#_CRON_JOB_#
#_CRON_JOB_#
12/02/2010 21:56
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Επίθεση στο Συρμό



Τhe taking of Pelham 1 2 3

Ηθοποιοί: Denzel Washington, John Travolta, James Gandolfini, John Turturro

Σενάριο: Βrian Helgeland, Morton Freedgood (συγγραφέας του ομώνυμου μυθιστορήματος), Peter Stone (σεναριογράφος της παλιάς ομώνυμης ταινίας)

Σκηνοθεσία: Tony Scott

Είδος: θρίλερ

Χρόνος: 95’

 Το Επίθεση στο συρμό είναι ένα θρίλερ με πρωταγωνιστές δύο πολύ γνωστούς και καλούς ηθοποιούς, τον Ντένζελ Ουάσινγκτον και τον Τζον Τραβόλτα. Αποτελεί remake μιας ταινίας του 1974 και η κεντρική ιδέα έχει ως εξής: ένας ελεγκτής κυκλοφορίας στον ηλεκτρικό της Νέας Υόρκης, ο Γουόλτερ Γκάρμπερ (Ουάσινγκτον), έρχεται άξαφνα αντιμέτωπος με μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης: μια ομάδα κακοποιών με αρχηγό τον αδίστακτο Ράιντερ (Τραβόλτα) παγιδεύουν ένα βαγόνι μαζί με όλους τους επιβάτες του σε ένα υπόγειο τούνελ και ζητάνε να τους παραδοθούν υπέρογκα λύτρα σε μία ώρα αλλιώς θα αρχίσουν να εκτελούν τους επιβάτες.

 Αν μη τι άλλο πρόκειται για ενδιαφέρουσα ιδέα που εμπεριέχει τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός ατμοσφαιρικού θρίλερ (κλειστοί και στενοί χώροι, σκοτάδι, περιορισμένος χρόνος). Ο Γκάρμπερ είναι ο πρώτος που μιλάει με τον Ράιντερ μετά την κατάληψη του τρένου, αυτός του πιάνει την κουβέντα και τελικά απαιτεί στο εξής να συνεννοείται μόνο μαζί του. Έτσι, ένα σημαντικό μέρος της ταινίας αφορά την επικοινωνία τους μέσω του ασυρμάτου. Εννοείται βέβαια ότι αστυνομικές δυνάμεις έρχονται στο σταθμό ελέγχου του ηλεκτρικού όπου βρίσκεται ο Γκάρμπερ και αποκλείουν την περιοχή. Παράλληλα, ο δήμαρχος (Γκαντολφίνι) μαζεύει όσο γρηγορότερα γίνεται τα λύτρα ενώ ο ειδικός διαπραγματευτής για καταστάσεις ομηρίας Καμονέτι (Τουρτούρο) συμβουλεύει όπως μπορεί τον άτυχο πρωταγωνιστή. Στόχος τους είναι να κερδίσουν χρόνο και να δουν μήπως παγιδεύσουν τον Ράιντερ χωρίς να σκοτωθούν οι επιβάτες.

 Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς η ταινία καταφέρνει να συνδυάσει τα σεναριακά συστατικά της με τρόπο που δίνει μια συνταγή τελείως άνοστη.  Έχει μια κατάσταση ομηρίας με ένοπλους κακοποιούς, έναν απρόθυμο ήρωα κι έναν κακοποιό που φαίνεται να τον βασανίζει κάτι κι επιδιώκει κάποιο είδος ψυχικής επαφής με τον ήρωα, που αναγκαστικά παίζει το παιχνίδι του. Επιπλέον, ο Γκάρμπερ έχει από πριν κάποια προβλήματα που τον καθιστούν ευάλωτο και τα οποία ο έξυπνος Ράιντερ εκμεταλλεύεται. Κι όμως όλο το ενδιαφέρον του έργου εξαντλείται στο πρώτο μισό του. Στο κομμάτι δηλαδή όπου συγκροτείται η ‘σχέση’ των δύο πρωταγωνιστών και φαίνεται ότι από αυτήν θα εξαρτηθεί η τύχη των επιβατών. Μετά δε γίνεται τίποτα το ιδιαίτερο. Υπάρχει κάτι σαν έκπληξη στο τέλος, σχετικό με το σχέδιο του Ράιντερ, αλλά δεν προκαλεί καμιά εντύπωση. Βέβαια έχω δει ουκ ολίγες ταινίες που είναι καλές χωρίς να εκπλήσσουν, απλά γιατί κάνουν κάποια πράγματα σωστά. Στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσαμε να δούμε π.χ. ότι ο Ράιντερ έχει κάποιο ιδιοφυές σχέδιο διαφυγής ή πιάνει όμηρο τη γυναίκα του Γκάρμπερ για να τον αναγκάσει να τον βοηθήσει να ξεφύγει ή του παραδίδουν τα λεφτά, το σκάει με τα τσιράκια του και μετά ακολουθεί ένα ξέφρενο ανθρωποκυνηγητό μέσα στα υπόγεια τούνελ (η δράση ουδόλως απαγορεύεται σε ένα θρίλερ αν το σενάριο διατηρήσει την ατμόσφαιρα).

