#_CRON_JOB_#
#_CRON_JOB_#
14/01/2013 15:18
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Την περίπτωση Μαζιώτη την θυμάται κανείς;

s:65535:"

Αρχές Ιουλίου 2012, κι ενώ η χώρα καίγεται από τις απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις, οι δικαστικές και αστυνομικές αρχές αντιλαμβάνονται ότι οι προφυλακισμένοι για συμμετοχή στον Επαναστατικό Αγώνα, Ν. Μαζιώτης και η σύντροφός του Π. Ρούπα, εξαφανίζονται ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η δίκη τους στο Κακουργιοδικείο.

Τα ίχνη τους χάνονται και κάποιοι λένε ότι έχουν φύγει από την Ελλάδα. Προκλήθηκε σάλος γιατί είχε παρέλθει το 18μηνο και αποφυλακίστηκαν με αποτέλεσμα να βρουν ευκαιρία να εξαφανιστούν. Οι αστυνομικοί τα βάζουν με τους δικαστές που δεν κίνησαν τις ενέργειες ώστε να δικαστούν μέσα στο 18μηνο αλλά η ουσία είναι πώς δύο κατηγορούμενοι για βαριά τρομοκρατία έχουν κάνει φτερά.

Πριν μερικές εβδομάδες Μαζιώτης και Ρούπα επανεμφανίζονται με κείμενά τους στο indymedia όπου μιλούν για το αντάρτικο πόλης, τη συμμετοχή τους, καρφώνουν πρώην συντρόφους τους και μιλάνε για τη δίκη τους.

Και πάλι παραμένουν άφαντοι και κανείς δε γνωρίζει που βρίσκονται.

Τα κείμενα πάντως ερμηνεύονται  σαν μια προσπάθεια ανασύστασης της εγχώριας τρομοκρατίας. Ένα μήνυμα ότι δεν έχει καθαρίσει το κράτος με τους τρομοκράτες κι ότι μπορούν ακόμη να κάνουν ηχηρά χτυπήματα.

Τώρα γιατί εμείς θυμηθήκαμε ξαφνικά τον Μαζιώτη; Όποιος έχει το κουράγιο ας διαβάσει το παραλήρημα των δύο μέσα από το  indymedia και ίσως καταλάβει:

Έχουμε συνηθίσει αντί να μας απαντάνε με πολιτικά επιχειρήματα να ρίχνουν λάσπη εναντίον μας, αφορισμούς και να λένε ψέματα. Το γεγονός ότι ο Λάμπρος Φούντας ήταν παράλληλα και μέλος του Επαναστατικού Αγώνα και συμμετείχε στις διεργασίες του α/α χώρου, πράγμα που διέψευδε τον βασικό ισχυρισμό της συγκεκριμένης μάρτυρα υπεράσπισης ότι κάποιος δεν μπορεί να είναι στο «κίνημα» και στο αντάρτικο παράλληλα, είναι κάτι που δεν απαντήθηκε από την ίδια ούτε φυσικά περιμένουμε να απαντηθεί.

Και φυσικά αυτό δεν είναι μια προσωπική άποψη αλλά μια αντικειμενική αλήθεια. Δεύτερον, πουθενά στο γράμμα μου δεν υπάρχει η άποψη ότι τα «RPG τοποθετούνται (και ο ένοπλος αγώνας γενικά) αυτοδικαίως σε μια ανώτερη κλίμακα επαναστατικότητας από μια ταπεινή μολότωφ». Αυτό δεν είναι απλώς μία σκόπιμη διαστρέβλωση, είναι ψέμα. Όσον αφορά τον υποτιθέμενο διαχωρισμό που προωθήσαμε «εγκαλώντας συντρόφους για τα συνθήματα "ο Λάμπρος ζει μέσα στις φωτιές" και "ο Λάμπρος ήταν ένας από εμάς"», αναφερόμενη προφανώς στην διοργάνωση της πορείας στην Δάφνη τον Μάρτιο του 2011 και εδώ αποδεικνύεται πόσο διαστρεβλωμένη παρουσιάζεται η πραγματικότητα.

Η διαφωνία μας με το προτεινόμενο πολιτικό πλαίσιο τότε της πορείας, τώρα παρουσιάζεται ως «διαχωρισμός». Τότε ενώ αρχικά δεν μας ενημέρωσαν καν για το πολιτικό πλαίσιο της πορείας, πράγμα που όφειλαν να κάνουν, διαπιστώσαμε στην συνέχεια ότι από το πολιτικό περιεχόμενο σκόπιμα –αποσιωπήθηκε -έλειπε ο λόγος και το πολιτικό πλαίσιο της ένοπλης συμπλοκής της Δάφνης όπου σκοτώθηκε ο σύντροφος Λάμπρος Φούντας, δηλαδή ότι ο Λάμπρος σκοτώθηκε ως μέλος του Επαναστατικού Αγώνα σε προπαρασκευαστική ενέργεια της οργάνωσης, ενώ στο τέλος κατέληξε να υιοθετηθεί ένα πολιτικό πλαίσιο-σούπα, ο Λάμπρος ήταν αναρχικός, συμμετείχε στις συνελεύσεις, στις πορείες κλπ, αλλά ήταν παρεπιμπτόντως και μέλος του Επαναστατικού Αγώνα, πράγμα που ουσιαστικά συνέχιζε να βγάζει την υπόθεση από τις πραγματικές της διαστάσεις, δηλαδή υποβάθμιζε το γιατί σκοτώθηκε στην Δάφνη, κάτω από ποιο πολιτικό πλαίσιο και συνθήκες έγινε η ένοπλη συμπλοκή στην Δάφνη.

Η υπόθεση της ένοπλης συμπλοκής στην Δάφνη μπήκε στα πραγματικά πολιτικά πλαίσια της όταν είχαμε αποφυλακιστεί και μαζί με άλλους συντρόφους-ισσες μέσα από κινηματικές διαδικασίες διοργανώσαμε την πορεία Μνήμης και Αγώνα για τα δύο χρόνια από τον θάνατο του Λάμπρου Φούντα, πορεία η οποία έγινε στο κέντρο της Αθήνας στις 10 Μάρτη 2012 όπως θα άρμοζε από την αρχή -και όχι στην Δάφνη- στην οποία συμμετείχαν γύρω στους 2000 συντρόφους-ισσες. Και ήταν αρκετοί αυτοί οι σύντροφοι-ισσες που συμμετείχαν στην πορεία οι οποίοι ήταν και στην Δάφνη το 2011 και δεν φάνηκαν να έχουν πέσει «θύμα» διαχωρισμού από μας.

Όσον αφορά την επίκληση των ιστορικών παραδειγμάτων βάσει του οποίου αυτοί που συμμετέχουν στο αντάρτικο, νομοτελειακά είτε πρέπει να είναι στην παρανομία, είτε δεν μπορούν να συμμετέχουν σε «κινηματικές» διεργασίες, εδώ συνεχίζεται η επίδειξη της ιστορικής παραχάραξης.

