Γιατί οι μελλοντολόγοι κάνουν πάντα λάθος
13/04/2014 09:40
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΙΑ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Γιατί οι μελλοντολόγοι κάνουν πάντα λάθος

Από τις προβλέψεις για την ύπαρξη τεχνητής νοημοσύνης εντός 20ετίας μέχρι τις προβλέψεις για μαζικό λιμό τη δεκαετία του ’70, όλοι όσοι προέβλεψαν το μέλλον συχνά έφτασαν να μοιάζουν με κήρυκες της Ημέρας της Κρίσης

Στο βιβλίο του «το Μέλλον του Μυαλού», ο ενθουσιώδης φυσικός και μελλοντολόγος Μίκιο Κάκου αναφέρει την Αμερικανική Αμυντική Υπηρεσία Σχεδίων Προηγμένης Έρευνας, την υπηρεσία δηλαδή στην οποία αποδίδεται η κατασκευή του διαδικτύου. Κατά τον Κάκου, που επικαλείται το στρατηγικό σχέδιο της υπηρεσίας, η μοναδική «δικαιολογία για την ύπαρξή της είναι η επιτάχυνση του να γίνει το μέλλον πραγματικότητα».

Αυτό δεν είναι ακριβώς σωστό (και σίγουρα δεν είναι αληθές). Αυτό που η Υπηρεσία αυτή πράγματι κάνει είναι να επιταχύνει την έλευση του μέλλοντος, με το δεδομένο, όμως, ότι ως μέλλον γίνονται αντιληπτές οι συγκεκριμένες απαιτήσεις των στρατιωτικών διοικητών. Αυτό έχει περισσότερο νόημα από ό,τι λεει ο Κάκου αλλά παραμένει εξίσου θολό και δεν μας βοηθά ν’ αντιληφθούμε τι γίνεται. Όπως και να έχει η φράση του Κάκου είναι πιασάρικη. Δεν έχει νόημα ακριβώς –το μέλλον θα φτάσει με το δικό του βήμα όσο και αν πατήσει κανείς το γκάζι- αλλά ξέρουμε τι προσπαθεί να πει. Τα τεχνολογικά σχέδια, από τα smartphones μέχρι τους πυραύλους, μπορούν, σε αντίθεση με το ίδιο το μέλλον, να επιταχυνθούν και στην φαντασία του Κάκου, αυτά τα σχέδια είναι το μέλλον.

Στο μεταξύ, στο Googleplex, στην έδρα της μηχανής αναζήτησης στη Σίλικον Βάλλεϊ, ο Ρέι Κουρζβάιλ έχει μια καινούργια δουλειά. Προσλήφθηκε από την Google για να «δουλέψει σε νέα σχέδια που περιλαμβάνουν ένα μηχανισμό εκμάθησης και αλλαγής της γλωσσικής διαδικασίας».

Ο συγκεκριμένος διορισμός μου προκαλεί έκπληξη για δύο λόγους. Καταρχήν, είχα αποφύγει να ρίξω μια ματιά στο τελευταίο βιβλίο του Κουρζβάιλ «Πώς να δημιουργήσετε ένα μυαλό» -το οποίο αποτέλεσε το βασικό κριτήριο της google για να τον προσλάβει- θεωρώντας ότι είναι εντελώς ανόητο, μια γνώμη που είχε διατυπώσει και ο γνωστός φιλόσοφος Κόλιν Μακ Γκιν στο New York Review of Books, υπογραμμίζοντας ότι ο Κουρζβάιλ δεν γνώριζε τίποτε σχετικό για το θέμα που διαπραγματευόταν. Και, κατά δεύτερο, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι ένας φανατικός θρησκευόμενος είναι ο σωστός άνθρωπος για μια τέτοια δουλειά.

