#_CRON_JOB_#
#_CRON_JOB_#
22/03/2010 17:48
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Άδοξοι μπάσταρδοι



INGLOURIOUS BASTERDS

Ηθοποιοί: Βrad Pitt, Christoph Waltz, Diane Kruger, Melanie Laurent, Daniel Bruhl

Σενάριο: Quentin Tarantino

Σκηνοθεσία: Quentin Tarantino

Είδος: πολεμική/κατασκοπική περιπέτεια

Διάρκεια: 152’

 Ο Κουέντιν Ταραντίνο επιστρέφει. Μετά τα υπερτιμημένα Kill Bill, που άξιζαν μόνο σκηνοθετικά, και το γελοίο Death proof, αποφασίζει να βάλει στην άκρη τις φεμινιστικές του εμμονές και φτιάχνει την καλύτερή του ταινία. Το Inglourious Basterds διαδραματίζεται στο Β’ παγκόσμιο πόλεμο, στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Γαλλία και δείχνει πώς μια Γαλλίδα χωρικός, μια ομάδα επίλεκτων Αμερικανών στρατιωτών και μια σταρ του κινηματογράφου μπλέκουν σε μια απίθανη συνωμοσία που μπορεί να αλλάξει την πορεία του πολέμου.

 Η ταινία είναι χωρισμένη σε κεφάλαια καθένα από τα οποία εισάγει διαφορετικούς χαρακτήρες, εκτός από τα δύο τελευταία, και έχει το δικό του θέμα. Στο πρώτο βλέπουμε έναν γερμανό αξιωματικό των Ες Ες, τον ταγματάρχη Χανς Λάντα, γνωστό ως ‘Κυνηγό των Εβραίων’, να επισκέπτεται ένα ήσυχο γαλλικό αγρόκτημα ψάχνοντας για μια εβραϊκή οικογένεια που του έχει διαφύγει. Στο δεύτερο συναντάμε τους ίδιους τους Άδοξους Μπάσταρδους, μια ομάδα Εβραίων Αμερικανών στρατιωτών με αρχηγό τον λοχαγό Άλντο Ρέιν, η οποία δρα βαθιά πίσω από τις εχθρικές γραμμές στη Γαλλία και σκοπός της είναι να προκαλέσει στους Ναζί τις μέγιστες δυνατές καταστροφές. Πράγματι σύντομα οι Άδοξοι Μπάσταρδοι καταφέρνουν να γίνουν ο φόβος κι ο τρόμος των Γερμανών. Κάποια στιγμή όμως θα τους δοθεί η ευκαιρία να πετύχουν στον εχθρό τους το πιο σαρωτικό χτύπημα. Έτσι, στα επόμενα κεφάλαια η κατάσταση θα περιπλεχθεί και η έκβασή της θα γίνει αβέβαιη.

 Με τη συγκεκριμένη ταινία ο Ταραντίνο αποδεικνύει οριστικά την ευφυΐα του. Αυτό που είχε πετύχει στο Pulp Fiction, μια αφήγηση πρωτότυπη και ζωντανή, το επαναλαμβάνει εδώ ακόμη καλύτερα. Καταρχήν δεν ακολουθεί τη συνήθη δομή ενός σεναρίου. Ο χωρισμός σε κεφάλαια δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνεται σε κάθε έργο. Προϋποθέτει ότι υπάρχουν διακριτές θεματικές ενότητες κι ότι αυτές συνδέονται μεταξύ τους μέσα από την κεντρική πλοκή. Στο Pulp Fiction η σύνδεση των κομματιών του σεναρίου ήταν έξυπνη αλλά πιο χαλαρή. Στο Inglourious Basterds η συνοχή των κεφαλαίων είναι τέτοια ώστε έχουμε μια ταινία σπονδυλωτή και ταυτόχρονα ενιαία. Η κεντρική ιδέα που ενώνει τη δράση των χαρακτήρων ακόμη κι όταν αυτοί βρίσκονται σε διαφορετικούς χώρους είναι η εκδίκηση. Οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές είναι Εβραίοι που μισούν τους Ναζί και θέλουν να τους εκδικηθούν για τα δεινά που έχουν περάσει. Όπως είναι φυσιολογικό, η δράση των πρωταγωνιστών κάποτε συμπίπτει όχι μόνο ως προς τα κίνητρα και τους στόχους αλλά και χωροχρονικά. Εκεί είναι που ανεβαίνει η αγωνία και η ταινία οδηγείται σταδιακά στην κλιμάκωσή της.

