#_CRON_JOB_#
#_CRON_JOB_#
26/08/2012 15:10
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Σαν παλιό σινεμά...



Μεγάλωσα με τις παλιές καλές ελληνικές ταινίες. Και μετά, όταν μου φέρανε το «χαζοκούτι», περνούσα ώρες και μέρες ατέλειωτες στον καναπέ του σαλονιού να χαζεύω τα ασπρόμαυρα σήριαλ στην αρχή, τα έγχρωμα τηλεπαιχνίδια μετά, τις σειρές με τις βρισιές και τις βωμολοχίες αργότερα και την τούρκικη υποκουλτούρα τελευταίως. Η μικρή και η μεγάλη οθόνη, υπήρξαν πάντοτε το αποκούμπι μου στη ζωή, η καταφυγή στα βάσανά μου, η διέξοδος στις ερωτικές μου απογοητεύσεις.

 

Πάντα ήμουν άτυχος ως Λαός, αλλά τα τελευταία 35 χρόνια το κακό παράγινε!  Μόλις είχα γλιτώσει μετά από επτά δύσκολα χρόνια με τον καραβανά τον Γιώργο Φούντα που κόντεψε να με σαπίσει στο ξύλο, όταν γύρισε από τα Παρίσια ο ομορφάντρας, ο ψηλός, ο φρυδαράς, εκείνος ντε με τους χωριάτικους τρόπους, ο Γιάννης Βόγλης τρόπον τινά της ζωής μου. Αυτός που πότε με τσαλαπατούσε στους βάλτους της ακολασίας και πότε με είχε βασιλιά στον πύργο  του τσιφλικά του Ζισκάρ του κολλητού του. Επτά χρόνια γλεντήσαμε με τον ντελικανή, μέχρι και στας Ευρώπας πρώτη θέση με πέρασε. Κανονικά, θα έπρεπε να καθίσω στα αυγά μου και να κάνω μαζί του οικογένεια.

 

Αλλά που μυαλό εγώ! Πλανεύτηκα από τον άλλον, τον Ανδρέα Μπάρκουλη, τον καταφερτζή. Όλα στα πόδια μου τα υποσχέθηκε ο πασάς μου, όλα! Τον παράτησα το Βόγλη, ενέδωσα άνευ όρων στον Ανδρέα το γόη. Την ψήφο μου, την εμπιστοσύνη μου, την προίκα μου, όλα του τα έδωσα. Ακόμη και το καλύτερο κορίτσι μου τη Μιμή χαλάλισα για πάρτη του. Κι εκείνος τι; Τσοβόλα, Κοσκωτά και Άκη με πότισε. Φαρμάκι! Και μετά πήγε και πέθανε… Πάνω στο άνθος της ηλικίας του!

 

Τότε μου προξενέψανε το Νίκο  Ρίζο. Τον συμπάθησα όπως ήτανε: με τις μανσέτες του λογιστή στα μανίκια, τα γυαλάκια του, τις ελιές του, τη Δάφνη του. Ο έρως πόντους δεν κοιτά που λένε. Αλλά ο Ρίζος μου βγήκε τζούφιος. Ήταν κρύος, σκέτη παγοκολόνα! Και δε φτάνει αυτό, αλλά κουβαλούσε σπίτι και όλη την παλιοπαρέα (Τσουκάτους, Μαντέληδες και σια) και χλαπάκιαζαν με κάτι γερμανούς κουμπάρους τους στο σαλόνι. Τον έκανα πέρα ένα ανοιξιάτικο βραδάκι του 2004 που μύριζε πασχαλιές, λεβάντα και… σουβλάκι. Και έμπασα σπίτι μου τον Κώστα  Βουτσά!