Ο Κουρζβάιλ ο ίδιος δεν λέει ότι είναι θρησκευόμενος, όμως, στην πραγματικότητα, το σύστημα της πίστης του είναι δομικά ίδιο με αυτό των τραγουδιστριών Γκόσπελ από το νότο που προειδοποιούν για την επικείμενη «Ημέρα της Κρίσης», τη στιγμή που ο ευλογημένος εισέρχεται στον παράδεισο και οι υπόλοιποι απομένουμε να επιδιώκουμε τη σωτηρία μέσα στην αναστάτωση της Κρίσης πριν ο Χριστός επιστρέψει για να αναγγείλει το τέλος του κόσμου. Και ο Κουρζβάιλ έχει μια ιδέα για την «μοναδικότητα»: στην δική του περίπτωση οι ευλογημένοι θα δημιουργήσουν έναν έξυπνο υπολογιστή που θα τους δώσει αιώνια ζωή είτε στα τωρινά σώματά τους είτε «ανεβάζοντάς» τα στον υπολογιστή. Όπως και με την λογική της «Ημέρας της Κρίσης», εκτιμάται ότι αυτό θα είναι άμεσο. Ο Κουρζβάιλ υπολογίζει την άφιξη ενός υπολογιστή με νοημοσύνη το 2045.

Ο Κάκου και ο Κουρζάιλ είναι πιθανώς οι πιο γνωστοί μελλοντολόγοι στον κόσμο σήμερα. Είναι οι κληρονόμοι μιας σημαντικής παράδοσης η οποία, στον μεταπολεμικό κόσμο, επικέντρωσε το ενδιαφέρον της κυρίως στα διαστημικά ταξίδια, στους υπολογιστές, στη βιολογία και, προσφάτως, στην νευροεπιστήμη.

Οι μελλοντολόγοι σχεδόν πάντα κάνουν λάθος. Ο Κλάιβ Τζέιμς εφηύρε μια λέξη –τη “Hermie”- για να υποδηλώσει μια ανακριβή πρόβλεψη από έναν μελλοντολόγο. Πρόκειται για μια ειρωνική αφιέρωση στον στρατηγικό αναλυτή, και στη συνέχεια της ζωής του, ποπ μελλοντολόγο Χέραν Καν. Είναι μια λίγο άδικη ειρωνεία καθώς ο Καν έκανε μια σειρά από προφανείς προβλέψεις –όπως τα κινητά τηλέφωνα και άλλα ανάλογα- ουκ ολίγες εκ των οποίων ήταν αναπόφευκτο να επιβεβαιωθούν.

Ακόμη πιο ποπ ήταν ο Άλβιν Τόφλερ, ο οποίος με το βιβλίο του «Μελλοντικό Σοκ» το 1970, υποστήριζε ότι ο βηματισμός της τεχνολογικής αλλαγής θα προκαλέσει ψυχολογική κατάρρευση και κοινωνική παράλυση, κάτι που δεν είναι τόσο προφανές χαρακτηριστικό της γενιάς του Facebook. Πιο ανακριβής από όλους ήταν ο Πωλ Ρ. Εχριλχ, ο οποίος στο βιβλίο του, «Η βόμβα του πληθυσμού», προέβλεπε ότι εκατοντάδες εκατομμύρια θα πεθάνουν από πείνα τη δεκαετία του ’70. Στην πραγματικότητα, η πείνα έκτοτε μειώθηκε γρήγορα.

Ίσως η πιο σημαντική ανακριβής πρόβλεψη των μελλοντολόγων αφορά την τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ). Το 1956 ο πολυμαθής Χέρμπερτ Σάιμον προέβλεπε ότι «οι μηχανές θα είναι ικανές, μέσα στα επόμενα 20 χρόνια, να κάνουν κάθε δουλειά που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος» και το 1967 ο γνωστικός επιστήμονας Μάρβιν Μίνσκι ανακοίνωσε ότι «μέσα σε μια γενιά… το πρόβλημα της δημιουργίας τεχνητής νοημοσύνης θα έχει λυθεί σε σημαντικό βαθμό». Εντούτοις, παρά την εκπληκτική πρόοδο στις δυνατότητες, στην ταχύτητα και στην ισχύ των υπολογιστών, βρισκόμαστε ακόμη πολύ μακριά από την κατασκευή μιας νοήμονος μηχανής.

Τέτοιου είδους μηχανές είναι η βάση της μοναδικότητας του Κουρζβάιλ, αλλά οι μελλοντολόγοι σπάνια αφήνουν τα γεγονότα να πάρουν το δρόμο μιας καλής προφητείας. Ή, αν πρέπει να το κάνουν, απλώς προχωρούν περαιτέρω. Το εφιαλτικά δισεπίλυτο πρόβλημα των διαστημικών ταξιδιών σκότωσε λίγο ή πολύ αυτήν την μελλοντολογική κατηγορία και οι αναπάντεχες περιπλοκές της γενετικής άφησαν όλα αυτά σε δεύτερη μοίρα, αφήνοντας τους γενετιστές να πάρουν κυρίαρχη θέση στο παιχνίδι των προγνώσεων. Εντούτοις, η μελλοντολογία παραμένει ακμαία παρά τις αντιξοότητες.