Για τους Επαναστατικούς Πυρήνες θα αναφέρω την φράση του Αντρέας Φόγκελ, πρώην μέλους της ένοπλης οργάνωσης Κίνημα 2 Ιούνη και μετά της RAF (μετά το 1980 η 2 Ιούνη συγχωνεύτηκε με την RAF), ο οποίος συμμετέχοντας στην εκδήλωση που διοργάνωσε η Συνέλευση για την υπόθεση του Επαναστατικού Αγώνα στις 7 Ιουνίου 2012 στο Πάντειο με θέμα «Ένοπλα κινήματα στην Ευρώπη», αναφερόμενος στο αντάρτικο στην Γερμανία είπε: «Με τους Επαναστατικούς Πυρήνες είχαμε κάποιες διαφορές, κάτι που εκδηλωνόταν στην τακτική, τις μεθόδους και τις ενέργειες. Θα αναφέρω δύο διαφορές. Η πρώτη είναι για το ερώτημα της επικέντρωσης σε μια στρατηγική επίθεση ή την προσπάθεια για διάχυση του ένοπλου αγώνα σε πολλές εστίες της κοινωνικής αντιπαράθεσης.

Η δεύτερη διαφορά ήταν ότι το ερώτημα της οργάνωσης στην παρανομία ως σημείο για την επίθεση στο σύστημα απαντιόταν διαφορετικά». Αυτή η δήλωση αποδείκνυε τον ισχυρισμό μου ότι δεν υπήρχε ενιαία αντιμετώπιση στο θέμα της οργάνωσης στην παρανομία και υπήρχαν διαφορές ακόμα και σε οργανώσεις αντάρτικου που δρούσαν στην ίδια χώρα. Και οι Επαναστατικοί Πυρήνες είχαν διαφορετική άποψη με την RAF από την αρχή και όχι από την δεκαετία του ’80. Το γεγονός ότι ένα τμήμα των Επαναστατικών Πυρήνων έδρασε με την ομάδα Κάρλος σε διάφορες χώρες δεν αναιρεί την πραγματικότητα αυτή. Η κύρια δράση των Επαναστατικών Πυρήνων από το 1973 που έγινε η πρώτη τους ενέργεια, αφορούσε την δυτικογερμανική επικράτεια.

Εκεί όμως που η ιστορική παρερμηνεία προκαλεί τα γέλια είναι η αναφορά στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες παρουσιάζονται την πρώτη περίοδο της ύπαρξής τους-πριν αρχίσουν τις εκτελέσεις-, ως μια μη «κλασική» οργάνωση αντάρτικου με «μινιμαρισμένης βίας» ενέργειες-απαγωγές «ολιγόωρης» διάρκειας. Δηλαδή η (πολυήμερη!) απαγωγή του δικαστή Σόσι το 1974, η κορυφαία ενέργεια της πρώτης γενιάς της οργάνωσης ήταν μια ενέργεια «μινιμαρισμένης» βίας; Μια τέτοιου είδους ενέργεια απαιτούσε υψηλό βαθμό οργάνωσης και επιχειρησιακής ικανότητας. Μια τέτοιου είδους απαγωγή είναι πιο δύσκολη σε οργανωτικό και επιχειρησιακό επίπεδο από μία ενέδρα και μία εκτέλεση στον δρόμο. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πράγματι αλλάξανε στρατηγική από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και περάσανε από την παρέμβαση στους εργατικούς αγώνες στην επίθεση στην «καρδιά του κράτους».

Αυτό δεν σημαίνει ότι αποκοπήκανε από το κίνημα ευρύτερα και όταν μιλάμε για κίνημα δεν εννοείται μόνο η εργατική τάξη. Η Walter Alazia αποσχίστηκε κατηγορώντας ότι η οργάνωση είχε απομακρυνθεί από τους εργατικούς χώρους δηλαδή από τις αρχικές της ρίζες, όμως κίνημα δεν είναι μόνο τα εργοστάσια. Το επαναστατικό κίνημα στην Ιταλία δεν αφορούσε μόνο τα εργοστάσια και την εργατική τάξη αλλά και τα πανεπιστήμια και το μητροπολιτικό προλεταριάτο. Από την αρχή η δομή των Ερυθρών Ταξιαρχιών ήταν τέτοια που απαιτούσε υψηλό βαθμό οργάνωσης, επιχειρησιακής ικανότητας, πολιτικής στράτευσης και πολιτικής υπευθυνότητας και η παράνομη δομή τους δεν τους εμπόδιζε να έχουν σχέση με τα εργοστάσια και την εργατική τάξη ούτε με το κίνημα ευρύτερα. Άλλωστε και από κει στρατολογούσε μέλη όπως έγινε μετά την ένοπλη εξέγερση του ’77 και την υπόθεση Μόρο το ’78. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν μέρος του επαναστατικού κινήματος στην Ιταλία και κανείς δεν μπορεί να ξαναγράψει την ιστορία επειδή έτσι τον-την βολεύει.

Επίσης για το ελληνικό αντάρτικο πόλης: Ο Χρήστος Τσιγαρίδας, μέλος του ΕΛΑ που έχει πάρει την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής του στον ΕΛΑ και πολιτικός μάρτυρας υπεράσπισης στα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα, στις 7 Ιουνίου 2012 στο Πάντειο συμμετέχοντας στην εκδήλωση της Συνέλευσης για την υπόθεση του Επαναστατικού Αγώνα με θέμα: «Ένοπλα κινήματα στην Ευρώπη», αναφερόμενος στην πολιτική πρακτική του ΕΛΑ παρουσίασε 4 άξονες μεταξύ των οποίων, ο 1ος έλεγε: «Προπαγάνδα-Αντιπληροφόρηση. Προπαγάνδα πολύπλευρη και πολύμορφη που δεν θα γίνεται για αυτοδιαφήμιση και αυτοπροβολή αλλά για να αποκαλύπτει όσα οι μηχανισμοί και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης του καθεστώτος κρύβουν, διαστρεβλώνουν, συσκοτίζουν». Ο 2ος άξονας ήταν: «Συμμετοχή στο μαζικό κίνημα. Συμβολή στην δυναμική αντιμετώπιση των εργασιακών διεκδικήσεων, οργάνωση και ανάπτυξη των συγκρουσιακών με το καθεστώς δυνάμεων». Αυτό και μόνο αποδεικνύει πόσο «αποκομμένος» από τους εργασιακούς χώρους και το κίνημα ήταν ο ΕΛΑ όπως υποστηρίζει η μάρτυρας υπεράσπισης. Ο ίδιος ο Τσιγαρίδας συμμετείχε στην έκδοση του περιοδικού Αντιπληροφόρηση. Αλλά προφανώς η μάρτυρας υπεράσπισης γνωρίζει καλύτερα επιβεβαιώνοντας αυτό που λέει ο λαός: «Έλα παππού μου να σου δείξω τα αμπελοχώραφα σου»!