 Όσα προανέφερα, δηλαδή τα σημεία αναφοράς της υπόθεσης και οι πιθανοί τρόποι υλοποίησής τους, δεν είναι πρωτότυπα αλλά γίνεται να δώσουν ένα αξιοπρεπές θρίλερ. Αγωνία πραγματική δεν περίμενα γιατί στις αμερικανικές ταινίες ο κακός σχεδόν πάντα χάνει, οπότε το βασικότερο ερώτημα (ποιος θα νικήσει;) έχει απαντηθεί από την αρχή. Ωστόσο κάθε θρίλερ χρειάζεται ένταση και το Taking Pelham 1 2 3 δεν αξιοποίησε καμία από τις ευκαιρίες που του δόθηκαν για να τη δημιουργήσει. Θα μπορούσε για παράδειγμα να βάλει το θεατή να αναρωτηθεί ποιοι επιβάτες θα γλιτώσουν και πώς. Αυτό βέβαια θα λειτουργούσε αν υπήρχε λόγος να νοιαστεί για τους επιβάτες. Δυστυχώς ο πιο ξεχωριστός από αυτούς είναι ένας νεαρός που μιλούσε με την κοπέλα του μέσω λάπτοπ όταν κατέλαβαν το συρμό οι κακοί και μετά κρατάει τον υπολογιστή ανοιχτό οπότε αυτή σε κάποια στιγμή του λέει ότι τον αγαπάει και απαιτεί να της πει ότι την αγαπάει κι αυτός. Δεν ξέρω αν αυτό υποτίθεται ότι θα ήταν συγκινητικό ή αστείο αλλά δεν είναι τίποτα από τα δύο. Και, όπως είπα, αυτός είναι ο πιο ξεχωριστός επιβάτης. Οι υπόλοιποι είναι ουσιαστικά αόρατοι (υπάρχει ένας που κάνει κάτι εξαιρετικό αλλά έχει μηδενικό χρόνο συμμετοχής) οπότε είναι αδύνατο ο θεατής να νοιαστεί για τη μοίρα τους. Όχι καλό σε μια ταινία με ομήρους.

 Βέβαια, και στο Πολύ σκληρός για να πεθάνει δε νοιαζόταν κανείς για τους ομήρους αλλά εκείνο ήταν περιπέτεια. Σε ένα θρίλερ πρέπει να υπάρχει κάτι που να προκαλεί αγωνία ή ένταση. Στο Επίθεση στο συρμό δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο. Ακόμη και το καλούτσικο μέρος της ταινίας, το πρώτο μισό, ουδέποτε φτιάχνει ατμόσφαιρα. Το δεύτερο μισό είναι ακόμη χειρότερο. Και να σκεφτεί κανείς πως εκεί κανονικά θα έπρεπε να ανεβεί η ένταση, οι κακοί να προσπαθήσουν να διαφύγουν, η αστυνομία να τους καταδιώξει, ο Γκάρμπερ να μπλεχτεί με κάποιο τρόπο στο κυνηγητό, κ.λ.π. Όμως δε γίνεται τίποτα από όλα αυτά. Μα καλά, θα πείτε, και τι γίνεται; Κάθονται και κοιτάζονται μεταξύ τους; Λοιπόν, όχι ακριβώς αλλά το αποτέλεσμα είναι παρόμοιο.

 Επιπλέον, η σκηνοθεσία του Τόνυ Σκοτ με τα γρήγορα ζουμ και τα ανοιχτά πλάνα της Νέας Υόρκης δείχνει την αδυναμία του έργου να επικεντρωθεί σε αυτό που θα έπρεπε να κάνει δηλαδή στο να μεταδώσει μια αίσθηση κλειστοφοβική. Η πιο συναρπαστική σεκάνς (σύνολο σκηνών με την ίδια ‘μίνι’ πλοκή) είναι η βιαστική μεταφορά από αστυνομικούς των λύτρων από το θησαυροφυλάκιο της πόλης στον ηλεκτρικό για να προλάβουν τη διορία. Ναι, σωστά διαβάσατε, η σεκάνς με την περισσότερη δράση δεν περιλαμβάνει κανέναν από τους δυο πρωταγωνιστές. Επιπλέον είναι και σεναριακά ανόητη. Όπως είπε ο ίδιος ο δήμαρχος ‘γιατί δε χρησιμοποιήσαμε ελικόπτερο;’. Εμ, έλα ντε.

 Οπότε μας μένουν ο Ντένζελ κι ο Τραβόλτα να παλεύουν με το χάος του σεναρίου και, φυσιολογικά, να χάνουν. Ο μεν Ντένζελ το παλεύει τουλάχιστον. Οι αντιδράσεις του είναι αληθοφανείς και γενικά συμπεριφέρεται όπως θα περιμέναμε από έναν άνθρωπο σε μια τέτοια παλιοκατάσταση (εκτός από το τέλος). Ο Τραβόλτα όμως απογοητεύει γιατί όλοι οι τρόποι με τους οποίους προσπαθεί να φανεί σκληρός είναι κοινότυποι και δεν πείθουν κανέναν: αφήνει μουσάκι, λέει κάθε τρεις και λίγο ‘motherf…er’ και σκοτώνει επιβάτες στην τύχη όταν τσαντιστεί. Βέβαια για όλα αυτά φταίει το σενάριο αλλά δεν τον ανάγκασαν να το διαλέξει.

 Πάντως, για να είμαι δίκαιος, το Taking Pelham 1 2 3 είχε και μια ιδιαιτερότητα. Κανονικά, η παρακολούθηση ενός έργου μου δημιουργεί κάποια αισθήματα. Μπορεί να είναι ενθουσιασμός, χαρά, λύπη, κατήφεια, προβληματισμός, ακόμη κι εκνευρισμός. Το Επίθεση στο συρμό δεν είχε κανένα τέτοιο αποτέλεσμα. Όταν τελείωσε δεν αισθανόμουν τίποτα, ούτε καν βαρεμάρα. Μόνο μια απορία πλανήθηκε για λίγα δευτερόλεπτα στο νου μου: γιατί φτιάχτηκε αυτή η ταινία;

 Δημήτρης

ΣΧΟΛΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια στο άρθρο! Γράψτε το πρώτο σχόλιο!

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.