπορεί να δημιουργηθεί ένταση μεταξύ του ιδίου και του Πήτερ, όπως ανέφερα και πριν.

 Η Λίζα, που την υποδύεται ωραία η Λώρα Λίνεϋ, είναι κεντρικό πρόσωπο, αφού γύρω της περιστρέφεται όλη η ψυχική ταλαιπωρία του συζύγου της και η ‘αναμέτρησή’ του με τον εραστή της. Εντούτοις, επειδή εμφανίζεται κυρίως σε φλας μπακ δεν καταφέρνει να δώσει έναν ιδιαίτερο τόνο στο έργο αφού λειτουργεί περισσότερο ως πλαίσιο αναφοράς παρά ως άτομο που επηρεάζει τη δράση άμεσα. Ο σημαντικότερος από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες είναι η Άμπιγκεϊλ, η κόρη του ήρωα, που θέλει να τον εμποδίσει να παρασυρθεί από το θυμό του. Δυστυχώς ουδέποτε προσπαθεί αρκετά και μονάχα στο τέλος επηρεάζει την εξέλιξη με τρόπο ουσιαστικό αλλά είναι πια αργά για να αναβαθμισθεί η συνολική παρουσία της. Άλλοι χαρακτήρες, όπως οι υπάλληλοι του Πήτερ στην επιχείρησή του ή οι συνάδελφοι της Λίζας στην εργασία της, δεν αναπτύσσονται και παραμένουν επιφανειακοί. Κρίμα γιατί αν τους δινόταν λίγο περισσότερος χρόνος συμμετοχής θα μπορούσαν να ανεβάσουν την ποιότητα του έργου.

 Για τη σκηνοθεσία δεν υπάρχουν πολλά να πω, πρόκειται για τυπική περίπτωση όπου οι συγγραφείς έχουν φροντίσει να κάνουν εύκολη τη δουλειά του σκηνοθέτη κι αυτός δεν ξεφεύγει καθόλου από την πεπατημένη οδό. Σχετικά με τους ηθοποιούς έχω ήδη αναφέρει τα βασικά, ο Λίαμ Νίσον είναι εξαιρετικός ενώ η σωστή επιλογή του Μπαντέρας στο ρόλο του γοητευτικού εραστή χαραμίζεται εξαιτίας του γεγονότος ότι ποτέ δε δημιουργείται ερωτική χημεία μεταξύ του Ραλφ και της Λίζας. Κι αυτό γιατί η σχέση τους παρουσιάζεται συνοπτικά, έμμεσα και χωρίς ζωντάνια.

 Το ‘The other man’ επιδιώκει να αποδώσει μια ιστορία απιστίας με πρωτότυπο τρόπο αλλά δεν τα καταφέρνει. Ακόμη και το φινάλε του, που δοκιμάζει να προσθέσει μια ηθικοδιδακτική χροιά στα γεγονότα που προηγήθηκαν, καταφέρνει μόνο να μεγαλώσει την απογοήτευση του θεατή. Αν δεν έπαιζε ο Νίσον δε θα είχε τίποτα άξιο αναφοράς. Μην παρασυρθείτε από την παρουσία τη δική του ή του Μπαντέρας, πρόκειται για μια ανούσια ταινία που ξεχνιέται γρήγορα. Σε περίπτωση που θέλετε να δείτε ένα δραματικό θρίλερ με αγωνία, ερωτισμό και δυνατές συγκρούσεις χαρακτήρων  νοικιάστε το ‘Unfaithful’ με τον Ρίτσαρντ Γκιρ και την Νταϊάν Λέιν. Είναι κλάσεις ανώτερο.

Δημήτρης

ΣΧΟΛΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια στο άρθρο! Γράψτε το πρώτο σχόλιο!

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.