Όσον αφορά την απάντηση του αθώου συγκατηγορούμενου στην υπόθεσή μας, δεν απαντάει στην τοποθέτησή μου για τον ισχυρισμό της μάρτυρός του, ισχυρισμός που είναι και βασική πολιτική υπερασπιστική γραμμή δική του, πως δηλαδή γίνεται να μην μπορεί κανείς να συμμετέχει και στο «κίνημα» και στο αντάρτικο όταν ο φίλος του και σύντροφος του Λάμπρος Φούντας ήταν μέλος του Επαναστατικού Αγώνα αλλά ταυτόχρονα ήταν και στις διεργασίες του α/α χώρου. Και εδώ να επισημάνω κάτι που το έχω πει δημοσίως σε εκδηλώσεις, ότι άλλο πράγμα το κίνημα και άλλο πράγμα ο α/α χώρος στην κατάσταση που βρίσκεται. Επίσης δεν αναφέρεται καν και δεν απαντάει στο επίμαχο σημείο όπου ο δικηγόρος του επιχειρεί τον διαχωρισμό-την διαχωριστική γραμμή όπως ο ίδιος αναφέρει-, μεταξύ του «συγκρουσιακού αλλά μη ένοπλου κομματιού της αναρχίας» και του «ένοπλου αναρχικού τμήματος» βάσει της οποίας θα πρέπει το δικαστήριο να τον απαλλάξει από τις κατηγορίες. Δηλαδή το δικαστήριο δεν θα έπρεπε να τον απαλλάξει μόνο λόγω ανύπαρκτων στοιχείων αλλά λόγω του ότι υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο κίνημα και τον ένοπλο αγώνα, δηλαδή απαλλαγή με πολιτικούς όρους!! Αν αυτό δεν είναι διαχωρισμός και έμμεση αποκήρυξη του ένοπλου αγώνα τότε τι είναι; Αυτά είναι επιχειρήματα του ίδιου του δικηγόρου του και ο δικηγόρος είναι ο αντιπρόσωπος του. Ότι λέει τον αντιπροσωπεύει. Άρα ο διαχωρισμός και η αποκήρυξη γίνεται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Ας μην κάνουν κάποιοι ότι δεν καταλαβαίνουν. Αν ήθελε να είναι συνεπής με αυτά που υποτίθεται ότι πιστεύει, τότε καλό θα ήταν να είχε παρέμβει και να είχε διορθώσει τα πράγματα. Και το ίδιο έπρεπε να κάνει και η μάρτυρας υπεράσπισης και όχι απλά να λέει «ότι αυτά δεν αφορούν το δικαστήριο» ενώ πριν έλεγε στους δικαστές ότι δεν μπορεί να είναι κανείς στο «κίνημα» και στο αντάρτικο. Η μόνη καθαρή απάντηση από την μάρτυρα θα ήταν να απαντήσει ότι δεν υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές αν ήθελε να είναι συνεπής με την θέση ότι ο ένοπλος αγώνας είναι μέρος του κινήματος, του «πολύμορφου». Η πολιτική υπερασπιστική γραμμή, από την μία, κανείς δεν μπορεί να είναι και στο «κίνημα» και στο αντάρτικο και από την άλλη ότι κάποιος θα πρέπει να απαλλαγεί από τις κατηγορίες για ένταξη σε ένοπλη οργάνωση επειδή συμμετείχε στο «κίνημα» και στις «κινηματικές διαδικασίες» και όχι απλώς και μόνο λόγω ανυπαρξίας στοιχείων, μόνο τυχαία δεν είναι. Και αυτά καταγράφονται στην ιστορία και κρίνονται. Οι επιβεβαιώσεις από την μεριά τους ότι ο ένοπλος αγώνας είναι κομμάτι του κινήματος μετά από αυτά δεν μπορεί παρά είναι σκέτη υποκρισία.

Το γράμμα μου όμως προκάλεσε και το παραλήρημα κάποιου, o οποίος κάνει λόγο για ζαχαριαδικούς, Πλουμπίδηδες, Βελουχιώτηδες και αμετροέπεια. Όμως για το επίμαχο δεν υπάρχει κανένα αντεπιχείρημα. Ποιός άραγε είναι ο αντίστοιχος Βελουχιώτης ή ο Πλουμπίδης στην περίπτωση μας; Πέρα από την αναντιστοιχία των καιρών, των προσώπων και των συνθηκών που δεν επιτρέπουν τέτοιου είδους συγκρίσεις, τι πραγματικά θέλει να πει; Ο Ζαχαριάδης και ο Βελουχιώτης ήταν στο ίδιο κόμμα. Αν εγώ συγκρίνομαι με τον Ζαχαριάδη που κατηγορώ άδικα τον συγκατηγορούμενο μου (ως άλλο Βελουχιώτη!!) ως δηλωσία, σημαίνει ότι ο συγκατηγορούμενος και εγώ ήμασταν στην ίδια οργάνωση-«κόμμα»; Ήταν ο συγκατηγορούμενος στον Επαναστατικό Αγώνα και δεν το ήξερα; Πώς μπορεί κάποιος να απαιτεί «κομματική πειθαρχία» -όπως επικαλείται-, από κάποιον εκτός του «κόμματός» του; Ποιος όμως είναι τελικά αμετροεπής και καιροσκόπος παράλληλα; Είναι αυτός που έχει εμφανιστεί στην αγωνιστική του καριέρα ως σκληροπυρηνικός μηδενιστής και νετσαγιεφικός και εκδότης βιβλίων για τον Νετσάγιεφ, τους ναρότνικους, τους ιλλεγκαλιστές και την κοινωνική ληστεία και καταλήγει να «στήνει» εκλογικό περίπτερο για τον ΣΥΡΙΖΑ, και απευθύνεται στον ΣΥΡΙΖΑ για να σωθεί από σύλληψη.

Νοέμβριος 2012

Νίκος Μαζιώτης

ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΟΛΑΣ ΡΟΥΠΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΜΑΡΤΥΡΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ

Η υπόθεση του Επαναστατικού Αγώνα και η δίκη είναι πρώτα απ’ όλα μια σοβαρή υπόθεση. Μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου κάθε κατάθεση, τοποθέτηση, κάθε λέξη αποκτά μια ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία, ακόμα και αν αυτή εκτός του δικαστηρίου είναι παντελώς ανάξια λόγου. Και αυτό γιατί οτιδήποτε λέγεται σε αυτή τη δίκη έχει μια πολιτική προέκταση και καθώς η δίκη αυτή είναι μια ιστορική δίκη, μένει στην ιστορία οτιδήποτε την αφορά.