 Ένα άλλο στοιχείο που διαφοροποιεί το Inglourious Basterds και υπήρχε επίσης στο Pulp Fiction είναι οι καταστάσεις όπου έρχονται αντιμέτωποι δύο ή περισσότεροι χαρακτήρες και διαπραγματεύονται κάτι πολύ σημαντικό. Μπορεί να είναι μια ‘μεξικάνικη αναμέτρηση’, όπου οι αντίπαλοι είναι ισοδύναμοι και μια σύγκρουση δε συμφέρει κανέναν τους, ή κάποιος να έχει σαφώς το πάνω χέρι. Μέσα από αυτές τις καταστάσεις με τους μακρόσυρτους διαλόγους σκιαγραφούνται οι χαρακτήρες και προωθείται η πλοκή. Οι Άδοξοι Μπάσταρδοι είναι μια πολεμική ταινία όπου οι πρωταγωνιστές μιλάνε πολύ, πραγματικά πολύ, κι όμως δε γίνεται ποτέ βαρετή. Το αντίθετο, όλοι οι διάλογοι είναι απολαυστικοί. Σχηματίζουν μια ένταση μεταξύ των συνομιλητών, αφού πάντα αυτοί βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα, και τους δίνουν την ευκαιρία να εξασκήσουν στο μέγιστο τις ρητορικές και λογικές τους ικανότητες. Η έκβαση της ιστορίας δεν κρίνεται μόνο από τις πολεμικές ενέργειες των χαρακτήρων αλλά εξίσου, ίσως και περισσότερο, από την ικανότητά τους να επηρεάσουν τον αντίπαλο με τα λόγια αποκρύπτοντας τις προθέσεις τους. Ο Ταραντίνο αποδεικνύεται μάστερ της συγκεκριμένης τεχνικής. Δεν τη χρησιμοποιεί για να γεμίσει το χρόνο. Χτίζει μια ολόκληρη ταινία χάρη σε αυτή και τα καταφέρνει περίφημα.

 Αφού λοιπόν οι λεκτικές αναμετρήσεις των πρωταγωνιστών είναι ουσιώδες κομμάτι του έργου, είναι φυσικό ότι χρειάζονται κατάλληλοι χαρακτήρες. Ο ταγματάρχης Λάντα, πανούργος, με μια εκλεπτυσμένη συμπεριφορά και μια επιφανειακή ευγένεια που κρύβουν μια θηριώδη αγριότητα, παρατηρεί προσεκτικά τα πάντα και αποτελεί τον πιο επικίνδυνο κι αδίστακτο αντίπαλο. Ο λοχαγός Ρέιν, αφοσιωμένος στο καθήκον του να σκοτώσει όσο το δυνατόν περισσότερους Ναζί, έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο για να τιμωρεί όσους αφήνει να ζήσουν και παρόλο που δε διακρίνεται για τη ρητορική του ικανότητα ξεχωρίζει για τη δύναμη και το θάρρος του. Η Μπρίτζετ φον Χάμερσμαρκ, διάσημη ηθοποιός, θα μπλεχτεί στην ιστορία με αναπάντεχο τρόπο επιδεικνύοντας εξαιρετική  ψυχραιμία κι εφευρετικότητα. Η Σοσάννα Ντρέιφους, που έχει χάσει την οικογένειά της από τους Ναζί, αρπάζει την ευκαιρία που της παρουσιάζεται για να τους εκδικηθεί χωρίς να λογαριάζει τη δική της ζωή. Και τέλος, ο στρατιώτης Φρέντερικ Ζόλερ, ήρωας πολέμου των Γερμανών, θα επηρεάσει αποφασιστικά με τις ενέργειές του την εξέλιξη της ιστορίας.

 Υπάρχουν και πολλοί άλλοι χαρακτήρες, που εμφανίζονται λιγότερο χωρίς όμως να είναι διακοσμητικοί. Απεναντίας συμμετέχουν στα δρώμενα, παίρνουν μέρος στους διαλόγους και καθορίζουν την έκβαση των πραγμάτων, συχνά με τρόπο αναπάντεχο. Εδώ έρχομαι σε ένα ακόμη ατού των Άδοξων Μπάσταρδων. Παρόμοια με το Pulp Fiction, η εξέλιξη των καταστάσεων σχεδόν ποτέ δεν είναι αυτή που περιμένει ο θεατής. Κανονικά αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μπάχαλο κι έλλειψη λογικής συνέχειας. Εντούτοις, όπως η τεχνική των αλλεπάλληλων διαλόγων, έτσι και η τεχνική του ‘στην έφερα, δεν έγινε αυτό που νόμιζες ότι θα γίνει’ στα χέρια του Ταραντίνο μετατρέπεται σε εργαλείο υψηλής ακρίβειας που αναβαθμίζει το σενάριο και κρατάει το θεατή καθηλωμένο, έχοντας αντιληφθεί ότι όλα είναι πιθανά.