Γιατί; Επειδή υπάρχει χρήμα σε αυτήν. Υπάρχει χρήμα και πίστη. Δεν εννοώ μόνο τα χρήματα που έρχονται από τις πωλήσεις βιβλίων. Ούτε εννοώ την απλή αφελή πίστη στην πρόοδο των διάφορων gadgets. Και σε καμία περίπτωση δεν εννοώ τις χλωμές απροσδιόριστες υποσχέσεις των πολιτικών –που μοιάζουν με ποπ τραγούδια- που προσπαθούν να μας κάνουν να αποστρέψουμε τα μάτια μας μακριά από την πραγματικότητα –όπως το «Μην σταματάς να σκέφτεσαι το αύριο» του Μπιλ Κλίντον ή το «Τα πράγματα δεν μπορούν παρά να πάνε μόνο προς το καλύτερο» του Τόνυ Μπλερ. Όχι. Εννοώ τα δισεκατομμύρια που διακινούνται εντός των πολυεθνικών και την ανάγκη σωτηρίας από την ανθρώπινη κατάστασή μας. Το μέλλον έχει γίνει το μεγάλο ζητούμενο προς αρπαγή για την Wall Street και για τους πιο αμφισβητήσιμους και καυτούς ιεροκήρυκες που μαστίζουν την Αμερική από την πρώτη στιγμή που δημιουργήθηκε και τώρα διδάσκουν και τον κόσμο.

Ας πάρουμε για παράδειγμα το περίεργο φαινόμενο της συζήτησης περί Τεχνολογίας, Διασκέδασης, Σχεδιασμού. Πρόκειται για ένα παγκόσμιο δίκτυο διαλέξεων που προπαγανδίζουν «ιδέες που αξίζει να διαδοθούν». Είναι τεράστιο. Μισό δισεκατομμύριο άνθρωποι έχουν παρακολουθήσει τις 1.600 συζητήσεις για το θέμα που έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο. Ακόμη οι συζητήσεις αυτές είναι σχεδόν στα όρια μόνο της Αμερικής. Μερικές είναι καλές, αλλά πολλές επιδιώκουν κραυγαλέα μόνο να πουλήσουν, και αρκετές είναι απλώς ανόητες. Όλες επικαλούνται το μέλλον. Πρόκειται για μια ακόμη αρπαγή «χώρου» από την μελλοντολογία, η οποία αυτή τη φορά είναι παγκόσμια και έχει και διαδικτυακή ικανότητα.

Ο Μπέντζαμιν Μπράτον, καθηγητής οπτικών τεχνών στο Πανεπιστήμιο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνια, έχει έναν φίλο αστροφυσικό ο οποίος προσπάθησε να προσεγγίσει έναν εν δυνάμει χορηγό ερευνητικών κονδυλίων. Η προσέγγιση ήταν πολύ καλή αλλά απέτυχε να πάρει τα χρήματα, καθώς, όπως του είπε ο χορηγός, «Ξέρεις, δεν θα συνεισφέρω γιατί δεν νιώθω να με εμπνέεις.. θα έπρεπε να είσαι περισσότερο σαν τον Μάλκολμ Γκλάντγουελ». Ως «Γκλαντγουελισμός» ορίζεται η σκληρή πώληση ενός μεγάλου θέματος που υποστηρίζεται από αμφίβολα, ασυνάρτητα αλλά παρουσιασμένα με δραματικό τρόπο στοιχεία. Είναι ένα από τα θεμέλια του δικτύου Τεχνολογίας, Διασκέδασης, Σχεδιασμού. Αυτός είναι ο τρόπος που πρέπει να σχεδιάζεται το μέλλον, αναρωτιέται ο Μπράτον; Προς τιμήν του, το δίκτυο Τεχνολογίας, Διασκέδασης, Σχεδιασμού, του έδωσε το χώρο να παρουσιάσει μια παθιασμένη ομιλία εναντίον της ίδιας της ύπαρξης του δικτύου. «Υποθέτω ότι το να χειρίζεται κανείς την αστροφυσική σαν να ήταν παράσταση του American Idol είναι συνταγή πολιτισμικής καταστροφής».