Σε μια από τις συνεδριάσεις, μάρτυρας ενός από τους συγκατηγορούμενούς μας έθεσε ως κεντρικό στοιχείο της επιχειρηματολογίας της για τη μη συμμετοχή του συγκεκριμένου κατηγορούμενου στον Επαναστατικό Αγώνα το γεγονός ότι είναι αδύνατο ένας αναρχικός που συμμετέχει ενεργά στο κίνημα, να συμμετέχει σε ένοπλη οργάνωση. Συνεπώς, «όποιος επιλέγει το κίνημα, δεν επιλέγει την ένοπλη δράση» και αντιστρόφως, «όποιος επιλέγει την ένοπλη δράση αποσύρεται από το κίνημα». Και ερωτώ, με ποιο δικαίωμα η μάρτυρας μιλάει σε ένα δικαστήριο για ζητήματα που αφορούν το εσωτερικό του αγώνα, είτε αυτά ισχύουν είτε όχι; Με ποιο δικαίωμα μπαίνει σε ζητήματα που δεν την αφορούν, σε ζητήματα που κανένας που συμμετέχει σε ένοπλη οργάνωση δεν αναφέρει μπροστά στον εχθρό; Και κυρίως με ποιο δικαίωμα «αποσύρει από το κίνημα» τους ένοπλους αγωνιστές και πιο συγκεκριμένα τα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα; Με ποιο δικαίωμα «βγάζει στην παρανομία» όσους συμμετείχαν στην οργάνωση μπροστά στο δικαστήριο του εχθρού; Με ποιο δικαίωμα αναφέρεται μπροστά στο δικαστήριο σε ζητήματα που αφορούν τη δομή και το εσωτερικό της οργάνωσης, πράγμα που δεν κάναμε εμείς που αναλάβαμε την πολιτική ευθύνη; Γιατί βοηθάει το δικαστήριο στο να σχηματίσει μια οποιαδήποτε εικόνα για το εσωτερικό και τη δομή της οργάνωσης; Με ποιο δικαίωμα στη συνέχεια της κατάθεσής της χρησιμοποιεί ως παραδείγματα της επιχειρηματολογίας της εμένα και τον σύντροφο Μαζιώτη παρουσιάζοντάς μας ως «αποσυρμένους»; Με ποιο δικαίωμα ακυρώνει καταθέσεις δικών μας μαρτύρων υπεράσπισης; Με ποιο δικαίωμα λέει ότι «η Ρούπα και ο Μαζιώτης είχαν αποσυρθεί από τις ευρύτερες διεργασίες του αναρχικού κινήματος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είχαν αποκοπεί από τις κοινωνικές σχέσεις, από τις φιλίες τους, από τις επαφές τους», αποπολιτικοποιώντας έτσι τις σχέσεις μας με συντρόφους; Εμείς ποτέ ούτε μέσα στη δίκη ούτε πουθενά αλλού δεν αναφερόμαστε με όρους μη πολιτικούς. Είμαστε πολιτικά όντα και αυτό έχει εμπεδωθεί και στον ίδιο τον εχθρό. Η προσωπική μας ζωή και οι σχέσεις δεν κατατέθηκαν ούτε στο ελάχιστο δημόσια και πολύ περισσότερο μπροστά στους κρατικούς εκπροσώπους. Η απόπειρα αποπολιτικοποίησης των σχέσεών μας και κατ’ επέκταση και ημών υπονομεύει την πολιτική υπόσταση τη δική μας και κατ’ επέκταση και της υπόθεσης, και στο μόνο που βοηθάει είναι τα σχέδια του κράτους εναντίον μας.

Από τη μάρτυρα λοιπόν, το δικαστήριο πληροφορείται ότι «υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ ένοπλου και μη ένοπλου αγώνα», ότι «όλοι οι αγωνιστές που συμμετέχουν σε ένοπλες οργανώσεις είναι αποσυρμένοι από το κίνημα και περνάνε στην παρανομία», και κατ’ επέκταση ότι «το ίδιο ισχύει και για τους συμμετέχοντες στον Επαναστατικό Αγώνα». Και να επισημάνω πως κανένας μας δεν βρισκόταν στην παρανομία. Το δικαστήριο πληροφορείται ότι η Ρούπα και ο Μαζιώτης ως «αποσυρμένοι και παράνομοι (όχι όμως καταζητούμενοι) πίνουν καφέ και κάνουν φιλικές και μόνο φιλικές συναντήσεις». Αν ανέφερε και από πότε κατά την άποψή της είμαστε στην «παρανομία» και «αποσυρμένοι», θα βοηθούσε το δικαστήριο και στη νομική διερεύνηση της κατηγορίας της αρχηγίας, όπως και στο ποιες ενέργειες της οργάνωσης θα μπορούσαμε ως «αποσυρμένοι» και «παράνομοι» να συμμετείχαμε.

Πριν προχωρήσω να επισημάνω πως ακόμα και αν τα όσα λέχθηκαν από τη μάρτυρα ήταν σωστά, η χάραξη διαχωριστικών γραμμών κάθε είδους που οδηγούν στην πολιτική απομόνωση των αγωνιστών από τον πολιτικό χώρο που ανήκουν, είναι όχι απλώς λάθος, είναι όχι απλώς αντισυντροφική, είναι εχθρική προς τους ίδιους τους αγωνιστές. Η μάρτυρας με τα όσα ισχυρίστηκε στο δικαστήριο εξέθεσε αγωνιστές μπροστά στον εχθρό μπαίνοντας σε συνδιαλλαγή μαζί του. Και η συνδιαλλαγή έγκειται στο γεγονός ότι συνεισφέρει στην πολιτική απομόνωση και την αποπολιτικοποίηση αγωνιστών με αντάλλαγμα την απαλλαγή ενός κατηγορουμένου από τις κατηγορίες και τη δίωξη, δηλαδή προσφέρει κάτι στον αντίπαλο που μπορεί κατά οποιοδήποτε τρόπο να χρησιμοποιήσει εναντίον μας με αντάλλαγμα την απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Και αυτό συνιστά στάση εχθρική προς τον αγώνα συνολικότερα. Αυτό έγινε εξ’ ονόματος ενός κατηγορούμενου ο οποίος προφανώς και ταυτίζεται με τη συγκεκριμένη μάρτυρα και την υπερασπιστική γραμμή της, αφού όχι μόνο δεν αντέδρασε επί τόπου έστω με μια διόρθωση, αλλά τοποθετήθηκε και δημοσίως υπέρ της. Προφανώς πρόκειται για την υπερασπιστική γραμμή τη δική του.

Ακόμα και αν μάρτυρας και κατηγορούμενος εκ των υστέρων έκαναν δημόσια τοποθέτηση παίρνοντας πίσω τα όσα λέχθηκαν στο δικαστήριο, το γεγονός ότι έχουν καταγραφεί στη δίκη του Επαναστατικού Αγώνα, καθιστά το πρόβλημα που δημιουργήθηκε μη αναστρέψιμο. Μέσα στο δικαστήριο ότι γράφει δεν ξεγράφει. Και το πρόβλημα είναι πολιτικό αλλά και ηθικό. Ηθικό γιατί μόνο ο αμοραλισμός καθιστά αποδεκτή και αξιοπρεπή μια τέτοια στάση στο εσωτερικό του αγώνα.

Επειδή η «συζήτηση» αυτή που άνοιξε μπροστά στο δικαστήριο, βγήκε ως αναμενόμενο και εκτός Κορυδαλλού και είμαι βέβαιη πως απασχολεί πολλούς περισσότερους από τους άμεσα ενδιαφερόμενους, είμαι υποχρεωμένη να τοποθετηθώ πιο αναλυτικά πάνω στα πολιτικά ζητήματα που ανέκυψαν. Είπα και στην αρχή πως ακόμα και αν ήταν σωστά τα όσα ισχυρίστηκε στο δικαστήριο, τίποτα δεν τη νομιμοποιεί να τα πει σε εκείνο το χώρο. Επειδή από το ειδικό δικαστήριο των φυλακών Κορυδαλλού όπου διεξάγεται η δίκη εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα χαράχτηκε για πρώτη φορά μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ κατηγορουμένων και επιλογών δράσης που η προέκτασή της διαχωρίζει τον αγώνα συνολικότερα, οφείλω να εξηγηθώ πιο αναλυτικά σε ζητήματα που ανακύπτουν από αυτή την ιστορία.

