#_CRON_JOB_#
#_CRON_JOB_#
31/10/2009 15:12
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΧΟΛΙΟΥ

Σκέψεις για μια Ευρώπη a la carte

 

Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφώνησαν αργά το βράδυ της Πέμπτης στη διατύπωση της ρήτρας εξαίρεσης από την Ευρωπαϊκή Χάρτα Θεμελιωδών Δικαιωμάτων που απαιτούσε η Τσεχία προκειμένου να υπογράψει τη συνθήκη της Λισσαβώνας, ανακοίνωσαν ευρωπαϊκές πηγές.

«Οι ηγέτες συμφώνησαν στη ρήτρα εξαίρεσης των Τσέχων. Όλοι οι ηγέτες χειροκρότησαν και ζητωκραύγασαν», δήλωσε Σουηδός διπλωμάτης, ο οποίος διαπραγματευόταν τη διατύπωση της ρήτρας εξαίρεσης για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Το κείμενο (που ζητούσε ο Τσέχος πρόεδρος Βάσλαβ Κλάους) εγκρίθηκε ακριβώς όπως είχε προταθεί από τη Σουηδία», δήλωσε από την πλευρά του ο εκπρόσωπος της τσεχικής κυβέρνησης, Ρόμαν Πρόροκ.

Προκειμένου να υπογράψει τη συνθήκη της Λισσαβώνας, ο ιδιαίτερα ευρωσκεπτικιστής πρόεδρος της Τσεχίας απαιτούσε την εξαίρεση της χώρας του από την Ευρωπαϊκή Χάρτα Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (!), με στόχο να αποτραπεί ενδεχόμενη επιστροφή των περιουσιών των Σουδιτών, οι οποίες κατασχέθηκαν κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Σύμφωνα με Ευρωπαίο διπλωμάτη, η Πράγα πέτυχε αυτό που ζητούσε ο Κλάους, δηλαδή μία παρόμοια ρήτρα εξαίρεσης με αυτή που είχε πετύχει το 2007 η Μεγάλη Βρετανία και η Πολωνία για άλλους λόγους.

Είναι όμως τα πράγματα τόσο απλά ή μήπως είναι ένα βήμα εμπρός δύο βήματα πίσω…

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ένα μόρφωμα χωρίς προηγούμενο στη διεθνή οργάνωση. Σε εμπορικό και νομισματικό επίπεδο, έχει κατακτήσει τη θέση μιας παγκόσμιας δύναμης, διαθέτοντας σημαντική επιρροή στο εσωτερικό διεθνών οργανισμών, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, οι διάφοροι οργανισμοί των Ηνωμένων Εθνών και οι παγκόσμιες συναντήσεις για το περιβάλλον και την ανάπτυξη. Η υπεροχή της έναντι άλλων διεθνών οργανισμών έγκειται στη δυνατότητα προσφυγής σε μία ευρεία κλίμακα μη στρατιωτικών μέσων και δυνατοτήτων, όπως η παροχή τεχνικής βοήθειας, η διάθεση ανθρωπιστικής βοήθειας, η επιβολή εμπορικών κυρώσεων, η ενίσχυση του κράτους δικαίου, κοκ. Μετά από μια μακρά πορεία ενοποίησης, η Ένωση διαθέτει μια αξιόλογη ικανότητα δράσης στη διεθνή σκηνή, μέσω των δυνατοτήτων που απορρέουν κατά κύριο λόγο από την κοινή εμπορική και αναπτυξιακή πολιτική και δευτερευόντως από την Κοινή Εξωτερική της Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας και εσχάτως, Άμυνας. Η μαζική διεύρυνση διάνοιξε την προοπτική για μια ισχυρή Ευρώπη παράλληλα με την υιοθέτηση του Σχεδίου Συνταγματικής Συνθήκης και την περαιτέρω διεθνή υποστασιοποίηση. Παρά ταύτα, τα δημοψηφίσματα της Γαλλίας και της Ολλανδίας, όχι μόνο δεν επέτρεψαν την εξέλιξη αυτή, αλλά άνοιξαν ένα νέο κύκλο ευρωσκεπτικισμού, που δε λέει να κλείσει.