Ο Μπράτον δεν είναι «αντι-μελλοντολόγος» σαν και εμένα. Μάλλον είναι ενάντιος στην απλοϊκή μελλοντολογία. Πιστεύει ότι εγχειρήματα του στυλ του δικτύου Τεχνολογίας, Διασκέδασης, Σχεδιασμού αποφεύγουν τις περίπλοκες δυσκολίες και προβάλλουν ένα μέλλον, στο οποίο, με κάποιο τρόπο, εύκολα τα πάντα θα αλλάζουν από την τεχνολογία. Οι «κολλημένοι» με αυτά τα θέματα θα συνεχίσουν να ζουν το χαλαρό καλιφορνέζικο στυλ ζωής τους χωρίς να επηρεάζονται από τις ριζικές κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις της ίδιας τεχνολογίας που σχεδιάζουν να επιβάλλουν στις κοινωνίες και στα κράτη. Αυτή είναι μια αφελής οπτική που ομοιάζει στην αντίληψη ότι ο παράδεισος για όλους είναι ένα μέρος όπου όλοι πίνουν μπύρα, παίζουν μπέιζμπολ και ο ήλιος πάντα λάμπει.

Η πραγματικότητα, όπως έδειξαν οι αποκαλύψεις για τις σχεδόν παγκόσμιες παρακολουθήσεις της αμερικανικής Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας (NSA), είναι ότι η τεχνολογία είναι εξίσου πιθανό να προκαλέσει καταστάσεις κόλασης όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο επίτευγμα. Αλλά πίστη των κολλημένων με αυτήν είναι ότι το μέλλον είναι καλό μόνο και μόνο επειδή είναι το μέλλον: το να μην είναι το παρόν ή το παρελθόν είναι κάτι που θεωρείται εγγενής αξία.

Ο Μπράτον, όταν μίλησα μαζί του, περιέγραψε ορισμένες από τις εκδοχές του μέλλοντος που προσφέρουν οι μελλοντολόγοι ως «δολοφονικές για την ανθρωπότητα» - και είναι γεγονός ότι η μοναδικότητα του Κουρζάιλ συχνά επαινείται ως η έναρξη ενός «μετα-ανθρωπολογικού» μέλλοντος. Είμαστε το μόνο είδος στον πλανήτη που ενεργά επιδιώκει και πανηγυρίζει την πιθανότητα της ίδιας του της εξαφάνισης.

Ο Μπράτον είναι επίσης πολύ ξεκάθαρος ως προς την θρησκευτική χροιά που αποπνέουν οι συζητήσεις στο δίκτυο και σε αυτού του τύπου τα θέματα. «Το εσχατολογικό ζήτημα σε όλο αυτό είναι πολύ βαθύ μέσα στην Αμερικανική αφήγηση, μια θετική και μια αρνητική εσχατολογία», λέει. «Υπάρχουν πολλοί δεξιοί Χριστιανοί που έχουν εμμονή με το «Σημάδι του Θηρίου». Όλα περιστρέφονται γύρω από τον Αντίχριστο.. Ίσως πρόκειται περισσότερο για έναν καλιφορνέζικο τρόπο σκέψης – αυτή η μεσσιανική άρθρωση του μέλλοντος είναι βαθιά μέσα στην κουλτούρα μου, για αυτό ίσως δεν μου φαίνεται τόσο ασυνήθιστη».

Ο Μπράτον επισημαίνει επίσης ότι «αυτή η πλύση εγκεφάλου επιστρέφει δια μέσου του ίδιου καναλιού μέχρι πίσω στην ίδια την ακαδημαϊκή κοινότητα». Ο αστροφυσικός φίλος του κρίθηκε με γνώμονα τα κριτήρια της λογικής αυτής και βρέθηκε «ελλιπής». Αυτό υποδηλώνει μια λύση στο πρόβλημα ανακρίβειας των μελλοντολόγων: ουσιαστικά ενισχύουν το μέλλον, αντί πρακτικά να το προβλέπουν, ελέγχοντας όλο το παιχνίδι. Αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει, αλλά μέχρι να καταπέσει ως λογική, θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή ζημιά στην επιστημονική δουλειά.