Ο διαχωρισμός μεταξύ ένοπλου και μη ένοπλου αγώνα υποστηρίζεται εδώ ως νομοτελειακή συνθήκη, ως αξίωμα και καθόλου ως μια προσωπική οπτική καθώς η μάρτυρας επιχειρηματολογεί με ιστορικά παραδείγματα πάνω στο ασυμβίβαστο μεταξύ της ένοπλης δράσης και των άλλων επιλογών αγώνα, προκειμένου να στηρίξει με «αντικειμενικό» τρόπο το γεγονός ότι «δεν θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να είναι στον Επαναστατικό Αγώνα». Και είναι «αντικειμενικός» ο τρόπος στήριξης του επιχειρήματος γιατί η υπόθεση της συμμετοχής του «θα σήμαινε την καταστρατήγηση και του τελευταίου κανόνα οργανωτικής συνωμοτικότητας όπως την έχουμε συναντήσει στην ιστορική εμπειρία των 40 χρόνων ευρωπαϊκού αντάρτικου πόλης». Η κατάθεση συνεχίζεται με την παραβολή ιστορικών παραδειγμάτων αλλοιωμένων με τρόπο ώστε να προσαρμόζονται σε αυτή τη θέση. Μεγάλο μέρος της ιστορίας του ευρωπαϊκού αντάρτικου πόλης αναπροσαρμόζεται στις απαιτήσεις ενός διαχωρισμού που εξυπηρετεί την υπόθεση της απαλλαγής ενός από τους κατηγορουμένους στη δίκη.

Αυτής της θέσης κορωνίδα είναι η κατάληξη πως «η τήρηση αποστάσεων για λόγους ασφαλείας η οποία παύει με έναν τρόπο τη διαλεκτική σχέση του ευρύτερου κινήματος με τον αντάρτη πόλης, είναι ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει κι έχει γίνει κριτική και στο εσωτερικό του κινήματος και εκ των υστέρων συνήθως και ενίοτε τους ίδιους τους αντάρτες πόλης». Δηλαδή, καμία διαλεκτική σχέση δεν υπάρχει μεταξύ ένοπλου και μη ένοπλου αγώνα. Και μπροστά στο δικαστήριο του εχθρού αναφέρουμε και την κριτική που έχει γίνει στο εσωτερικό του κινήματος για αυτό το ζήτημα, βάζοντας στη «συζήτηση» το ίδιο το κράτος που υποτίθεται πως πολεμάμε! Στην ερώτηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου που κλήθηκε να υπερασπιστεί για το αν «υπάρχει ένα όριο που μπορεί να χαραχθεί, να περιγραφεί, για να δούμε από πια πλευρά της γραμμής είναι ο καθένας», και πηγαίνοντας ακόμα πιο πέρα «ποιο είναι το όριο, η ειδοποιός διαφορά μεταξύ αναρχικού που συμμετέχει σε μια ένοπλη δράση και κάποιου που κάνει άλλα πράγματα που θα μπορούσε να είναι διακριτό και από ένα δικαστήριο γιατί με βάση αυτό θα καταδικάσει ή θα αθωώσει (θα ήθελα να πιστεύω ότι θα γίνει έτσι)» απάντησε πως «είναι κάτι που δεν αφορά ένα δικαστήριο». Και είναι υποκρισία, αφού έχει πει ότι έχει πει, αφού η ίδια έχει ήδη χαράξει τη διαχωριστική γραμμή και δεν έχει παραλείψει να αναφερθεί μπροστά στον εχθρό στις τριβές και την κριτική που έχει διεξαχθεί πάνω στο ζήτημα που παρουσίασε από το ίδιο το κίνημα, στο τέλος να απαντά στην ερώτηση του συνηγόρου πως «αυτό δεν αφορά το δικαστήριο». Μια υπόθεση δηλαδή εσωτερική του ευρύτερου κινήματος κατατίθεται στον εχθρό ως κατακλείδα της επιχειρηματολογίας του διαχωρισμού, η οποία επιχειρηματολογία συνιστά την βασική υπερασπιστική γραμμή του συγκεκριμένου κατηγορούμενου. Ο κατηγορηματικός διαχωρισμός ιστορικά «τεκμηριωμένος» έκλεισε με την ανακεφαλαίωση του συνηγόρου ο οποίος ξεκινάει τις ερωτήσεις προς τη μάρτυρα λέγοντας: «Λέτε ότι το κεντρικό επιχείρημα για το οποίο ο Κορτέσης δεν είναι στον Επαναστατικό Αγώνα είναι ότι έκανε το αντίθετο από αυτό που κάνει όποιος περνάει στην παρανομία, λείπει από δημόσιες διαδηλώσεις που μπορεί να προκαλέσουν μια σύλληψή του…» Και η μάρτυρας συμφωνεί και επαυξάνει συμπληρώνοντας «ή την έκθεσή του στο μάτι των διωκτικών αρχών…».

Σε απάντηση προς την επιστολή του συντρόφου Νίκου Μαζιώτη που δημοσιοποίησε επιμένει και επαναλαμβάνει -με πιο εμπεριστατωμένο κατά την άποψή της τρόπο και μέσω της παρουσίασης περισσότερων ιστορικών στοιχείων- την ίδια θέση του διαχωρισμού. Υποστηρίζει πως δεν κλήθηκε να υπερασπίσει τον ένοπλο αγώνα (είναι αυτονόητο πως δεν είχε κανείς την απαίτηση να κάνει κάτι τέτοιο, και ούτε ήταν υποχρεωμένη να το κάνει) και πως υπάρχει «διακριτή διαφορά στον τρόπο υπεράσπισης απέναντι σε ένα δικαστήριο από τη μια μελών της οργάνωσης που έχουν αναλάβει την πολιτική ευθύνη και από την άλλη συντρόφων που διώκονται βάσει της πολιτικής τους ταυτότητας και των συντροφικών τους σχέσεων, αυτό όμως δεν συνεπάγεται κάποια πρόθεση διαχωρισμών (είτε των κατηγορουμένων είτε της δράσης τους)». Αφού όμως έχει ήδη χαράξει στο δικαστήριο μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ ένοπλου και μη ένοπλου αγώνα που μόνο τυφλός ή παντελώς ανίδεος με την πολιτική δεν βλέπει, και αφού υποστηρίζει πως τα όσα κατέθεσε δεν είχαν κάποια πρόθεση διαχωρισμών, τότε δυο τινά ισχύουν: Ή δεν αντιλαμβάνεται τι λέει και τι πολιτικές προεκτάσεις έχουν αυτά που λέει ή υποκρίνεται ότι δεν καταλαβαίνει.

