#_CRON_JOB_#
#_CRON_JOB_#
15/02/2010 13:36
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Ο Δρόμος



Τίτλος: The road

ηθοποιοί: Viggo Mortensen, Kodi Smit McPhee, Charlize Theron, Robert Duvall

σενάριο: Joe Penhall, Cormac McCarthy

σκηνοθεσία: John Hillcoat

είδος: δράμα, τρόμου (καταστροφής)

διάρκεια: 113’

 Εκεί που νόμιζα ότι είχα πετύχει όλες τις κακές ταινίες μαζεμένες τον τελευταίο καιρό ήρθε από το πουθενά ‘Ο δρόμος’ και με έπιασε τελείως απροετοίμαστο. Την έπαθα γιατί πρωταγωνιστούσε ο Βίγκο Μόρτενσεν, που θεωρώ καλό ηθοποιό κι έχει γενικά παίξει σε καλές παραγωγές. Επιπλέον, η κεντρική ιδέα, αυτή ενός άνδρα που περιπλανιέται μαζί με το γιο του σε μια Αμερική ισοπεδωμένη από μια τεράστια καταστροφή αναζητώντας ένα ασφαλέστερο μέρος για να εγκατασταθούν, προσφερόταν για μια ατμοσφαιρική ταινία. Δυστυχώς, ο τρόπος που υλοποιήθηκε ήταν ο χειρότερος δυνατός.

 Όλο το έργο συνίσταται στον Μόρτενσεν (δε μαθαίνουμε ποτέ το όνομά του, ούτε και του γιου του) να προχωράει με το γιο του προς τα νότια, όπου ελπίζουν να βρουν κάποιο μέρος με επιζώντες και βιώσιμο κλίμα. Η χώρα τους είναι ερημωμένη από μια καταστροφή που παραμένει αδιευκρίνιστη μέχρι το τέλος, ίσως πυρηνικός πόλεμος. Είναι άγνωστο σε τι κατάσταση βρίσκεται ο υπόλοιπος κόσμος, πάντως δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι γλίτωσε κάποια περιοχή του πλανήτη. Διασχίζουν λοιπόν εκτάσεις χωρίς ίχνος ζωής, με τα δέντρα να έχουν ξεραθεί, με φωτιές να ανάβουν από το πουθενά και να καίνε ό,τι έχει απομείνει, με σεισμούς να κάνουν τη γη να τρέμει και με όλους τους οικισμούς εγκαταλειμμένους προ πολλού και λεηλατημένους. Ο ανήσυχος πατέρας ψάχνει για τροφή και ρούχα και παράλληλα φυλάει σαν τα μάτια του το πιο πολύτιμο αντικείμενο που του έχει απομείνει, ένα πιστόλι με δύο σφαίρες, τις οποίες προορίζει για τον γιο του και τον ίδιο σε περίπτωση που τα πράγματα χειροτερέψουν.

 Μια στιγμή, θα πείτε, πώς να χειροτερέψουν; Λοιπόν, αυτό έχει σχέση με κάτι που προανέφερα και ήταν ανακριβές, ότι δηλαδή οι περιοχές που διασχίζουν δεν έχουν ‘ίχνος ζωής’. Η αλήθεια είναι ότι οι σοδειές και όλα τα ζωντανά είναι νεκρά, εντούτοις κάποιοι έχουν επιβιώσει, αν και συγκαταλέγονται πλέον στην κατηγορία του ανθρώπου μόνο με τη βιολογική έννοια. Κι αυτό γιατί τα δίποδα όντα που συναντάει κατά διαστήματα ο Μόρτενσεν έχουν απωλέσει παντελώς κάθε ανθρωπιά που μπορεί κάποτε να είχαν και περιφέρονται σε αγέλες αναζητώντας τροφή, οποιαδήποτε τροφή, ιδίως ανθρώπους. Ο σεναριογράφος φαντάστηκε έναν κόσμο όπου ο κανιβαλισμός έχει επεκταθεί παντού και το να συναντήσεις κάπου ένα άλλο άτομο είναι λόγος ανησυχίας και γεγονός που συνήθως οδηγεί στο χαμό σου. Έτσι, μεγάλο μέρος της ταινίας αναλώνεται με τον Μόρτενσεν να προσπαθεί να προστατεύσει το γιο του από κανιβάλους και να αποφεύγει κάθε ύποπτο μέρος.

 Υπάρχουν στο έργο και αληθινοί άνθρωποι, ταλαιπωρημένοι, πληγωμένοι, πεινασμένοι και φοβισμένοι, τους οποίους συναντάει κατά τύχη ο Μόρτενσεν στη διάρκεια της πορείας του προς τα νότια και που ο γιος του τον παρακαλάει να τους βοηθήσουν. Ωστόσο οι σκηνές όπου εμφανίζονται άνθρωποι που δεν είναι κανίβαλοι είναι ελάχιστες για να μειώσουν την απελπισία που αποπνέει η ταινία συνολικά. Αυτό δεν αλλάζει ούτε αν προσθέσουμε τα φλάσμπακ που έχει ο Μόρτενσεν και θυμάται τις ευχάριστες στιγμές που ζούσε με τη γυναίκα του (Σαρλίζ Θερόν) πριν την καταστροφή. Ακόμη και το συνεχές κι αδιάλειπτο ενδιαφέρον που δείχνει για το γιο του, η στοργή με την οποία τον περιβάλλει, η προσπάθειά του να τον προστατεύσει από κάθε κίνδυνο, ωχριούν μπροστά στην κατάμαυρη αίσθηση που διαρκώς μεταδίδει η ταινία και στην εικόνα ενός φρικτά παραμορφωμένου κόσμου, που έχει απωλέσει κάθε ελπίδα να ξανακατοικηθεί από ανθρώπινα πλάσματα. Το χειρότερο είναι πως το σενάριο προβάλλει την ιδέα ότι αυτός ο κόσμος ποτέ δεν ήταν πραγματικά ανθρώπινος, αλλιώς πώς εξηγείται η τερατώδης μεταμόρφωση των περισσότερων από τους εναπομείναντες κατοίκους του;