 

Αυτός, άραξε, φόρεσε τις πιτζάμες, βόλεψε στα πόδια του τις χνουδωτές παντούφλες του παππού και άρπαξε στα χέρια το τηλεκοντρόλ του play – station. Ρούπι δεν το κούνησε έξι χρόνια από τον καναπέ, όλο «need for speed», «fifa» και «Μάριο ο υδραυλικός» ήτανε. Παράγγελνε και τον άμπακο από τον Μπαϊρακτάρη, ήρθε και μύρισε το σπίτι γαρδούμπα και τουλουμοτύρι. Στο τέλος, κι αφού είχε τσακίσει αμέτρητα κοντοσούβλια και σπληνάντερα, φαίνεται πως τον τρόμαξαν κάτι καλόπαιδα από τας Ευρώπας που τριγύριζαν έξω από το σπίτι και πετούσαν πέτρες στα κεραμίδια φωνάζοντας «τα λεφτά μας κλεφταράδες», «τεμπέληδες»,  «greek statistics» και άλλα τέτοια. Την έκανε ένα βράδυ στα κρυφά από την πίσω πόρτα, τρέχοντας σαν τον Θανάση Βέγγο. Ήταν η μόνη δουλειά που έκανε ποτέ στη ζωή του!

 

Αλλά άφησε την πόρτα μισάνοιχτη ο μπαγάσας και μπήκε μέσα στα κλεφτά ο κακομοίρης ο ΓΑΠ. Αυτός, ήταν λιγάκι γκαφατζής ο φουκαράς, αδέξιος, δεν βόλευε  τα κανιά του πουθενά.    Αλλά ήταν ευγενικός και πειθήνιος, ο Ζαν Κλωντ και ο Ντομινίκ οι φίλοι του λέγανε τα καλύτερα λόγια γι’ αυτόν. Τον βαρέθηκα γρήγορα. Αισθανόμουν ότι μου έκανε κακό στο image. Αχ! Τι ζητούσα εγώ ως Λαός; Τι έψαχνα για να ερωτευτώ και να δώσω την καρδιά μου και την ψήφο μου; Έναν ισχυρό άντρα έψαχνα. Ένα καραμπουζουκλή, που να ‘χει φάει τη ζωή με το κουτάλι. Ένα παλικάρι όπως ο Νίκος Ξανθόπουλος στις παλιές ταινίες. Να έχει λιώσει το πηλοφόρι, να έχει στενάξει το γιαπί, να τον έχει  φοβηθεί το ματσακόνι. Και αντί αυτού τι βρήκα; Τον Δημήτρη Καλλιβωκά  με φαλάκρα και μουστάκι! Ένα χαριτωμένο και καλοσυνάτο παιδαρέλι που ούτε ένα μπάτσο της προκοπής δεν μπορούσε να σβουρίξει. Έναν καθωσπρέπει γόνο βορείων προαστίων που δε δούλεψε ούτε μια μέρα στη ζωή του. Έναν καλομαθημένο αστό που ούτε το μαχαίρι δεν μπορούσε να κρατήσει για να κόψει σωστά το σαλάμι. Και στο τέλος, με ξεπούλησε και  στους φίλους του για ένα μνημόνιο!

 

Του έδωσα τα παπούτσια στο χέρι έναν παγωμένο Νοέμβρη κι έμεινα πέντε - έξι μήνες να βολοδέρνω στα κέφια ενός ξινού τραπεζίτη, ένα πράμα σαν τον Χρίστο Τσαγανέα κάπως, με αυστηρό βλέμμα, και τα χείλη πάντα σφιχτά  σαν σκωτσέζος υποδεκανέας. Ήταν και στην τσέπη σφιχτός, σαν τον γερο-Λαδά τον Δήμο Σταρένιο, με τάραξε στις φακές και τα νερόβραστα ραδίκια. Πόσο να τον αντέξω; Κάθε φορά που τον έβλεπα, χασμουριόμουν σαν την Σαπφώ Νοταρά στην χαρτοπαίχτρα, όταν την ανάγκαζε η κυρά της η Ρένα Βλαχοπούλου να ξενυχτάει στο τραπέζι του κουμκάν.