Ίσως, ακόμη πιο σημαντική να είναι η πολιτική και κοινωνική ζημιά που θα μπορούσε να προκληθεί από την ολοένα μεγαλύτερη επιρροή αυτής της μελλοντολογικής λογικής που ακολουθείται από τις μεγάλες διαδικτυακές εταιρείες. Η Google είναι μία από τις εταιρείες που προωθούν αυτήν την λογική περισσότερο απλώς γιατί έχει ανάγκη να αυξάνει διαρκώς το αρχικό της προϊόν – διαδικτυακή διαφήμιση, πχ, την οποία ίδια ελέγχει μονοπωλιακά. Ο Έρικ Σμιντ, έχοντας μετακινηθεί από την θέση του εκτελεστικού διευθυντή σε αυτήν του εκτελεστικού προέδρου, ουσιαστικά τώρα είναι υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων παγκοσμίως. Το μελλοντολογικό του βιβλίο «Η Νέα Ψηφιακή Εποχή», το οποίο έγραψε σε συνεργασία με τον Τζάρεντ Κοέν, εμπλουτίστηκε με επαινετικά σχόλια από τους Ρίτσαρντ Μπράντσον, Χένρι Κίσινγκερ, Τόνυ Μπλερ και Μπιλ Κλίντον, κάτι που δείχνει ότι αυτό είναι το επισήμως εγκεκριμένο μέλλον των νέων ελίτ, που φαίνεται, κρίνοντας από το περιεχόμενο του βιβλίου, ότι τείνουν στην ίδια τους την καταστροφή – εξαφάνιση των ολιγαρχιών και όχι της ανθρωπότητας θα μπορούσε κανείς να πει.

Αυτό που προκύπτει σαφώς από το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ότι οι πολιτικοί και ακόμη και τα πλέον ανώτερα στελέχη των επιχειρήσεων, οι επικεφαλής τους, θα έχουν πολύ λίγο λόγο στο τι θα συμβεί μετά. Ο κόσμος, φυσικά, δεν θα έχει κανένα λόγο. Βασικά, οι περισσότεροι από εμάς θα κλειδωθούν στις αναγκαίες ψηφιακές ταυτότητες και, αν δεν είμαστε ήδη, θα γίνουμε ύποπτοι για τρομοκρατία. Η ιδιωτικότητα θα γίνει μακρινή ανάμνηση. «Εάν έχει κάτι που δεν θέλεις να το ξέρει κανένας άλλος», είχε πει ο Σμιντ το 2009, «ίσως δεν θα πρέπει να το κάνεις ή να το πεις, καταρχήν, στο διαδίκτυο». Και έτσι η Google αυτοανακηρύσσεται σε ανώτατο ηθικό κριτή.

Ο «φυλετισμός» θα ενταθεί στην νέα ψηφιακή εποχή και οι «μη αρεστές κοινότητες» θα βρεθούν απομονωμένες. Κανείς δεν φαίνεται να έχει την εποπτεία του ο,τιδήποτε. Είναι ένα εφιαλτικό όραμα αλλά το σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι βασίζεται στην υπόθεση ότι οι εταιρείες σαν την Google θα πάρουν ό,τι θέλουν: απόλυτη και αδιαμφισβήτητη πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες.

Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, ο Λάρι Πέιτζ, συνυδριτής της Google, αποκάλυψε, απερίσκεπτα, το υπόγειο ζήτημα αυτής της σκέψης που αποτυπώνεται και στο βιβλίο σε μια απλή συζήτηση με τους δημοσιογράφους. «Ένας νόμος δεν μπορεί να είναι σωστός, αν χρονολογείται 50 χρόνια πίσω, δηλαδή πριν από την λειτουργία του διαδικτύου», είπε. Υποστήριξε, επίσης, ότι «θα πρέπει να αφήσουμε στην άκρη ένα μικρό μέρος του κόσμου», το οποίο δεν θα εντάσσεται στους κανονισμούς, έτσι ώστε όσοι χρησιμοποιούν googleνα έχουν πρόσβαση στις καινοτομίες της τελευταίας στιγμής «προστατευμένοι» σε αυτό το μικρό μέρος του κόσμου. Πάνω από τον νόμο και μέσα στο δικό τους «νησί – κράτος», οι τεχνοκράτες θα μπορούν να εξουσιάζουν τον κόσμο ατιμωρητί. Ο Πήτερ Θίελ, ιδρυτής του PayPal, προσπαθεί να πετύχει ακριβώς αυτό με το Ινστιτούτο Seasteading, το οποίο στοχεύει να φτιάξει πλωτές πόλεις σε διεθνή ύδατα. «Ένα ανοιχτό σύνορο», όπως λέει, «για να γίνονται πειραματισμοί της κυβέρνησης με νέες ιδέες». Αν είναι κανείς αισιόδοξος αυτά είναι απλώς τρέλες. Αν είναι απαισιόδοξος είναι επερχόμενο κακό.