 Από τα παραπάνω φαίνεται ότι Inglourious Basterds είναι μια πολεμική ταινία που στηρίζεται στους χαρακτήρες, τους διαλόγους και τις εκπλήξεις. Μισό λεπτό, θα μου πείτε. Δράση δεν έχει; Βεβαίως και έχει. Απλά δεν πρόκειται για τη δράση που συναντάται συνήθως στα πολεμικά έργα. Δε θα δείτε αεροπλάνα των Συμμάχων να βομβαρδίζουν θέσεις των Γερμανών ούτε οδομαχίες στρατιωτών οχυρωμένων σε χαλάσματα ισοπεδωμένων κτιρίων. Οι σκηνές βίας είναι μικρής κλίμακας και σύντομες. Αυτό όμως δεν τις κάνει λιγότερο σημαντικές ή έντονες. Το αντίθετο. Επειδή συνήθως έχει προηγηθεί κάποιος μακρύς κι αμφίρροπος διάλογος, το βίαιο ξέσπασμα που ακολουθεί είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος εκτόνωσης της συσσωρευμένης έντασης.

 Έτσι ο σκηνοθέτης, δηλαδή πάλι ο Ταραντίνο, έχει την ευκαιρία να δείξει το ταλέντο του στην απόδοση ρεαλιστικών σκηνών όπου σκοτώνεται πολύς κόσμος, ακόμη και πρόσωπα που συνήθως δεν πεθαίνουν στις ταινίες. Αλλά είπαμε, εδώ όλα είναι πιθανά. Επιπλέον, ο χώρος, τα πρόσωπα, η λήψη των πλάνων και οι φωτισμοί δίνουν στις σκηνές βίας μια ιδιαίτερη αισθητική εντύπωση. Η τεχνική τους αρτιότητα, που φανερώνει την προμελετημένη δραστηριότητα του σκηνοθέτη, εναρμονίζεται με τη φονική τους έκβαση, που παραπέμπει στο απρόβλεπτο και στο τυχαίο.

 Καθώς οι συγκρούσεις των χαρακτήρων κινούν την πλοκή, χωρίς καλούς ηθοποιούς οι Άδοξοι Μπάσταρδοι δε θα πετύχαιναν το στόχο τους. Ευτυχώς όμως δεν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα. Μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε ο Κριστόφ Βαλτζ, που υποδύεται τον ταγματάρχη Λάντα. Αδίστακτος κι ευφυής, δείχνει απειλητικός ακόμη κι όταν χαμογελάει ή μάλλον ιδίως όταν χαμογελάει. Η Νταιάν Κρούγκερ είναι άκρως γοητευτική στο ρόλο της Μπρίτζετ φον Χάμερσμαρκ, της Γερμανίδας κινηματογραφικής σταρ, ενώ η Μέλανυ Λώρεντ (ο Ταραντίνο δεν μπορεί να κρύψει το πάθος του για τις ξανθιές) ενσαρκώνει πειστικά την αποφασισμένη Σοσάννα Ντρέιφους. Τελευταίο αναφέρω τον Μπραντ Πιτ, όχι γιατί δεν παίζει καλά, απεναντίας είναι διασκεδαστικός στο ρόλο του σκληροτράχηλου και μονοκόμματου στη σκέψη λοχαγού Ρέιν, απλά μου έκανε λιγότερη εντύπωση από τους υπόλοιπους. Ωστόσο σε αυτόν ανήκει η πιο πετυχημένη κι αστεία ατάκα του έργου κι αυτός καθοδηγεί το μεγαλύτερο μέρος της δράσης παρόλο που δεν εμφανίζεται περισσότερο από τους άλλους πρωταγωνιστές.

 Οι Άδοξοι Μπάσταρδοι αποτελούν για τον Ταραντίνο τη χαρά του δημιουργού αφού του δίνουν την ευκαιρία να κινηθεί ελεύθερα και να κάνει ό,τι θέλει. Καταρρίπτει τους συνήθεις τρόπους αφήγησης, σχεδιάζει απίθανους αλλά αληθοφανείς διαλόγους, επινοεί αναπάντεχες καταστάσεις κι ακόμη πιο αναπάντεχες διεξόδους κι όλα αυτά τα καταφέρνει διαφημίζοντας παράλληλα εμμέσως το ενδιαφέρον του για τον κινηματογράφο. Δεν είναι τυχαίο το επάγγελμα της φον Χάμερσμαρκ ή της Σοσάννα, το επιτραπέζιο παιχνίδι που παίζουν οι Γερμανοί φαντάροι στο υπόγειο ή, φυσικά, το πώς σχεδιάζεται η ίδια η συνωμοσία. Φαίνεται ότι ο Ταραντίνο πραγματικά διασκέδασε φτιάχνοντας αυτή την ταινία. Το καλό είναι ότι μαζί του διασκεδάζει κι ο θεατής.

 Δημήτρης

ΣΧΟΛΙΑ

  1. Lalakis avatar
    Lalakis 05/05/2010 13:45:05

    φεσι

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.