Είναι ενδιαφέρον ότι τα νέα στοιχεία που προσέθετε η Συνταγματική Συνθήκη στο ευρωπαϊκό θεσμικό οικοδόμημα, όπως η Προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης. Οι αντιρρήσεις επικεντρώθηκαν στις φιλελεύθερες οικονομικές ρυθμίσεις, που όμως προϋπήρχαν σε υφιστάμενες Συνθήκες, καθώς και στην έλλειψη ουσιαστικής διαβούλευσης και συμμετοχής των πολιτών. Το ατελέσφορο συνταγματικό εγχείρημα αποτέλεσε αφορμή για έναν γόνιμο προβληματισμό ενώ στη συνέχεια, επιχειρήθηκε η «διάσωση» ενός κρίσιμου αριθμού των θεσμικών μεταρρυθμίσεων μέσω της υιοθέτησης της Συνθήκης της Λισσαβώνας, θα κλείσει ένα μεγάλο κύκλο συστημικών μεταβολών. Αυτό σημαίνει ότι τόσο η νέα σύνθεση της Επιτροπής, όσο και αυτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα έχουν καθοριστεί πριν η Συνθήκη της Λισσαβώνας τεθεί σε ισχύ.

Όλοι συμφωνούν ότι για να βγει από την κρίση η Ευρώπη χρειάζεται ισχυρούς θεσμούς,  αποτελεσματικές διαδικασίες και νέες δράσεις για την εδραίωση των αρχών της δημοκρατίας, των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της κοινωνικής αλληλεγγύης, τόσο στο εσωτερικό της Ένωσης όσο και σε παγκόσμια κλίμακα. Για να το καταφέρει αυτό, θα πρέπει να βγει από το πολιτικό και θεσμικό-μεταρρυθμιστικό τέλμα, στο οποίο έχει περιέλθει, αναδιατυπώνοντας και επανεκκινώντας το ενοποιητικό εγχείρημα, αλλά και αποδεικνύοντας, ότι μπορεί να επηρεάσει θετικά τις εξελίξεις στη δική της «χειμαζόμενη» οικονομία, η οποία παραμένει περίπου στάσιμη τα τελευταία χρόνια.

Τα προβλήματα στην οικονομική-εσωτερική και διεθνή-εξωτερική διάσταση αποκαλύπτονται μαζί και σηματοδοτούν την έκδηλη ευρωπαϊκή αμηχανία μπροστά στο κεντρικό ερώτημα: για πόσο ακόμη θα αντιστέκεται το ευρωπαϊκό οικοδόμημα στις δυναμικές της «επανεθνικοποίησης» που αναπτύσσονται με τη μεταρρυθμιστική απραξία των τελευταίων ετών. Οι νέες προκλήσεις που θέτει η κλιμακούμενη οικονομική κρίση ξεπερνούν κατά πολύ τις ικανότητες των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, ή ακόμη και των παλαιότερων συνεργιών, όπως ο γαλλο-γερμανικός άξονας, ο οποίος όμως, εδώ και αρκετό καιρό, έχει χάσει την ενοποιητική λάμψη του. Αντίθετες συσπειρώσεις όπως εκείνες που διαμορφώθηκαν με την κρίση του Ιράκ και ενισχύθηκαν στις συζητήσεις για το Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης 2007-2013, είναι προσανατολισμένες στην προώθηση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς και τη διεύρυνσή της με νέες χώρες, χωρίς περαιτέρω πολιτική ενοποίηση. Από την άλλη πλευρά, ο αρχικός πυρήνας της Ένωσης, παρά το αρνητικό κλίμα, παραμένει θετικός για την προώθηση της πολιτικής ενοποίησης, ιδιαίτερα στο χώρο της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας. Το αποτέλεσμα είναι η πολιτική ενοποίηση να καθυστερεί σημαντικά στη διευρυμένη και σημαντικά διαφοροποιημένη Ένωση του 21ου αιώνα.