Ένας τελευταίος τομέας που η μελλοντολογία επιχειρεί να «ελέγξει» είναι η νευροεπιστήμη. Είναι βέβαιο ότι τα σκάνερ, οι υπερυπολογιστές και τα εργαλεία νανο-ανίχνευσης μοιάζουν να μας προσφέρουν ένα τρόπο να εισβάλουμε στην ανθρώπινη συνείδηση, το τελευταίο όριο της επιστημονικής έρευνας. Δυστυχώς, αυτοί που οδηγούν πέρα από αυτό το όριο δεν έχουν διόλου σαφές την έννοια του όρου «επιστημονικό» και αυτό είναι επικίνδυνο.

Οι νευροεπιστήμονες συνηθίζουν πια να προβαίνουν σε ισχυρισμούς που ξεπερνούν κατά πολύ τις δυνατότητές τους, οι οποίοι αρχίζουν συνήθως με τα λόγια ..«βρήκαμε ότι..» Οι πιο γνωστοί από αυτούς τους ισχυρισμούς είναι ότι ο συνειδητός εαυτός είναι μια αυταπάτη και ότι δεν υπάρχει ελεύθερη θέληση. «Ως νευροεπιστήμονας», λέει ο καθηγητής Πάτρικ Χάγκαρ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, «πρέπει να είναι κανείς ντετερμινιστής. Υπάρχουν φυσικοί κανόνες, στους οποίους τα ηλεκτρικά και χημικά συμβάντα του μυαλού υπακούουν. Υπό παρόμοιες συνθήκες, δεν θα μπορούσε κανείς να κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που έκανε. Δεν υπάρχει το «Εγώ» που να μπορεί να πει «εγώ θέλω να κάνω κάτι αλλιώς».

Ο πρώτος από αυτούς τους ισχυρισμούς αντικρούεται εύκολα: αν η συνείδηση του εαυτού είναι αυταπάτη, ποιος είναι αυτός που απατάται τελικά; Ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έχει εδραιωθεί επιστημονικά. Όλα τα στοιχεία που επικαλούνται όσοι τον υποστηρίζουν είτε είναι αμφισβητήσιμα είτε παρερμηνευμένα. Και ούτε θα μπορούσε να αποδειχτεί επιστημονικά γιατί κανένας από τους επιστήμονες δεν φαίνεται να έχει πλήρη γνώση των περιπλοκών του ορισμού στον οποίο αναφέρονται. Σε κάθε περίπτωση, ο εαυτός και η ελεύθερη θέληση είναι θεμελιώδη στοιχεία όλης της αφήγησής μας και αυτό περιλαμβάνει την επιστήμη. Αν θέλεις να τα εξαλείψεις από τη ζωή σου, θέτεις τον εαυτό σου έξω από την ανθρώπινη κοινωνία. Με δύο λόγια, θα είσαι ένα ζόμπι.

Παρόλα αυτά η νευροεπιστήμη είναι τώρα ένα από τα βασικά θέματα της μελλοντολογικής φλυαρίας. Είμαστε, όπως υποστηρίζει η φλυαρία αυτή, πολύ κοντά στο να χαρτογραφήσουμε, να μοντελοποιήσουμε ακόμη και να αναπαράγουμε το ανθρώπινο μυαλό και, όταν θα το έχουμε κάνει αυτό, τα μηχανιστικά θεμέλια του ανθρώπινου μυαλού θα αποκαλυφθούν. Τότε θα είμαστε σε θέση να ενισχύσουμε, να ενδυναμώσουμε ή (πολύ πιθανότερο) να ελέγξουμε τον ανθρώπινο κόσμο στο σύνολό του. Και με αυτόν τον τρόπο αρχίζει η τρέλα, δεν χρειάζεται να το πω αυτό.