 Στο σχηματισμό μιας ατμόσφαιρας φρίκης και θανάτου συμβάλλει πολύ η σκηνοθεσία, που καταφέρνει να μην υπάρχει ούτε ένα πλάνο χωρίς να είναι τα πάντα διαλυμένα, καμένα, ισοπεδωμένα και εντελώς ακατάλληλα για να φιλοξενήσουν ζωή. Τα γκρίζα δάση, ο βαρύς ουρανός στον οποίο δεν εμφανίζεται το φως του ήλιου ούτε για μια στιγμή, τα σκουριασμένα αυτοκίνητα τα παραπεταμένα στις άκρες των δρόμων, τα σπίτια με τις ξυλωσιές τους να σαπίζουν, οι άλλοτε πολύβουες μεγαλουπόλεις βυθισμένες στην πιο απόλυτη και δυσοίωνη σιωπή, όλα αυτά κάνουν τον θεατή να νομίζει ότι παρακολουθεί το τέλος της ανθρωπότητας. Η σκηνοθεσία λοιπό είναι άκρως ρεαλιστική και πετυχαίνει το βασικό στόχο της, που είναι να ψυχοπλακώσει το θεατή από την αρχή μέχρι το τέλος. Δυστυχώς όμως δεν αποφεύγει τη διολίσθηση σε splatter σκηνές που δεν προσφέρουν τίποτα εκτός από έναν εύκολο και φθηνό τρόπο για να σοκάρουν,  να αηδιάσουν και να αφήσουν μια ενοχλητική αίσθηση (η σωστή λέξη στα αγγλικά είναι disturbing) που σε ακολουθεί ακόμη κι όταν φύγεις από το σινεμά.

 Όπως η σκηνοθεσία παρόλο που είναι καλή (με την παραπάνω σημαντική ένσταση) τελικά εντείνει τη μαυρίλα του The road και το κάνει ακόμη πιο δυσάρεστο, το ίδιο ισχύει για τις πολύ καλές εμφανίσεις των ηθοποιών του. Πρώτος ο Μόρτενσεν, υποδύεται εξαιρετικά τον αφοσιωμένο και συγκινητικό πατέρα που αγωνίζεται για να διατηρήσει το κουράγιο και την ανθρωπιά του. Μετά ο γιος του (Kόντι Σμιτ), τον συμπληρώνει σχεδόν επάξια και σχηματίζει μαζί του ένα αχώριστο δίδυμο. Ύστερα η Σαρλίζ Θερόν, η γυναίκα του Μόρτενσεν, την οποία  βλέπουμε μόνο σε φλάσμπακ, παίζει ρεαλιστικά τη συντριμμένη γυναίκα που δεν έχει τη δύναμη να μείνει μέχρι τέλους με την οικογένειά της. Και τέλος ο Ντυβάλ στο ρόλο ενός καλοσυνάτου και καταπονημένου παππού που συναντάνε για λίγο στη διάρκεια της πορείας τους. Οι ηθοποιοί δείχνουν το ταλέντο τους γιατί οι χαρακτήρες τους σκιαγραφούνται με τρόπο λεπτομερή και πειστικό. Όσο κι αν προσπαθούν όμως τελικά απορροφούνται από το χάος του The road κι εξαφανίζονται μέσα σε αυτό.

 Συνοψίζοντας, ‘Ο δρόμος’ είναι μια ταινία που θέλει να βυθίσει τον θεατή στην απελπισία και τη μαυρίλα και το πετυχαίνει πλήρως. Ο σεναριογράφος του έχει μια τρομαχτικά σκοτεινή αντίληψη για τον άνθρωπο και κάνει ό,τι μπορεί για να την εντυπώσει στο θεατή. Οι ελάχιστοι καλοί άνθρωποι που έχουν απομείνει στον κόσμο του The road κάνουν τον εφιάλτη ακόμη χειρότερο ακριβώς γιατί είναι ελάχιστοι. Δεν μπορώ να φανταστώ ένα λόγο για τον οποίο θα ήθελε κάποιος να παρακολουθήσει αυτό το πράγμα. Ελπίζω ποτέ να μην ξαναδώ κάτι τέτοιο. Το μόνο που με παρηγορεί λίγο είναι ότι με αυτό το κείμενο ίσως βοηθήσω κάποιους να αποφύγουν την ίδια εμπειρία.

 Δημήτρης

ΣΧΟΛΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια στο άρθρο! Γράψτε το πρώτο σχόλιο!

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.