Σε μια περίοδο πολυδιάστατης κρίσης που θέτει υπαρξιακά διλλήματα για την Ένωση και τα κράτη μέλη, αναφορικά, τόσο με τα θεσμικά όργανα και τις διαδικασίες, όσο και με την ευρωπαϊκή οικονομία και την κρίση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους διαπιστώνεται σημαντικό έλλειμμα δημοσίου διαλόγου, τόσο για τις θέσεις της χώρας στην Ευρώπη, όσο για τα κρίσιμα ενωσιακά ζητήματα. Παράλληλα με την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να προχωρήσει σε βασικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα επέτρεπαν τη σύγκλιση με το ευρωπαϊκό μοντέλο και θα περιόριζαν τα πολύ έντονα, εσχάτως, φαινόμενα ανομίας, κλεπτοκρατίας και λαθρεπιβατισμού, η χώρα μας φαίνεται να υστερεί σημαντικά. Ενώ είναι απαραίτητη η ανάληψη νέων πολιτικών πρωτοβουλιών για την επανεκκίνηση της ενοποιητικής διαδικασίας, εξίσου σημαντική είναι και η ανάπτυξη του δημόσιου διαλόγου πραγματικά για την Ευρώπη και όχι μόνο για τα εθνικά συμφέροντα μέσα σε αυτήν, αλλάζοντας συνολικά τη λογική που διακατέχει μέχρι σήμερα τους πολίτες για την Ευρώπη και το ενωσιακό μέλλον της.

Η απονομιμοποίηση της πολιτικής, που παρατηρείται παντού, αλλά πλήττει ιδιαίτερα την χώρα μας, δεν θα πρέπει να μας εμποδίσει να εστιάσουμε στα κομβικά διλλήματα ανταποκρινόμενοι στον επείγοντα χαρακτήρα της ευρωπαϊκής κρίσης. Η πολυδιάστατη κρίση απαιτεί τη διαμόρφωση μιας σαφέστερης πολιτικής των πολιτικών δυνάμεων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισής της τρέχουσας οικονομικής κρίσης. Κάτι τέτοιο θα αναβάθμιζε σημαντικά την ατζέντα της πολιτικής αντιπαράθεσης των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων στο εσωτερικό των κρατών μελών αλλά και στο ευρωπαϊκό πολυμερές επίπεδο και δίνοντας την ευκαιρία στους πολίτες να ψηφίσουν στις Ευρωεκλογές με βάση τις ιδεολογικές τους προτιμήσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Σε κάθε περίπτωση η Ευρώπη μπορεί να προχωρήσει μαζί;

H απάντηση που προκύπτει από τα όσα συμφωνήθηκαν αλλά και τα όσα προηγήθηκαν σε διαπραγματευτικό επίπεδο στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι φοβάμαι αρνητική. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η λύση μπορεί να είναι η εφαρμογή των ρυθμίσεων για τις «ενισχυμένες συνεργασίες» προκειμένου να προχωρήσει η ενοποίηση. Από την άλλη είναι φανερό πως η συγκρότηση ενός νέου “ενοποιητικού πυρήνα κρατών μελών” είναι αυτή που θα καθοδηγήσει τις εξελίξεις και θα μεταμορφώσει την Ένωση σε μία περιοχή «εθελοντικής συμμετοχής» με εξαιρέσεις–opting-outs, μια Ευρώπη a la carte.

Κάτι που γίνεται αντιληπτό τόσο από τις διμερείς πρωτοβουλίες του γαλλογερμανικού άξονα που συχνά παρακάμπτουν τους θεσμούς και τα όργανα, όσο και από τις επιλεκτικές «χαλαρότητες» του Συμφώνου Σταθερότητας για λίγους και εκλεκτούς.

Θ.Τ.

ΣΧΟΛΙΑ

  1. archaeopteryx avatar
    archaeopteryx 31/10/2009 16:24:52

    Στους χάρτες του ΥπΕξ του Γ' Ράϊχ, η Ευρώπη ήταν ήδη Ευρώπη 2-3 ταχυτήτων. Αν αυτή η ύφεση κρατήσει, έτσι θα γίνει για απλούς οικονομικούς λόγους. Στους χάρτες του Γ' Ράϊχ, η Ελλάδα ήταν στην β' ταχύτητα (και η Μακεδονία στην Βουλγαρία).

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Τα δεδομένα σας είναι ασφαλή! H διεύθυνση email δε θα δημοσιευθεί. Τα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη δυνατότητα σχολιασμού στο antinews.gr .

Tα πεδία με αστερίσκο (*) είναι υποχρεωτικά.