Όσον αφορά την «πάγια και καθαρή θέση» της ότι ο ένοπλος αγώνας είναι κομμάτι του ριζοσπαστικού κινήματος», αυτοακυρώνεται από τη αξιωματική θέση που κατέθεσε στο δικαστήριο περί «της αναπόφευκτης -λόγω της απόσυρσης από τις κινηματικές διαδικασίες- παύσης της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ του αντάρτη πόλης και του κινήματος». Τι είδους κομμάτι του κινήματος είναι ο ένοπλος αγώνας όταν δεν έχει καμία διαλεκτική σχέση μαζί του; Και πώς υπερασπίζεσαι την ενότητα του αγώνα –γιατί σε αυτό κατατείνει ουσιαστικά η θέση ότι ο ένοπλος αγώνας είναι μέρος του κινήματος- όταν την έχεις ήδη καταργήσει προβάλλοντας ένα τμήμα του απομονωμένο; Και τι άλλο μπορεί να σημαίνει «παύση της διαλεκτικής σχέσης με το κίνημα» –η οποία κατάληξη της επιλογής ενός αγωνιστή να διεξάγει ένοπλο αγώνα «έχει αποτελέσει αιτία κριτικής εντός του κινήματος»- πέρα από το ότι οι αντάρτες πόλης καταλήγουν απομονωμένοι από το κίνημα, απομονωμένοι πολιτικά; Γιατί η «κριτική» που ανέφερε η μάρτυρας μπροστά στον ταξικό εχθρό –το δικαστήριο- ότι «έχει γίνει από τα κινήματα στην Ευρώπη», αφορά στην ίδια την επιλογή της ένοπλης δράσης, η οποία νομοτελειακά καταλήγει «στην απόσυρση από το κίνημα και την παύση της διαλεκτικής σχέσης μαζί του», δηλαδή σε πολιτική απομόνωση. Με βάση τους ισχυρισμούς της αποτελεί μια λογική συνεπαγωγή το συμπέρασμα ότι η επιλογή του ένοπλου αγώνα στο βαθμό που καταλήγει σε πολιτική απομόνωση, είναι αδιέξοδη και μάταιη, είναι λάθος επιλογή. Γιατί ποια πολιτική δράση έχει νόημα όντας πολιτικά απομονωμένη, αφού αυτό συνιστά πολιτικό αδιέξοδο και άρα ματαιότητα; Και αν αυτό δεν είναι αποκήρυξη του ένοπλου αγώνα, τότε τι είναι;

Θα μπορούσε η όλη αναφορά μου στο ζήτημα να τελειώσει εδώ. Και για να πω την αλήθεια αυτό θα αρκούσε. Όμως, επειδή πιστεύω πως έχει ανοίξει ήδη μια συζήτηση εκτός δικαστηρίου σε λανθάνουσα βάση πάνω στα ζητήματα που προκύπτουν από αυτή την ιστορία και που η μη επίλυσή τους δεν θα έχει άλλη συνέπεια παρά τη διαρκή επανάληψη ανάλογων απαράδεκτων πολιτικών φαινομένων και τη νομιμοποίησή τους, οφείλω να θέσω κάποια ζητήματα και ερωτήματα ακόμα.

Ποιος είναι αυτός που τελικά ορίζει τι είναι και τι δεν είναι κίνημα; Γιατί να θεωρείται κίνημα κάθε άλλη πρακτική εκτός της ένοπλης δράσης; Γιατί να ανάγεται η αναφορά στο κίνημα με όρους νομιμότητας και παρανομίας, από τη μια οι «νόμιμοι» και από την άλλη οι «ένοπλοι παράνομοι»; Γιατί να θεωρείται η διαλεκτική σχέση με όρους προσωπικών επαφών; Γιατί ακυρώνεται η διαλεκτική σχέση –με την πολιτική έννοια του όρου- μεταξύ πολιτικών αντιλήψεων και δράσεων είτε οι φορείς της έρχονται σε άμεση προσωπική επαφή είτε όχι; Με την έννοια που δίνει η μάρτυρας στο δικαστήριο στην «διαλεκτική σχέση», τότε αυτή είναι αδύνατο να υπάρχει μεταξύ αγωνιστών που δεν συναντιούνται προσωπικά, όπως για παράδειγμα μεταξύ αγωνιστών διαφορετικών χωρών. Και να επισημάνω εδώ πως στην πολιτική η διαλεκτική σχέση με την πραγματική σημασία της, παύει όταν αρχίζει η ιδιώτευση.

Επειδή ο κατακερματισμός στον α\α χώρο έχει γίνει τόσο βαθύς που αποκλείει τη συνάντηση αρκετών μεταξύ τους, πού είναι η διαλεκτική σχέση –με την σημασία που της δίνει η μάρτυρας- στο εσωτερικό του χώρου; Αυτού του είδους τη «διαλεκτική» σχέση στο εσωτερικό του χώρου φρόντισαν άλλοι να την «παύσουν» εδώ και καιρό, συνεισφέροντας τα μέγιστα στο να καταλήγει το κίνημα να μοιάζει περισσότερο με ένα μωσαϊκό ασύνδετων και χωρίς «διαλεκτική σχέση» -με τη σημασία που δίνει η μάρτυρας- επιλογών δράσης, κατευθύνσεων και λογικών.

Γιατί ως μέρος του κινήματος να ορίζεται για παράδειγμα μια επιλογή δράσης ή μια συνεύρεση που διεξάγεται στα πλαίσια της καθεστωτικής νομιμότητας, ακόμα και αν το περιεχόμενό της όχι μόνο δεν προωθεί τη διαμόρφωση ενός κινήματος με την πραγματική έννοια του όρου (δηλαδή ενός πολιτικού ρεύματος με σαφή επαναστατική κατεύθυνση, ισχυρού, ενωμένου και πολιτικά συγκροτημένου), αλλά μπορεί να είναι ακόμα και μη πολιτικό; Γιατί «κίνημα» είναι κάθε δραστηριότητα που λαμβάνει χώρα στη νομιμότητα, ακόμα και οι κουβέντες στα καφενεία, ενώ δεν είναι μια εξ ‘ολοκλήρου πολιτική ομάδα που μπορεί για αντικειμενικούς λόγους να μην συνευρίσκεται δημοσίως αλλά δρα αναμφίβολα ενισχυτικά προς την επαναστατική κατεύθυνση και συνεισφέρει στη διαμόρφωση ενός ανατρεπτικού και επαναστατικού κινήματος; Και μια τέτοια πολιτική ομάδα είναι ο Επαναστατικός Αγώνας.

Και τελικά, ποιοι είναι αυτοί που «ρίχνουν τη συζήτηση περί κινήματος στο επίπεδο των μέσων»; Πάντως όχι εγώ, όχι εμείς, όχι ο Επαναστατικός Αγώνας. Και οι θέσεις μας πάνω στο ζήτημα είναι ήδη καταγεγραμμένες και υπερβαίνουν κατά πολύ το επίπεδο μιας συζήτησης περί μέσων.

Όσον αφορά τους διαχωρισμούς και τον κατακερματισμό του κινήματος εμείς ως Επαναστατικός Αγώνας όχι μόνο δεν συμβάλαμε στο παραμικρό, αλλά η οπτική μας και οι θέσεις μας ήταν πάντα προς την κατεύθυνση της ένωσης των επαναστατικών δυνάμεων, ζήτημα που προπαγανδίζαμε ασταμάτητα καθ’ όλη την πολιτική πορεία μας και που αποτελούσε και αποτελεί κεντρικό ζήτημα της όλης ιστορικής μας διαδρομής. Και τολμώ να πω πως είμαστε από τους λίγους που έχουν με συνέπεια και σοβαρά ασχοληθεί με την προοπτική διαμόρφωσης ενός επαναστατικού κινήματος που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής μας είτε μέσω κειμένων, μέσω εκδόσεων (παραπέμπω στην εισαγωγή του βιβλίου με τις προκηρύξεις της οργάνωσης) είτε μέσω ανοιχτών πολιτικών διαδικασιών, εκδηλώσεων και συνελεύσεων. Και σε αυτές τις ανοιχτές διαδικασίες αρκετοί από τους «τιμητές του κινήματος» που συνηθίζουν να μιλάνε εξ’ ονόματός του χωρίς ουσιαστικά να το στηρίζουν και να δουλεύουν για την ενδυνάμωσή του (και που μάλλον υποδαυλίζουν τον κατακερματισμό, την εμπάθεια και την περιχαράκωση), ήταν φυσικό να λάμπουν δια της απουσίας τους. Εκεί είχαν την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν μαζί μας με όρους κινήματος, αλλά προτίμησαν να μιλήσουν για αυτά τα ζητήματα στο δικαστήριο.