 

Μετά, γνώρισα τον μεγάλο μου έρωτα! Άργησα να το καταλάβω, κι έτσι, του πήρε δυο ολάκερους μήνες μέχρι να με «ρίξει». Τελικά, τα κατάφερε με τη βοήθεια του Παντελή Ζερβού του κυρ-Φώτη και του Βαγγέλα, του παντοπώλη στο μπακαλόγατο. Είναι ένα πανύψηλο γειτονόπουλο του ΓΑΠ, ο Αντώνης. Γυαλάκιας είναι κι αυτός και ατσούμπαλος, έχει όμως καλούς τρόπους, είναι από σόι, έχει πείσμα μουλαριού, υπομονή γαϊδάρου και φατσούλα μικρού παιδιού. Όμως καμιά σχέση με τον Νίκο Κούρκουλο, πιο πολύ με το Γιώργο Κωσταντίνου μοιάζει στη σκηνή με το προφιτερόλ! Κατά τα άλλα, αμφιβάλλω αν έχει κι ελόγου του κανένα ένσημο κολλημένο στο βιβλιάριο του ΙΚΑ. Αλλά, κοίτα να δεις, άρχισε να δουλεύει σκληρά τώρα στο αμπέλι του μπαμπά. Ξεριζώνει τα ζιζάνια, ξαναστήνει την πέτρινη πεζούλα, μαλώνει με τους τεμπελχανάδες τους επιστάτες, σκαλίζει, ποτίζει, θειαφίζει, κλαδεύει (εδώ έχει κάποια ζόρια, δεν την ξέρη την τέχνη αλλά θα τη μάθει σιγά – σιγά), ψόφιος γυρνάει κάθε βράδυ στο σπίτι! Κι έχει να μαλώνει κάθε μέρα και με τους γειτόνους που καλοβλέπουν το ποτιστικό το κτήμα μας και λυσσάνε να του βάλουν «χέρι» όπως έτρωγε τα κτήματα των φτωχών ο σιορ-Τάπας ο Βασίλης Διαμαντόπουλος.

 

Ο Αντώνης λοιπόν, ο Γιώργος Κωσταντίνου της ζωής μου, έχει αρχίσει να κερδίζει την εμπιστοσύνη μου. Άμα «ψωμωθεί» λιγάκι, αγριέψει κομματάκι και αρχίζει να μοιράζει και μερικές ξεγυρισμένες φάπες δεξιά – αριστερά, θα γίνει τέλειος! Μακάρι, γιατί έχει αρχίσει να τριγυρίζει το σπίτι και κείνος ο απίθανος ο Αλέξης Τζανετάκος, με τα μοντέρνα πουκάμισα το τζελ στο μαλλί και την καρπαζιά στην κολοτσέπη. Δεν είναι και κανένας σπουδαίος αντίπαλος αλλά άμα έχεις να κάνεις με έναν Λαό άπιστο και «περπατημένο» σαν ελόγου μου, όλα είναι πιθανά!

 

Akenaton

 

Υ.Γ. Τώρα που το σκέπτομαι καλύτερα, έχω την εντύπωση πως κάποιον έχω ξεχάσει να αναφέρω. Κάποιον με το μπόι του Λάμπρου Κωνσταντάρα, τη φάτσα του Βασίλη Αυλωνίτη, το χιούμορ του Ανέστη Βλάχου και τη γκαντεμιά του Βασιλάκη Καίλα.

 

ΣΧΟΛΙΑ

  1. noname1 avatar
    noname1 26/08/2012 19:50:34

    Ε, όχι και δεν έκανε καμιά δουλειά Ο Κ.Καραμανλής. Αυτό δεν το δέχομαι! Μάλλον είσαι προκατειλημένος!

    • AM Παπαιωάννου avatar
      AM Παπαιωάννου @ noname1 26/08/2012 21:16:38

      Δικηγόρος για 5 έτη (1931-1936). Εκτοτε βουλευτής (στον πόλεμο δεν πήγε γιατί ήταν ..βαρύκοος).......

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.