Οι ριζικές ανατροπές που υπονοούνται, αν και δεν έχουν ακόμη επιβληθεί, στα τωρινά τεχνολογικά επιτεύγματα είναι, πράγματι, αρκετά ανησυχητικά στους ευαίσθητους και νοήμονες ανθρώπους όσο συναρπαστικά φαίνονται στους κολλημένους με την τεχνολογία. Ο Μπέντζαμιν Μπράτον δεν έχει άδικο όταν περιγράφει ορισμένα από αυτά τα επιτεύγματα ως «δολοφόνους της ανθρωπότητας». Τόσο υπό την μορφή της «μοναδικότητας» όσο και υπό την μορφή των ιδεών που προέρχονται από την νευροεπιστήμη, ο θάνατος της ιδέας του ανθρώπινου όντος είναι παρών. Αν είναι όντως έτσι τα πράγματα, αναρωτιέται κανείς γιατί να δώσει σημασία: η ευημερία ενός υπολογιστή ή η τύχη ενός νευροεπιστημονικά προσδορισμένου ζόμπι δεν μοιάζουν να είναι και ιδιαίτερα πιεστικά, ως προς την λύση τους, προβλήματα. Επιπλέον, σε κάθε περίπτωση, αν κρίνει κανείς από το παρελθόν της μελλοντολογίας, τίποτε από αυτά πιθανότατα δεν θα γίνει πραγματικότητα.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι τωρινές μελλοντολογίες μιλούν για το παρόν. Σε ένα επίπεδο, λένε ότι αυταπατώμαστε σοβαρά. Όπως παρατηρεί ο Μπράτον, το στυλ παρουσίασης του δικτύου Τεχνολογία, Διασκέδαση Σχεδιασμός και της λογικής του Γλάντγουελ αν και εμπεριέχει πολύ ριζοσπαστικές τεχνολογίες, ουσιαστικά βασίζεται στην πίστη ότι τίποτε στις υπέροχες ζωές μας δεν θα αλλάξει. Και οι «πιστοί» θα συνεχίσουν να βολτάρουν κλαίγοντας γοερά, και να κατεβάζουν μπύρα όταν τα gadgets που προσμονούν δεν θα εμφανιστούν.

Σε ένα άλλο επίπεδο, η μελλοντολογία υπονοεί ότι δεν είμαστε ευτυχισμένοι με το παρόν. Αυτό ίσως συμβαίνει γιατί διαρκώς κάθε νέο gadget και κάθε νέα συσκευή και οι εταιρείες που τα προωθούν μας λένε ότι υπάρχει ακόμη κάτι καλύτερο μετά τη γωνία και, μέσα στην αδυναμία μας, το πιστεύουμε. Ή ίσως ήταν πάντοτε έτσι. Το 1752, ο ντόκτορ Τζόνσον υποστήριξε ότι οι εμμονές μας με το μέλλον πιθανώς να είναι αναπόφευκτο στοιχείο του ανθρωπίνου είδους. Όπως η προσκόλλησή μας με το παρελθόν είναι μια έκφραση της εκ γενετής αδυναμίας μας να ζήσουμε, και να είμαστε ευτυχείς, με το παρόν. «Φαίνεται», έγραφε, «ότι είναι η μοίρα του ανθρώπου να αναζητά παρηγοριά στο μέλλον. Το παρόν είναι σπάνια σε θέση να ικανοποίηση τον πόθο ή την φαντασία με άμεση ανταπόκριση, και γι αυτό υποχρεωνόμαστε να καλύψουμε αυτές τις ελλείψεις είτε με αναμνήσεις είτε με προβλέψεις».

Μπράιαν Άπλγιαρντ, συγγραφέας του «Το μυαλό είναι ευρύτερο από τον ουρανό: γιατί οι απλές λύσεις δεν λειτουργούν σε έναν περίπλοκο κόσμο»

http://www.newstatesman.com/

Μετάφραση: Μάρκο Πόλο

ΣΧΟΛΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια στο άρθρο! Γράψτε το πρώτο σχόλιο!

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.