Όπως είπα και νωρίτερα, η απόπειρα πολιτικής απομόνωσης αγωνιστών ιδίως όταν επιχειρείται μπροστά στον εχθρό, κατατείνει στο να καθίσταται ευκολότερος ο στόχος της καταστολής που γίνεται μέσω της πολιτικής απομόνωσης των αγωνιστών και που επιδιώκει την πολιτική αλλά και φυσική εξόντωσή τους. Προβάλλοντας την επιλογή δράσης διωκόμενων αγωνιστών ως επιλογή που καταργεί την «διαλεκτική σχέση με το κίνημα», τους αφήνεις έκθετους μπροστά στον ταξικό και κοινωνικό εχθρό. Του δίδεται έτσι μια χείρα βοηθείας στο κατασταλτικό του έργο, και αυτό ισχύει είτε έτσι επιθυμούν αυτοί που την προσφέρουν είτε όχι.

Πάνω σε αυτή την απόπειρα απομόνωσης και τις συνέπειες που αυτή μπορεί να έχει, χαράζεται η στρατηγική απαλλαγής ενός κατηγορουμένου από τις κατηγορίες. Με απλά λόγια, η αθώωση του ενός προϋποθέτει την πολιτική απομόνωση του άλλου και ότι αυτή συνεπάγεται. Το αν αυτό επιχειρείται να γίνει με συγκαλυμμένο τρόπο και όχι με τρόπο ρητό και κατηγορηματικό, αυτό δεν αναιρεί την ουσία των πραγμάτων. Το ζήτημα είναι πως πλέον η «διαφορά στον τρόπο υπεράσπισης απέναντι σε ένα δικαστήριο, από τη μια μελών της οργάνωσης που έχουν αναλάβει την πολιτική ευθύνη και από την άλλη συντρόφων που διώκονται βάσει της πολιτικής τους ταυτότητας και των συντροφικών τους σχέσεων» είναι τόσο «διακριτή» σε αυτή την περίπτωση που όχι μόνο «συνεπάγεται διαχωρισμούς», αλλά καταλήγει να σημαίνει «ο θάνατός σου, η ζωή μου». Και επειδή η αποδοχή μιας τέτοιας πολιτικής έκπτωσης από έναν που δικάζεται –στο όνομα πάντα της αθώωσής του-, ανοίγει το δρόμο για μεγαλύτερες πολιτικές εκπτώσεις, είναι αναμενόμενο να γίνονται αποδεκτοί και διαχωρισμοί μεταξύ των αθώων, όπως έγινε με επόμενο μάρτυρα του ίδιου κατηγορούμενου, ο οποίος είπε πως «ο μόνος αθώος είναι ο συγκεκριμένος». Ούτε με αυτή τη δήλωση είχε πρόβλημα.

Στην κατάθεσή της η μάρτυρας επιχειρεί σε κάποια στιγμή και κατόπιν της επισήμανσης του προέδρου που προανέφερα –είναι πράγματι τραγικό το ίδιο το δικαστήριο να σου επισημαίνει ένα τέτοιο λάθος- την άμβλυνση των εντυπώσεων που αρχικά δημιούργησε. Στην απάντηση όμως προς τον Νίκο Μαζιώτη που δημοσιοποίησε, αναφέρθηκε σε σειρά στοιχείων ιστορικών που κατά την άποψή της επιβεβαιώνουν την αρχική αξιωματική αντίληψή της. Και μάλιστα τα παραδείγματα που είχε καταγράψει ο σύντροφος Μαζιώτης παρουσιάζονται ως παρεκκλίσεις από τον κανόνα, καθώς ως επιχείρημά της παρουσιάζει και την καινοτόμα θέση του «κλασικού» και μη αντάρτικου πόλης, προκειμένου να περιφρουρήσει την επιχειρηματολογία της στο δικαστήριο. Ποιοι είναι οι κανόνες που κατά την ίδια οφείλει να ακολουθήσει μια ένοπλη οργάνωση για να είναι «κλασική», μόνο αυτή γνωρίζει. Και ο χαρακτηρισμός οργάνωσης ως «ultra στρατιωτικοποιημένη και κλειστή» αντανακλά το μοντέλο της για μια «κλασική οργάνωση»; Πόσοι και ποιοι από τους πρωταγωνιστές αυτών των πολιτικών ιστοριών που η ίδια ως αναγνώστρια της ιστορίας του ευρωπαϊκού αντάρτικου πόλης επικαλείται, θα ασπάζονταν τη γνώμη της και θα δέχονταν την ταξινόμηση σε «κλασικούς» και «μη κλασικούς»; Πόσοι θα αποδέχονταν την ταξινόμηση της δράσης τους σε «μινιμαρισμένες» και «μη μινιμαρισμένες» μορφές βίας; Αν όλα αυτά δεν αφορούσαν τη δίκη, θα αποτελούσαν απλώς μια αστεία προσέγγιση της πολιτικής ιστορίας του ένοπλου αγώνα. Όμως πρόκειται για τη συνέχιση της υπεράσπισης των όσων λέχθηκαν στο δικαστήριο, στα οποία προστίθενται και αναφορές σε «ultra στρατιωτικοποιημένες και κλειστές» οργανώσεις οι οποίες και συγκαταλέγονται στις κατά τη μάρτυρα «κλασικές». Ως συνέχεια συνεπώς του διαχωρισμού, ευνόητα προστίθεται πλάι στην απόπειρα αποπολιτικοποίησης –αποκορύφωμα της οποίας είναι φράση της που αναφέρω πιο κάτω στο κείμενο- «ο μιλιταρισμός» που χαρακτηρίζει τις «κλασικές» ένοπλες οργανώσεις των οποίων τα μέλη είναι στην παρανομία. Για εμένα, για τον Επαναστατικό Αγώνα συνιστά ύβρη οποιαδήποτε τέτοια υπόνοια δημιουργείται. Ομολογώ πως έχω γραμμένα στα παλαιότερα των υποδημάτων μου τη θέση της για τις «κλασικές» οργανώσεις και τη «μινιμαρισμένη» βία. Όμως οφείλω να ξεκαθαρίσω πως ο Επαναστατικός Αγώνας δεν ήταν ένα «μιλιταριστικό» όργανο. Ήταν πάνω από οτιδήποτε άλλο μια πολιτική οργάνωση, πολύ περισσότερο και βαθύτερα πολιτική από πολλές άλλες ομάδες του χώρου. Και να επισημάνω πως είμαι εχθρική προς τέτοιες υπόνοιες καθώς αφορούν μια ακόμα εχθρική θέση, που μόνο με τις θέσεις του ταξικού και πολιτικού εχθρού μου μπορεί να συναντηθεί, θέσεις που συγκλίνουν στην αποπολιτικοποίηση μέσω διαφόρων οδών του ένοπλου αγώνα και την ευκολότερη εγκληματοποίησή τους.

Το αποκορύφωμα αυτή της απόπειρας αποπολιτικοποίησης της ένοπλης δράσης και του Επαναστατικού Αγώνα ήρθε όταν στην συνέχεια της τοποθέτησής της η μάρτυρας, απαντώντας στον πρόεδρο του δικαστηρίου σχετικά με την επισήμανση που της έκανε ότι «τρεις έχουν αναλάβει την ευθύνη», αναφέρει πως «προφανώς η ένταξη σε κάποια οργάνωση αφορά τις χρονικές, κοινωνικές, ιστορικές συνθήκες και πολύ περισσότερο αφορά την ιδιοσυγκρασία του κάθε ανθρώπου που θα πάρει αυτή την απόφαση». Δηλαδή ο κυριότερος παράγοντας για την επιλογή της ένοπλης δράσης είναι η… ιδιοσυγκρασία! Είναι θέμα χαρακτήρα. Δεν είναι πολιτική η απόφαση για τη συμμετοχή σε μια ένοπλη οργάνωση. Είναι θέμα προσωπικό.

Εδώ θα δηλώσω ρητά και κατηγορηματικά πως η επιλογή της ένοπλης δράσης είναι μια πολιτική και μόνο πολιτική επιλογή. Δεν αφορά την ιδιοσυγκρασία, δεν αφορά τον προσωπικό χαρακτήρα, δεν αφορά την ψυχολογική κατάσταση, δεν αφορά τίποτα άλλο πέρα από την πολιτική. Και αν σε άλλες ομάδες ή παρέες του χώρου συνηθίζεται να παίζει ρόλο η ιδιοσυγκρασία –δεν ισχυρίζομαι εγώ αυτό, μιλώ υποθετικά- στον ένοπλο αγώνα δεν χωρά τίποτα πέρα από την πολιτική. Γιατί η ίδια η δράση αυτή από τη φύση της απαιτεί μια μεγάλη πολιτική ωριμότητα και όταν αυτή απουσιάζει από κάποιον, τότε είτε αυτός αργά ή γρήγορα θα εγκαταλείψει αυτή τη μορφή αγώνα γιατί δεν θα αντέχει τις όποιες πιέσεις -που δεν είναι λίγες- είτε σε περίπτωση που το κράτος τον προλάβει με την καταστολή, θα αρχίσει γι’ αυτόν το «προσωπικό δράμα» μιας ατέρμονης -και μάταιης πλέον στην εποχή μας- προσπάθειας απεμπλοκής με κάθε κόστος από την κατασταλτική εμπλοκή του και τις συνέπειες που αυτή έχει.

Η συμμετοχή σε ένοπλη οργάνωση είναι πάνω απ’ όλα μια πολύ σοβαρή πολιτική υπόθεση.

Αν για τη μάρτυρα η ιδιοσυγκρασία είναι ο βασικός παράγοντας που καθορίζει γενικότερα τις επιλογές αγώνα και το τι είδους μέσα θα χρησιμοποιήσει κάποιος, τότε το κίνημα δεν χρειάζεται τις πολιτικές διεργασίες, αλλά… ψυχαναλύσεις, ψυχολόγους και ενίοτε ψυχιάτρους. Και τελικά δικαιώνεται και ο εχθρός που επίσης ανάγει στη σφαίρα της ιδιοσυγκρασίας προκειμένου να αποπολιτικοποιήσει και να εγκληματοποιήσει όχι μόνο την ένοπλη δράση αλλά την ανατρεπτική δράση συνολικά.

Αν τα παραπάνω δεν τα έχει σκεφθεί, τότε το ελ

ΣΧΟΛΙΑ

  1. ΣΤΕΛΙΟΣ avatar
    ΣΤΕΛΙΟΣ 14/01/2013 15:49:46

    ...στο indymedia που εξακολουθεί να φιλοξενείται χωρίς κανένα πρόβλημα στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο! Ετσι για να μην ξεχνιόμαστε!

  2. Tassos avatar
    Tassos 14/01/2013 16:16:38

    Ολους αυτούς πρέπει να τους ανακρίνουμε the CIA way: Ανάκριση στο Πακιστάν και την Σαουδική Αραβία, εκεί όπου ο ανακριτής για καλημέρα σε βγάζει τα νύχια και μετά σε ρωτάει αν έχεις να δώσεις καμμιά πλεροφορία.

  3. anideos avatar
    anideos 14/01/2013 18:11:16

    Πως μπορουν να πιστευουνοτι εχουν δικιο;
    Πως καταντησε ετσι αυτη η χωρα...

    • ψυχραιμια avatar
      ψυχραιμια @ anideos 15/01/2013 10:48:31

      Τους αφησαν οι ευαισθησιες της δεξιας μετα το 74.Πριν το 74 κιχ δεν τολμουσαν να κανουν καμμια "ενεργεια" οι αληταραδες.

  4. ΒΙΣ avatar
    ΒΙΣ 15/01/2013 09:26:26

    Το πρόβλημα με την Αριστερά είναι ότι ζει μέσα σε μία ιδεοληψία, μιλάει και ακούει μόνο τον εαυτό της. Αυτό το έχω διαπιστώσει από συνομιλίες μου με αριστερούς, ακόμα και με ανθρώπους του ακαδημαϊκού χώρου. Αλαζονεία, ναρκισσισμός, το σύνδρομο του "τα ξέρω όλα". Αυτό είναι γενικότερο πρόβλημα της Αριστεράς, από εκεί πηγάζει και ο ολοκληρωτισμός της, που είναι σύμφυτος με αυτήν. Ο Σκουρλέτης, για παράδειγμα, ή ο Βούτσης είναι θιασώτες του πιο σκληρού ολοκληρωτισμού και μετά βίας το κρύβουν.
    Η Άκρα Αριστερά προεκτείνει ουσιαστικά τις συνέπειες του τρόπου σκέψης της Αριστεράς στα άκρα. Και φτάνει στην ωμή χρήση βίας ακόμα και από γκρουπούσκουλα. Κρατάει φυσικά τον παραληρηματικό τρόπο σκέψης, τον αυτοθαυμασμό, τον δογματισμό.
    Το κείμενο του ζεύγους Μαζιώτη-Ρούπα είναι παραληρηματικό. Αν διαβάσει, όμως, κανείς τους "Δαιμονισμένους" του Ντοστογιέφσκυ θα καταλάβει πολλά. Από την εποχή του Νετσάγιεφ μέχρι την εποχή του Μαζιώτη δεν έχουν αλλάξει και τόσα πολλά όσα νομίζουμε...

    • ψυχραιμια avatar
      ψυχραιμια @ ΒΙΣ 15/01/2013 10:50:30

      Την αλαζονεια την εχουν γιατι τους επετρεψαν οι αλλοι που τους φερονταν με σεβασμο που δεν αξιζουν.

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.